Το ιώδιο ως αντισηπτικό

Το ιώδιο είναι στερεό μαύρου χρώματος με μεταλλική λάμψη, δυσάρεστη μυρωδιά και καυστική γεύση. Είναι ελάχιστα διαλυτό στο νερό, περισσότερο σε υδατικό διάλυμα ιωδιούχου καλίου και στην αλκοόλη. Το αλκοολικό του διάλυμα είναι γνωστό ως βάμμα ιωδίου.

Το ιώδιο χρησιμοποιείται ως απολυμαντικό και αντισηπτικό. Η δραστικότητά του οφείλε­ται στην ιδιότητα που έχει να ενώνεται (ιωδιώνει) με την τυροσίνη (αμινοξύ) καταστρέφοντας τις πρωτεΐνες των μικροβίων. Καταστρέφει τα βακτήρια, το μυκοβακτηρίδιο φυμα­τίωσης, ενώ ελαττώνει τον αριθμό των μυκήτων και των ιών.

Στο εμπόριο κυκλοφορεί το βάμμα του ιωδίου που είναι αλκοολικό διάλυμα ιωδίου, και τα ιωδοφόρα, η ιωδιούχος ποβιδόνη που δια­τίθεται σε δύο μορφές:

  1. Η ιωδιούχος ποβιδόνη 7,5% (Betadine, Didadine, Videne, Pho-raid). Η ιωδιούχος ποβιδόνη κατά την επαφή της με τους ιστούς απελευθερώνει βαθμιαία ιώδιο.
  2. Το αλκοολικό διάλυμα ιωδιούχου ποβιδόνης 10%.

Το ιώδιο είναι ήπιο οξειδωτικό. Η άμεση επαφή του με το δέρμα μπορεί να του προκαλέσει βλάβες, επομένως η χρήση του πρέπει να γίνεται με προσοχή. Οι ατμοί του ιωδίου είναι εξαιρετικά επικίνδυνοι για τα μάτια και το αναπνευστικό σύστημα. Η περιεκτικότητα του αέρα σε ιώδιο δεν πρέπει να υπερβαίνει το 1 mg ανά κυβικό μέτρο.

Το βάμμα ιωδίου επειδή είναι ασταθές και ερεθιστικό του δέρματος και των ιστών και χρωματίζει έντονα το δέρμα, δεν χρησιμοποιείται πλέον.

Σήμερα χρησιμοποιείται η ιωδιούχος ποβιδόνη σε διάλυμα 7,5% ή 10% για την αντισηψία των χεριών, πληγών, τραυμάτων και για την προεγχειρητική αντισηψία του δέρματος.

Η χρήση των ιωδιοφόρων ουσιών στις εγκύους, στις μητέρες κατά τη διάρκεια του θηλασμού και στα νεογέννητα πρέπει να αποφεύγεται καθόσον έχουν αναφερθεί απορροφήσεις από τους βλεννογόνους και το δέρμα με πιθανότητα πρόκλησης μεταβολών της θυρεοειδικής λειτουργίας (το ιώδιο αποτελεί συστατικό των θυρεοειδικών ορμονών).

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Δείτε επίσης