Τι είναι η εντερική χλωρίδα

Τα βακτήρια που βρίσκονται στο έντερό μας, λεπτό και παχύ, αναφέρονται ως εντερική χλωρίδα ή μικροβίωμα. Την εποχή που οι επιστήμονες γνώριζαν ελάχιστα για τα βακτήρια, τα κατηγοριοποιούσαν στα φυτά, εξ’ ου και ο όρος εντερική χλωρίδα. Περίπου όπως τα φυτά, τα διάφορα βακτήρια έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά ως προς τη διατροφή τους και το επίπεδο τοξικότητάς τους. Όταν αναφερόμαστε στο σύνολο των μικροβίων, οι επιστημονικά ακριβείς όροι είναι μικροχλωρίδα και μικροβίωμα.

Σήμερα γνωρίζουμε ότι το μικροβίωμα του εντέρου ενός ενήλικα έχει βάρος περίπου δύο κιλά και περιέχει σχεδόν 100 τρισεκατομμύρια βακτήρια. Ένα γραμμάριο κοπράνων περιέχει περισσότερα βακτήρια από τον ανθρώπινο πληθυσμό της Γης.  Ορισμένοι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι το εντερικό μικροβίωμα μπορεί να θεωρηθεί όργανο. Όπως και τα υπόλοιπα όργανα στο σώμα, έτσι και αυτό έχει μια προέλευση, αναπτύσσεται ταυτόχρονα μ’ εμάς, αποτελείται από ένα σωρό κύττα­ρα και βρίσκεται σε διαρκή επικοινωνία με τα υπόλοι­πα όργανα.

Tα βακτήρια είναι πλασματάκια που αποτελούνται από μόνο ένα κύτ­ταρο και ζουν σε κάθε γωνιά του πλανήτη, από τις καυτές πηγές της Ισλανδία μέχρι τα ούρα μας. Ορισμένα χρειάζονται οξυγόνο όπως και εμείς για να ζήσουν ενώ άλλα πεθαίνουν όταν εκτίθενται στον αέ­ρα.

Όσα βακτήρια δηλητηριάζονται από το οξυγόνο, χρησιμοποιούν μεταλλικά στοιχεία ή οξέα για να ζήσουν κάτι που οδηγεί σε ορισμένες ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες μυρωδιές. Σχεδόν κάθε μυρωδιά του ανθρώπινου σώματος οφείλεται σε βακτήρια, από την ευχάρι­στη μυρωδιά του δέρματος ενός αγαπημένου προ­σώπου μέχρι τη απωθητικική οσμή των αθλητικών μας παπουτσιών.

Γνωρίζουμε σήμερα ότι αυτή η κοινότητα μικροβίων διασπά άπεπτες τροφές όπως είναι οι φυτικές ίνες και το ανθεκτικό άμυλο για λογαριασμό μας, και τροφοδο­τεί με ενέργεια το έντερο. Τα βακτήρια παίρνουν τη τροφή τους αλλά και εμείς έχουμε κέρδος γιατί παράγουν βιταμίνες, διασπά τοξίνες και φαρμακευτικές ουσίες και εκπαιδεύουν το ανοσοποιητικό μας σύστημα. Ορισμένα εντερικά βακτήρια ευθύνονται για τις ομάδες αίματος και άλλα για τη διάρροια. Διαφορετικά είδη παράγουν διαφορετικές ουσίες: οξέα, αέρια, λίπη, και μπο­ρούμε να πούμε ότι τα βακτήρια είναι μικροσκοπικά εργοστάσια. Στον βιομηχανοποιημένο κόσμο, περίπου το 90% των θρεπτικών συστατικών προέρχεται από τα όσα τρώμε, ενώ το 10% προέρχεται από τα βακτήρια.

Τα βακτήρια κάνουν το ίδιο κι όταν δεν είναι στο έντερό μας. Το γιαούρτι δεν είναι τίποτα περισσότερο από γάλα διασπασμένο από τα βακτήρια. Μεγάλο μέρος των σακχάρων του γάλακτος (λακτόζη) έχει ήδη διασπαστεί και έχει μετατραπεί σε γαλακτικό οξύ και μικρότερα μόρια σακχάρων. Γι’ αυτό και το γιαούρτι είναι ταυτόχρονα γλυκό και ξινό. Η δημιουργία του οξέος επηρεάζει το γάλα και κατά έναν άλλο τρόπο. Κάνει τις πρωτεΐνες του γάλακτος να πήζουν προσδί­δοντας στο γιαούρτι πυκνότητα. Το γιαούρτι απαλλάσσει το σώμα μας από ένα μέρος της δουλειάς και εμείς ολοκληρώνουμε εκείνο που ξεκίνησαν τα βακτήρια.

Τις τελευταίες δεκαετίες οι ιατρικοί ερευνητές έχουν αρχίσει να κατανοούν ότι τα βακτήρια, στη μεγάλη τους πλειονότητα, είναι αβλαβή ή χρήσιμα. Γίνεται μεγάλη έρευνα για το τι σημαίνουν τα βακτήρια για την υγεία μας. Αλλοιωμένες αναλογίες διαφορε­τικών εντερικών βακτηρίων έχουν ανιχνευτεί σε όσους υποφέρουν από παχυσαρκία, υποσιτισμό, νευροπάθειες, κατάθλιψη και πεπτικά προβλήματα. Με άλλα λόγια, όταν υπάρχει δυσλειτουργία στο μικροβίωμα μας, υπάρχει δυσλειτουργία και σ’ εμάς.

Κάποιος μπορεί να έχει δυνατότερα πιο υγιή νεύρα από κά­ποιον άλλο, επειδή διαθέτει μεγαλύτερο απόθεμα βα­κτηρίων που παράγουν βιταμίνη Β. Άλλος μπορεί να έχει την τάση να αποκτά βάρος επειδή έχει πολλά εντερικά βακτήρια τον τροφοδοτούν με περισσότερες θερμίδες από το σύνηθες. Η επιστήμη έχει μόλις αρχίσει να κατανοεί ότι ο καθένας μας αποτελεί ένα ολόκληρο οικοσύστημα.

Που βρίσκονται τα βακτήρια

Λίγα χρόνια πριν, πολλοί επιστήμονες πίστευαν ότι υπάρχει ένα σταθερό απόθεμα εντερικής χλωρίδας λίγο πολύ κοινό σε όλους τους ανθρώπους. Για παράδειγμα, όταν ανέλυαν κόπρανα, πάντοτε έβρισκαν βακτήρια Ε. coli.

Σήμερα υπάρχουν μηχα­νήματα ικανά να σαρώνουν κάθε μόριο ενός ελάχιστου δείγματος κοπράνων και έχουν αποκαλυφθεί τα γενετικά κατάλοιπα των βα­κτηρίων. Γνωρίζουμε τώρα ότι τα Ε. coli αποτελούν λιγότερο από το 1% του εντερικού πληθυσμού ενώ η γα­στρεντερική οδός φιλοξενεί πάνω από 1.000 είδη βακτη­ρίων. Σ’ αυτόν τον πληθυσμό πρέπει να προσθέσουμε και τις μειονότητες, τους ιούς, τους μύκητες και τους ζυμομύκητες.

Ορισμένα βακτήρια προτιμούν το λεπτό έντερο και άλλα εντοπίζονται αποκλειστικά στο κόλον. Σε γενικές γραμμές, είναι ακριβές ότι ο αριθμός των βακτηρίων είναι μικρότερος στα άνω τμήματα της πεπτικής οδού, ενώ ένας πολύ, πολύ μεγάλος αριθμός κατοικεί στα κατώτερα επίπεδα, όπως το παχύ έντερο και το κόλον. Υπάρχουν ορισμένα που φωλιάζουν στην σκωληκοειδή από­φυση. Ο βακτηριακός πληθυσμός στο στόμα μας είναι μόλις το ένα δεκάκις χιλιοστό από τον αριθμό που ζει στο έντερο.

Αν η ισορροπία διαταρα­χτεί και ένας μεγάλος αριθμός βακτηρίων μεταναστεύσουν στο λεπτό έντερο, έχουμε την περίπτωση βακτηριακής υπερανάπτυξης (bacterial overgrowth) όπως την αποκαλούν οι ειδικοί. Αυτή η σχετικά ανεξερεύνητη πάθηση προκαλεί συμπτώ­ματα όπως τυμπανισμό, κοιλιακούς πόνους, πό­νους στις αρθρώσεις, γαστρεντερικές μολύνσεις, θρεπτικές ανεπάρκειες και αναιμία.

Σε αντίθεση με τον άνθρωπο, στα μηρυκαστικά όπως είναι οι αγελάδες τα βα­κτήρια βρίσκονται στην αρχή της πεπτικής οδού. Οι αγελάδες δεν μπαί­νουν καν στον κόπο να χωνέψουν την τροφή τους, αλλά αφήνουν αυτή τη δουλειά στα Bacteroides και τα λοιπά βακτήρια. Μάλιστα, τα βα­κτήρια είναι πλούσια σε πρωτεΐνες και από διατρο­φική άποψη, είναι σαν μικροσκοπικές μπριζόλες. Όταν ολοκληρώσουν το έργο τους στο στομάχι της αγελάδας, γλιστρούν παρακάτω στο πεπτικό σύστημα όπου και χωνεύο­νται. Έτσι αποτελούν πολύ καλή πηγή πρωτεϊνών για την αγε­λάδα.

Τα ανθρώπινα βακτήρια βρίσκονται πολύ χαμηλά στο πεπτικό σύστημα για να λειτουργήσουν ως μπριζολάκια οπότε τα αποβάλλουμε άπεπτα από το έντερο. Ωστόσο, αντλούμε πολλά οφέλη από τα βακτήρια, παρόλο που δεν τα χωνεύουμε π.χ. . Παράγουν θρεπτικές ουσίες, όπως π.χ. λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου, τις οποίες απορροφάμε μέσω των εντερικών κυττάρων.

Δεν είναι εύκολο να μελετηθεί η εντερική χλωρίδα στο εργαστήριο γιατί αρέσει στα βακτήρια αυτά να απομακρύ­νονται από περιβάλλον του εντέρου. Όταν οι επιστή­μονες προσπαθούν να τα καλλιεργήσουν στο εργαστήριο για να τα ερευνήσουν, εκείνα απλώς αρνούνται να συνεργαστούν. Σε αντίθεση με τα δερματικά βακτήρια που καταβροχθίζουν με χαρά την εργαστηριακή τροφή και σχηματίζουν μικρά βουνά μικροβίων τα εντερικά βακτήρια είναι ακατάδεκτα. Πάνω από τα μισά βακτήρια που αναπτύσσονται στην πεπτική οδό είναι τόσο πολύ προσαρμοσμένα και δεν επιβιώνουν εκτός εντέρου. Το έντερο τα διατηρεί ζεστά, υγρά και προστατευμένα από το οξυγόνο παρέχοντάς τους μια πολύ εξειδικευμένη τροφή.

Παρότι δεν ξέρουμε πολλά για την εντερική χλωρίδα μας, ξέρουμε ότι πρέπει να τρώμε φυτικές ίνες για να ταΐζουμε τα βακτήριά μας. Διότι αν δεν βρίσκουν τροφή μπορεί να αρχίσουν να τρώνε εμάς, και πιο συγκεκριμένα το έντερό μας κάτι που αργά ή γρήγορα θα μας δημιουργήσει πρόβλημα. Από την άλλη μεριά, όταν τα εντερικά μας βακτήρια είναι χορτάτα παράγουν ουσίες που συμβάλλουν στην καλή υγεία του εντέρου μας αλλά και γενικότερα του σώματος.

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Δείτε επίσης