Έμφραγμα και αντιμετώπιση

Αν πάθετε έμφραγμα και φτάσετε έγκαιρα στο νοσοκομείο, υπάρχουν πολλές πιθανότητες να φύγετε από αυτό περπατώντας μέσα σε μία εβδομάδα ή και λιγότερο.

Αφού γίνουν ηλεκτροκαρδιογράφημα και οι απαραίτητες εξετάσεις αίματος (ηλεκτροκαρδιογράφημα, τροπονίνη, κινάση της κρεατινίνης MB) και γίνει η διάγνωση σίγουρα θα σας μεταφέρουν στη μονάδα εντατικής θεραπείας (ή οτην καρδιολογική μονάδα), όπου βρίσκονται εκπαιδευμένοι γιατροί και νοσηλευτές και μια ειδική ομάδα για την παρακολούθηση της κατάστασης σας και την αντιμετώπιση επειγόντων περιστατικών.

Τις πρώτες μέρες μετά το έμφραγμα, θα πρέπει να ξεκουράζεστε και να ελέγχουν συνεχώς την καρδιά σας, για να είναι σίγουρο ότι δεν διατρέχετε κανένα σοβαρό κίνδυνο. Ίσως χρειαστεί να σας δώσουν οξυγόνο για να ενεργοποιηθεί ο καρδιακός μυς και να σας τοποθετήσουν ενδοφλέβιο ορό στο χέρι ή το μπράτσο για τη χορήγηση φαρμάκων.

Για την αντιμετώπιση του εμφράγματος χρησιμοποιούνται διάφορες στρατηγικές, μερικές από τις οποίες εφαρμόζονται ταυτόχρονα:

  • Απελευθέρωση της αρτηρίας (επαναιμάτωση).
  • Αποφυγή της εκδήλωσης περισσότερων θρόμβων αίματος.
  • Μείωση του οξυγόνου που χρειάζεται ο καρδιακός μυς.
  • Παρακολούθηση της εμφάνισης των επιπλοκών και έλεγχος
    αυτών.
  • Αντιμετώπιση οποιασδήποτε επιπλοκής που εμφανίζεται.
  • Αξιολόγηση του βραχυπρόθεσμου και μακροπρόθεσμου κινδύνου.

Άμεση αντιμετώπιση

Στα πρώτα στάδια ενός εμφράγματος, τα καρδιακά κύτταρα πεθαίνουν γρήγορα λόγω έλλειψης οξυγόνου. Επομένως, άμεσος στόχος της αντιμετώπισης στις περισσότερες περιπτώσεις είναι η αποκατάσταση της ροής του αίματος προς την καρδιά, με την απελευθέρωση της φραγμένης αρτηρίας και την αποφυγή της εμφάνισης περισσότερων θρόμβων.

Αυτές οι θεραπείες επαναιμάτωσης μπορούν να αποκαταστήσουν τη ροή αίματος πλούσιου σε οξυγόνο προς τον καρδιακό μυ, μερικές φορές προτού προκύψουν σοβαρές βλάβες. Υπάρχουν δύο κύριες μέθοδοι για την αποκατάσταση της ροής  του αίματος: η αγγειοπλαστική, με ή χωρίς ενδοπρόθεση (stent), ή οι θρομβολυτικοί παράγοντες, δηλαδή φάρμακα που συμβάλλουν στη διάλυση των θρόμβων στα αιμοφόρα αγγεία (η χειρουργική παράκαμψη (bypass) της στεφανιαίας αρτηρίας είναι πολύ πιο σπάνια).

Γενικά, η μέθοδος αντιμετώπισης που χρησιμοποιείται περισσότερο σήμερα είναι η αγγειοπλαστική, απλώς επειδή σώζει περισσότερες ζωές από τα φάρμακα που διαλύουν τους θρόμβους και έχει μικρότερη τάση να προκαλέσει επιπλοκές. Ωστόσο, αν το νοσοκομείο δεν διαθέτει καρδιολογική ομάδα ή εξοπλισμό για αγγειοπλαστική, τα φάρμακα που συμβάλλουν στη διάλυση των θρόμβων παρέχουν μια διαφορετική επιλογή ικανή να σώσει ζωές.

Ο χρόνος είναι ζωτικής σημασίας σε όλες τις περιπτώοεις, ωστόσο όσο πιο γρήγορα αποκατασταθεί η ροή του αίματος προς την καρδιά, τόσο περισσότερες είναι οι πιθανότητες να επιβιώσετε και να αναρρώσετε. Οι ειδικοί συνιστούν στα άτομα που έχουν διαγνωστεί με STEMI να πάρουν φάρμακα για τη διάλυση των θρόμβων μέσα σε 30 λεπτά από την άφιξη στο νοσοκομείο ή, ακόμα καλύτερα, να υποβληθούν σε αγγειοπλαστική με εισαγωγή stent μέσα σε 90 λεπτά.

Τα αποτελέσματα μιας σημαντικής διεθνούς κλινικής δοκιμής διευκρινίζουν την ανάγκη για γρήγορη δράση, υποστηρίζοντας επίσης ότι, για τους ασθενείς με σταθερό πόνο στο θώρακα έπειτα από μια καρδιακή προσβολή, η αγγειοπλαστική μπορεί να είναι ωφέλιμη μόνο αν γίνει μέσα σε 24 ώρες μετά τα πρώτα συμπτώματα. Σε αυτή τη δοκιμή, οι ασθενείς που έκαναν αγγειοπλαστική και τους χορηγήθηκε η βέλτιστη ιατρική αγωγή (τουλάχιστον μια ασπιρίνη, ένας αναστολέας του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης, ένας β-αναστολέας και μια στατίνη) περισσότερες από 24 ώρες μετά την εκδήλωση των συμπτωμάτων, μείωσαν πολύ λίγο τις πιθανότητες τους να εκδηλώσουν δεύτερη καρδιακή προσβολή, καρδιακή, ανεπάρκεια ή και να πεθάνουν, σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν μόνο επαρκή ιατρική φροντίδα. Αυτή η δοκιμή επιβεβαιώνει πόσο σημαντικό είναι να αναγνωρίσετε γρήγορα τα συμπτώματα ενός εμφράγματος και να μεταβείτε στο νοσοκομείο όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.

Για κάποια άτομα που έχουν διαγνωστεί με STEMI ή στηθάγχη στο θώρακα, η κατάσταση δεν είναι τόσο ακραία βραχυπρόθεσμα, και μπορεί οι γιατροί να τους παρακολουθήσουν για περισσότερο χρόνο προτού συστήσουν μια συγκεκριμένη αγωγή. Ωστόσο μια έγκαιρη και επεμβατική αγωγή μοιάζει να έχει καλύτερο αποτελέσματα στα άτομα με τέτοιου είδους διάγνωση.

Στα φάρμακα που χορηγούνται για την απελευθέρωση των αρτηριών περιλαμβάνονται θρομβολυτικά, όπως η αλτεπλάση και πολλά άλλα, καθώς και φάρμακα που προλαμβάνουν το σχηματισμό νέων θρόμβων, όπως οι ασπιρίνες και η ηπαρίνη. Από την άλλη πλευρά, αυτά τα φάρμακα (ιδιαίτερα τα θρομβολυτικά) μπορούν να προκαλέσουν αιμορραγίες σε άτομα ηλικίας άνω των 70 ετών, ασθενείς με σοβαρή υπέρταση (πίεση μεγαλύτερη ή ίση με 180/110) και άτομα με ιστορικό εγκεφαλικού επεισοδίου ή άλλες παθήσεις.

Ελαχιστοποίηση των απαιτήσεων της καρδιάς σε οξυγόνο

Ενώ αποκαθίσταται n ροή του αίματος, οι γιατροί παίρνουν μετρήσεις για να ελαχιστοποιήσουν τις απαιτήσεις της καρδιάς σε οξυγόνο. Κατά τις πρώτες ώρες μετά το έμφραγμα, αν ο ασθενής είναι ξαπλωμένος, θα μειωθούν οι απαιτήσεις της καρδιάς σε οξυγόνο. Επιπλέον, ο ασθενής παίρνει φάρμακα για να μειώσει το φορτίο της καρδιάς με διάφορους τρόπους. Σε αυτά τα φάρμακα περιλαμβάνονται β-αναστολείς, νιτρικά άλατα, αναλγητικά, ηρεμιστικά, αναστολείς των υποδοχέων της αγγειοτασίνης.

Παρακολούθηση και μεταγενέστερη αγωγή

Μετά την άμεση αγωγή, οι γιατροί εξετάζουν πολύ προσεκτικά την καρδιά του ασθενή για οποιαδήποτε αλλοίωση του καρδιακού ρυθμού και άλλα καρδιακά προβλήματα. Το νοσηλευτικό προσωπικό της καρδιολογικής μονάδας είναι ειδικά εκπαιδευμένο για να αναγνωρίζει ηλεκτρικές ανισορροπίες και να χορηγεί φάρμακα για την καρδιά.

Η καρδιολογική μονάδα διαθέτει σε ετοιμότητα μια ποικιλία συσκευών και μηχανημάτων, όπως απινιδωτή, συσκευή εξαερισμού, βηματοδότη και άλλα εργαλεία, έτσι ώστε να χρησιμοποιηθούν για την παρακολούθηση και διατήρηση της καρδιακής λειτουργίας. Η πλειονότητα των ατόμων δεν έχουν σοβαρά προβλήματα έπειτα από ένα έμφραγμα και μπορούν να μεταφερθούν από την καρδιολογική σε άλλη μονάδα φροντίδας, ή ενδιάμεσης θεραπείας, μέσα σε 1-2 μέρες.

Το τελευταίο στάδιο της νοσοκομειακής αγωγής είναι να αξιολογηθεί ο κίνδυνος εκδήλωσης άλλου εμφράγματος και να εκπαιδευτεί ο ασθενής στη μείωση αυτού του κινδύνου. Αυτή η αξιολόγηση του κινδύνου απαιτεί διάφορα είδη εξετάσεων.

Τα άτομα που αναρρώνουν χωρίς προβλήματα μπορούν να κάνουν ένα ελαφρύ τεστ κόπωσης πριν φύγουν από το νοσοκομείο. Στόχος αυτής της εξέτασης είναι να προσδιοριστεί αν η κατάσταση του ασθενή έχει σταθεροποιηθεί αρκετά για να ανακτήσει μια ελαφριά σωματική δραστηριότητα στο σπίτι του. Αν η εξέταση είναι αρνητική, δηλαδή δεν αποκαλύψει προβλήματα, ο ασθενής μπορεί να πάρει εξιτήριο. Επίσης, το τεστ κόπωσης βοηθά σε μεγάλο βαθμό να καθοριστεί πόση κόπωση είναι ασφαλής και κατάλληλη για την επόμενη φάση της περιόδου ανάρρωσης.

Ένα ελαφρύ τεστ κόπωσης που αποκαλύπτει ανωμαλίες, όπως πόνο στο θώρακα, διακυμάνσεις στον καρδιακό ρυθμό ή αλλαγές στην αρτηριακή πίεση, γενικά υποδηλώνει ότι κάποια τμήματα της καρδιάς εξακολουθούν να διατρέχουν τον κίνδυνο να εκδηλωθεί βλάβη. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι καρδιολόγοι μπορούν να προτείνουν καρδιακό καθετηριασμό, για να προσδιοριστεί αν η αγγειοπλαστική ή η χειρουργική παράκαμψη των στεφανιαίων αρτηριών μπορεί να βελτιώσει τη ροή του αίματος στην καρδιά και να μειώσει τις πιθανότητες εκδήλωσης άλλου εμφράγματος.

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Δείτε επίσης