Έμφραγμα: Διάγνωση και εξετάσεις αίματος

Η πλειονότητα του κόσμου γνωρίζει την κλασική περιγραφή μιας καρδιακής προσβολής (εμφάγματος): υπερβολική πίεση στο θώρακα, πόνος που εκτείνεται μέχρι το λαιμό, το σαγόνι, την πλάτη ή το μπράτσο, ιδρώτα, ίλιγγος και δύσπνοια, ξαφνική ενόχληση στο στομάχι.

Αυτά τα συμπτώματα είναι πιο τυπικά για τους άνδρες. Ενώ κάποιες γυναίκες όντως εκδηλώνουν αυτά τα κλασικά συμπτώματα, έχουν περισσότερες πιθανότητες να παρουσιάσουν τα μη κλασικά συμπτώματα όπως δύσπνοια, ναυτία που μπορεί να συνοδεύεται από εμετό ή πόνο στην πλάτη, στον ώμο και το σαγόνι. Επίσης οι γυναίκες νιώθουν πιο συχνά αδυναμία και κούραση. Τέλος, οι γυναίκες πιο συχνά έχουν ένα “σιωπηλό” έμφραγμα. Πάνω από τέσσερις στις 10 γυναίκες – ιδίως στις ηλικίες κάτω των 45 ετών – που έχουν υποστεί έμφραγμα δεν εμφανίζουν συμπτώματα.

Αν έχετε τα παραπάνω συμπτώματα ή άλλα που υποδηλώνουν πιθανή εκδήλωση εμφράγματος, καλέστε αμέσως το γιατρό σας και κατευθυνθείτε στο πλησιέστερο τμήμα επειγόντων περιστατικών. Πάρτε μια ασπιρίνη στο δρόμο για να μειώσετε τις πιθανότητα θρόμβωσης του αίματος. Κάθε δευτερόλεπτο μετράει. Τα άτομα που λαμβάνουν ιατρική φροντίδα μέσα στις πρώτες 2 ώρες διατρέχουν το μισό κίνδυνο θανάτου, σε σχέση με όσα έλαβαν ιατρική φροντίδα 4-6 ώρες μετά την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων.

Ηλεκτροκαρδιογράφημα

Το προσωπικό στα επείγοντα περιστατικά συνήθως κάνει αμέσως ηλεκτροκαρδιογράφημα, μερικές φορές ακόμα και μέσα στο ασθενοφόρο κατά τη μεταφορά στο νοσοκομείο. Σε πολλές αλλά όχι σε όλες τις περιπτώσεις, το ηλεκτροκαρδιογράφημα βοηθά να προσδιοριστεί αν έχετε πάθει έμφραγμα και, αν ναι, τι είδος εμφράγματος είναι.

Ένα από αυτά τα είδη είναι το οξύ ή διατοιχωματικό έμφραγμα, το οποίο υποδηλώνει ότι εκτείνεται σε ολόκληρο το μυϊκό τοίχωμα της καρδιάς. Γενικά, αυτός ο τύπος εμφράγματος προκαλεί μια σειρά από πληγές, οι οποίες στο ηλεκτροκαρδιογράφημα εμφανίζονται με τη μορφή ανάσπασης (υψώματος) στο τμήμα ST. Οι καρδιολόγοι αποκαλούν αυτό τον τύπο έμφραγμα του μυοκαρδίου με ανάσπαση του ST (STEMI).

Το μερικό έμφραγμα ή έμφραγμα του μυοκαρδίου χωρίς ανάσπαση του ST (NSTEMI) προκαλεί άλλες αλλαγές σε ένα ηλεκτροκαρδιογράφημα, ή τουλάχιστον αυτό θα πρέπει να συμβεί. Αντί να ανεβαίνει, το τμήμα ST κατεβαίνει.

Ένα γεγονός που περιπλέκει ακόμα περισσότερο τα πράγματα είναι ότι η στηθάγχη συνήθως προκαλεί περίπου τις ίδιες αλλοιώσεις με ένα μερικό έμφραγμα οι οποίες, μερικές φορές, μπορεί να προσομοιάζουν στις αλλοιώσεις ενός οξέος εμφράγματος.

Ωστόσο το πιο συνηθισμένο είναι οι αλλοιώσεις στο ηλεκτροκαρδιογράφημα που συνοδεύουν το έμφραγμα να είναι ατυπικές, λεπτές ή ακόμα και ανύπαρκτες. Γι’ αυτόν το λόγο, οι γιατροί πάντα κάνουν εξετάσεις αίματος για να επιβεβαιώσουν τη διάγνωση του εμφράγματος.

Εξετάσεις αίματος

Κύριος στόχος της αντιμετώπισης των καρδιακών προσβολών είναι η αποκατάσταση της ροής του αίματος προς την καρδιά όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, με λήψη φαρμάκων ή με χειρουργική επέμβαση. Αυτό μπορεί να ελαχιστοποιήσει τη βλάβη στον καρδιακό ιστό.

Οι γιατροί ή το προσωπικό στα επείγοντα περιστατικά θα πρέπει να προσδιορίσουν αν τα συμπτώματα υποδηλώνουν έμφραγμα, επεισόδιο στηθάγχης, ή κάτι άλλο που δεν έχει καμία σχέση με την καρδιά.

Όταν τα καρδιακά κύτταρα πεθαίνουν, αποβάλλουν ένζυμα, δηλαδή χημικές ουσίες που ενεργοποιούν ζωτικές λειτουργίες. Μερικά από αυτά τα ένζυμα παράγονται μόνο στην καρδιά και από κανέναν άλλο ιστό, σε μεγάλες ποσότητες. Οι γιατροί μετρούν τα επίπεδα αυτών των ενζύμων στο αίμα. Καθώς τα καρδιακά κύτταρα που πεθαίνουν αποβάλλουν διάφορα ένζυμα με διαφορετικές μορφές, οι εξετάσεις αίματος μπορούν να βοηθήσουν ώστε να οριστεί η χρονική στιγμή κατά την οποία εκδηλώθηκε η καρδιακή προσβολή, μια πληροφορία ιδιαίτερα χρήσιμη όταν τα συμπτώματα προκαλούν σύγχυση.

Επιπλέον, όσο περισσότερα κύτταρα πεθαίνουν, τόσο μεγαλύτερο είναι το επίπεδο αυτών των ενζύμων. Οι γιατροί μπορούν να χρησιμοποιήσουν αυτές τις πληροφορίες για να εκτιμήσουν την ποσότητα του καρδιακού ιστού που έχει προσβληθεί.

Αν οι γιατροί υποψιάζονται έμφραγμα, σίγουρα θα σας κάνουν εξετάσεις για να εκτιμήσουν τα επίπεδα τροπονίνης I ή τροπονίτης Τ, η ποσότητα των οποίων αρχίζει να αυξάνεται λίγα λεπτά ή ώρες μετά την καρδιακή προσβολή. Τα επίπεδα τροπονίνης συνήθως αυξάνονται γρήγορα 4-6 ώρες αφότου το έμφραγμα έχει πλήξει τον καρδιακό μυ, κορυφώνονται 10-24 ώρες μετά το έμφραγμα και επιστρέφουν σε φυσιολογικά επίπεδα 10-14 μέρες αργότερα.

Μια άλλη πρωτεΐνη στο αίμα, η κινάση της κρεατινίνης MB (CK-MB) επίσης αυξάνεται ως αντίδραση σε μια βλάβη στον καρδιακό μυ μέσα σε 6 ώρες μετά το έμφραγμα. Φτάνει στο ανώτερο επίπεδο της 18 ώρες αργότερα και επιστρέφει στα φυσιολογικά επίπεδα 2-3 μέρες μετά.

Η τροπονίνη θεωρείται η καλύτερη απόδειξη σε περίπτωση καρδιακής προσβολής στα περισσότερα νοσοκομεία. Σε σύγκριση με την κινάση της κρεατινίνης MB (CK-MB), υπάρχουν λιγότερες πιθανότητες να δώσει ψευδές θετικό αποτέλεσμα (δηλαδή να ανιχνεύσει κατά λάθος έμφραγμα χωρίς αυτό να έχει συμβεί) και διατηρείται αυξημένη για περισσότερο χρόνο.

Καθώς μπορεί να είναι δύσκολο για το γιατρό να διακρίνει αν ο πόνος στο θώρακα οφείλεται σε έμφραγμα και όχι σε κάποια άλλη αιτία, ενδέχεται να σας ζητήσει να κάνετε άλλες εξετάσεις, όπως υπερηχοκαρδιογράφημα, σπινθηρογράφημα και καρδιακό καθετηριασμό, προτού καταλήξει σε διάγνωση.

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Δείτε επίσης