Αγγειοπλαστική: Μπαλονάκι και τοποθέτηση στεντ

Η διαδερμική διαυλική στεφανιαία αγγειοπλαστική, πιο γνωστή απλά ως αγγειοπλαστική, έφερε επανάσταση στην καρδιολογία. Η τεχνική επιτρέπει στους γιατρούς να ανοίξουν τις στενωμένες στεφανιαίες αρτηρίες με ειδικούς καθετήρες που έχουν φουσκωτά μπαλονάκια.

Ο όρος «αγγειοπλαστική» αναφέρεται στην αναδόμηση του στενωμένου τμήματος ενός αιμοφόρου αγγείου. Στην πλειονότητα των αγγειοπλαστικών τοποθετούνται επίσης stents, δηλαδή σωλήνες από μεταλλικό πλέγμα που χρησιμεύουν ως σκελετός για να διατηρούνται ανοιχτές οι αρτηρίες.

Η αγγειοπλαστική είναι συνήθως η κατάλληλη διαδικασία μετά το έμφραγμα. Είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος αντιμετώπισης για ασθενείς με έμφραγμα με ανάσπαση του ST διαστήματος. Για να έχει αποτέλεσμα, πρέπει να γίνει γρήγορα, ιδανικά μέσα σε 90 λεπτά από την εμφάνιση των συμπτωμάτων, ή τουλάχιστον μέσα σε 24 ώρες.

Ωστόσο η επιλογή της αγγειοπλαστικής για την αντιμετώπιση της στηθάγχης και άλλων καρδιακών προβλημάτων είναι μια απόφαση που λαμβάνεται κατά περίπτωση.

Η αγγειοπλαστική μπορεί να αντιμετωπίσει τις στενώσεις στα καμπύλα τμήματα των στεφανιαίων αρτηριών, παθήσεις σε διάφορα αγγεία, καθώς και να μειώσει τις παρακάμψεις που γίνονται στη στεφανιαία αρτηρία. Χάρη στην τεχνολογική πρόοδο της αγγειοπλαστικής, μπορεί πλέον να γίνεται σε άτομα στα οποία παλαιότερα θεωρούνταν πολύ επικίνδυνη.

Η αγγειοπλαστική δεν λύνει το ουσιαστικό πρόβλημα της αρτηριοσκλήρωσης. Η διαδικασία μπορεί να ανοίξει μία ή περισσότερες στενωμένες αρτηρίες, αλλά μπορεί να υπάρχουν αρτηριοσκληρωτικές πλάκες και σε άλλα σημεία.

Ακόμα και μετά την αγγειοπλαστική, ο ασθενής θα πρέπει να συνεχίσει να παίρνει μέτρα για τη μείωση του κινδύνου εμφράγματος, όπως να βελτιώσει τη διατροφή του, να ασκείται περισσότερο και να παίρνει φάρμακα, αν χρειάζεται.

Αν πάσχετε από σταθερή στηθάγχη (ή αν δεν έχετε κανένα σύμπτωμα) λόγω κάποιας στενωμένης αρτηρίας, η ιατρική αντιμετώπιση μόνο είναι καλύτερη από μια πιο επιθετική στάση, σύμφωνα με την κλινική μελέτη «Κλινικά αποτελέσματα της χρήσης επαναγγείωσης και της επιθετικής αξιολόγησης φαρμάκων» (Clinical Outcomes Utilizing Revascularization and Aggressive Drug Evaluation-COURAGE) που δημοσιεύτηκε το 2007. Σε αντίθεση με μια δημοφιλή άποψη, η αγγειοπλαστική που γίνεται ενώ υπάρχουν ελαφρά ή καθόλου συμπτώματα δεν αποτρέπει τον κίνδυνο εμφράγματος στο μέλλον.

Ωστόσο, αν έχετε εκδηλώσει έμφραγμα ή επεισόδιο ασταθούς στηθάγχης, η αγγειοπλαστική είναι σίγουρα καλύτερη από μια φαρμακευτική αγωγή για την αποτροπή ενός δεύτερου εμφράγματος και σας παρέχει περισσότερες πιθανότητες επιβίωσης.

Η επέμβαση

Η αγγειοπλαστική γίνεται με τοπική αναισθησία του ασθενή. Όπως και η κλασική αγγειογραφία, η αγγειοπλαστική ξεκινά με την τοποθέτηση ενός καθετήρα σε μια αρτηρία στο μπράτσο ή το κάτω άκρο, ο οποίος κατευθύνεται μέσα από τα αιμοφόρα αγγεία μέχρι το άνοιγμα των στεφανιαίων αρτηριών.

Μέσα σε αυτό τον καθετήρα υπάρχει ένας άλλος, πιο λεπτός, που μεταφέρει ένα φουσκωτό μπαλονάκι κοντά στο επιθυμητό σημείο. Μέσα στο δεύτερο καθετήρα υπάρχει ένα σύρμα-οδηγός, ακόμα πιο λεπτό, με ένα μαλακό άκρο για να μπορεί να κινείται μέσα σε στενές περιοχές και να διαπερνά τους θρόμβους, αν και είναι μάλλον απίθανο να προκαλέσει πληγές στο τοίχωμα της στεφανιαίας αρτηρίας.

Παρότι οι περισσότερες αγγειοπλαστικές γίνονται μέσω της μηριαίας αρτηρίας στο βουβώνα, μερικές γίνονται μέσω της κερκιδικής αρτηρίας στον καρπό. Μια σημαντική μελέτη, στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 7.000 ασθενείς σε 32 χώρες, ανακάλυψε ότι ακολουθείται μια σχεδόν πανομοιότυπη προσέγγιση στην περίπτωση σοβαρών επιπλοκών, όπως ο θάνατος και το έμφραγμα μετά τη διαδικασία.

Ωστόσο υπήρξαν περιπτώσεις αιμορραγίας γύρω από τη ζώνη πρόσβασης στην αγγειοπλαστική που γίνεται μέσω της κερκιδικής αρτηρίας, η οποία έχει αποδειχθεί αποτελεσματικότερη από την αγγειοπλαστική μέσω της μηριαίας αρτηρίας για την αγωγή σε ασθενείς που εκδηλώνουν έμφραγμα, όπως αναφέρθηκε σε ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε το 2011 στο περιοδικό The Lancet.

Ένα άλλο πλεονέκτημα της πρόσβασης από τον καρπό είναι ότι ο ασθενής δεν χρειάζεται να παραμείνει ξαπλωμένος και ακίνητος για ώρες μετά τη διαδικασία, νια να είναι σίγουρο ότι δεν θα προκύψει αιμορραγία.

Αφού ο καθετήρας φτάσει στην καρδιά, ο καρδιολόγος οδηγεί το σύρμα προς την αρτηρία ώσπου η άκρη του να περάσει μέσα από το άνοιγμα (αν η στένωση της στεφανιαίας αρτηρίας είναι ολοκληρωτική, ίσως χρειαστεί να περάσει το σύρμα μέσα από τη στένωση). Όταν το σύρμα-οδηγός φτάσει στη στένωση, ο καθετήρας με το μπαλονάκι γλιστρά μέσω του καθετήρα ώσπου το μπαλονάκι να φτάσει δίπλα ακριβώς στην αρτηριοσκληρωτική πλάκα.

Ο γιατρός φουσκώνει το μπαλονάκι από το εξωτερικό του σώματος, το μπαλονάκι συμπιέζει και πιέζει την αρτηριοσκληρωτική πλάκα, τεντώνει το υποκείμενο υγιές τοίχωμα της αρτηρίας και το διαστέλλει. Η τοποθέτηση του στεντ γίνεται επίσης χρησιμοποιώντας καθετήρα και μπαλονάκι. To στεντ έχει ένα ελαστικό και πτυχωτό μεταλλικό πλέγμα.

Κατά την αγγειοπλαστική, ο γιατρός τοποθετεί το πτυχωτό στεντ πάνω στον καθετήρα μαζί με το μπαλονάκι. Το μπαλονάκι φουσκώνει στο σημείο της στένωσης και το στεντ διαστέλλεται. Ο γιατρός αφαιρεί τον καθετήρα και το ξεφουσκωμένο μπαλονάκι και αφήνει το στεντ στη θέση του.

Αγγειοπλαστική με τοποθέτηση stent.

Μετά την τοποθέτηση του στεντ, ο ασθενής πρέπει να πάρει φάρμακα για την αποφυγή θρόμβων που μπορεί να προκαλέσουν επαναστένωση. Για να αποφύγετε αυτό το πρόβλημα, οι γιατροί μπορούν να χρησιμοποιήσουν ένα stent με φαρμακευτική επικάλυψη. Ο ασθενής πρέπει να παίρνει ασπιρίνη σε μη καθορισμένη μορφή, ανεξάρτητα από τον τύπο του stent που χρησιμοποιείται.

Επιπλέον, συνταγογραφείται κλοπιδογρέλη ή πλασουγρέλη τουλάχιστον για ένα μήνα στην περίπτωση τοποθέτησης στεντ χωρίς φάρμακα, και τουλάχιστον για ένα χρόνο αν το στεντ έχει φαρμακευτική επικάλυψη.

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Δείτε επίσης