Ουρικό οξύ και νεφροπάθεια

Το ουρικό οξύ είναι ένα ασθενές οξύ που υπάρχει σε δύο μορφές στα βιολογικά συστήματα, ανάλογα με το pH που επικρατεί σε ένα υγρό. Μια ελάχιστα διαλυτή μορφή υπάρχει όταν το pH είναι μικρότερο από το 5,5 και μια πιο διαλυτή μορφή υπάρχει στο φυσιολογικό pH 7,4 όπως είναι αυτό του αίματος. Η αύξηση της συγκέντρωσης του ουρικού οξέος πάνω από 7 mg/dL στο αίμα αποκαλείται υπεριρουχαιμία. Σ’ αυτή τη συγκέντρωση, ο ουρικό οξύ δεν είναι εύκολα διαλυτό, σχηματίζει κρυστάλλους που εναποτίθενται σε διάφορους ιστούς, όπως είναι τα νεφρά και οι αρθρώσεις.

Συνήθως το ουρικό οξύ είναι αυξημένο στο αίμα των πασχόντων από χρόνια νεφρική νόσο αλλά ιστορικά το θέμα θεωρήθηκε περιορισμένου ενδιαφέροντος. Τα τελευταία χρόνια όμως, θεωρείται ως ένας πιθανός παράγοντας κινδύνου που συμβάλλει στην ανάπτυξη και εξέλιξη της χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας. Περίπου τα μισά άτομα που πάσχουν που ουρική αρθρίτιδα εμφανίζουν νεφρική νόσο. Επειδή όμως πολλά άτομα με ουρική αρθρίτιδα έχουν επίσης συνυπάρχουσες παθήσεις όπως υπέρταση και αγγειακή νόσο, ορισμένοι ειδικοί θεώρησαν ότι η νεφρική βλάβη οφείλεται σε αυτές τις παθήσεις και όχι στο ουρικό οξύ.

Μετά το 2002 όμως, ορισμένες μελέτες σε ποντίκια έδειξαν ότι η μείωση των συγκεντρώσεων ουρικού οξέος στο αίμα μπορεί να επιβραδύνει την πρόοδο της χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας. Αν και το ουρικό οξύ έχει αντιοξειδωτικές ιδιότητες έξω από τα κύτταρα αλλά μέσα στα κύτταρα μπορεί να αυξάνει το οξειδωτικό στρες. Επίσης μπορεί να προκαλούν ενδοθηλιακή δυσλειτουργία μέσω ποικίλων μηχανισμών, να προάγει τη φλεγμονή και την αγγειοσυστολή. Περαιτέρω πειραματικές μελέτες έχουν βρει ότι το ουρικό οξύ διαδραματίζει βασικό ρόλο όχι μόνο στη χρόνια αλλά και σε οξεία νεφρική βλάβη, στο μεταβολικό σύνδρομο, στο λιπαρό συκώτι και στην υπέρταση.

Το ουρικό οξύ παράγεται από το μεταβολισμό των πουρινών, τόσο αυτών του σώματος όσο και αυτών που λαμβάνονται με τη διατροφή. Καθημερινά παράγονται 600- 800 mg ουρικού οξέος, κατά κύριο λόγο στο συκώτι. Τα 2/3 του παραγόμενου ουρικού οξέος αποβάλλεται από τους νεφρούς ενώ το 1/3 αποβάλλεται από το γαστρεντερικό σωλήνα. Στη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια μειώνεται η απέκκριση ουρικού οξέος, στις περισσότερες περιπτώσεις όμως δεν παρατηρείται σημαντική υπερουριχαιμία (δηλαδή πάνω από 10 mg/dl), λόγω παράλληλης αύξησης της απέκκρισης από το γαστρεντερικό σύστημα, εκτός αν συνυπάρχει αυξημένη πρόσληψη από τις τροφές.

Το ουρικό οξύ μπορεί να προσβάλλει τους νεφρούς προκαλώντας:

  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
  • Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια
  • Νεφρολιθίαση (πέτρες στα νεφρά)

Οξεία νεφρική ανεπάρκεια

Σε περιπτώσεις οξείας αύξησης της παραγωγής ουρικού οξέος παρατηρείται μεγάλη αύξηση της νεφρικής απέκκρισης. Αυτό οδηγεί σε σχηματισμό κρυστάλλων ουρικού οξέος ιδίως όταν η ποσότητα των ούρων είναι μικρή και το pH είναι όξινο. Οι σχηματιζόμενοι κρύσταλλοι οδηγούν σε οξεία νεφρική ανεπάρκεια. Χαρακτηριστικό εργαστηριακό εύρημα της κατάστασης αυτής είναι ο λόγος της συγκέντρωσης ουρικού ούρων προς την κρεατινίνη των ούρων (σε mg/dl) που ξεπερνά το 1.

Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια

Η χρόνια νεφρική ανεπάρκεια συνοδεύεται από μακροχρόνια παραμονή αυξημένης συγκέντρωσης ουρικού οξέος (πάνω από 12 mg/dl). Όπως και στην ουρική αρθρίτιδα, οι κρύσταλλοι σχηματίζουν μικρούς τόφους που επηρεάζουν τη νεφρική λειτουργία. Συγχρόνως αναπτύσσεται υπέρταση που συμμετέχει στην πρόκληση χρόνιας νεφρικής βλάβης. Συχνή είναι και η εμφάνιση λοιμώξεων του ουροποιητικού, ιδίως όταν συνυπάρχει νεφρολιθίαση, που επιταχύνουν την εξέλιξη της χρόνιας νεφρικής νόσου. Συγκεντρώσεις ουρικού οξέος κάτω από τα 12 mg/dl στο αίμα σπάνια αποτελούν απειλή για τη νεφρική λειτουργία.

Πέτρες στα νεφρά

Επίπεδα ουρικού οξέος στον αίμα που υπερβαίνουν τα 10 mg/dL σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο νεφρολιθίασης. Μια μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Medical Journal και περιέλαβε 120 άνδρες από το Χονγκ Κονγκ με νεοδιαγνωσθείσα ουρική αρθρίτιδα τους χώρισε σε δύο ομάδες: ασθενείς με επίπεδα ουρικού οξέος κάτω από 10 mg/dL (80 άτομα) και ασθενείς με επίπεδα ουρικού οξέος πάνω από 10 mg/dL (40 άτομα). Μετά από τέσσερα χρόνια, οι πέτρες στα νεφρά, όπως ανιχνεύθηκαν με υπερηχογραφία, ήταν πιο πιθανόν να υπάρχουν στη δεύτερη ομάδα (82,5% έναντι 6,3%). Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα και επίπεδα ουρικού οξέος άνω των 10 mg/dL θα πρέπει να υποβάλλονται σε εξετάσεις για πέτρες στα νεφρά.

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Δείτε επίσης