Η ομοκυστεΐνη σχετίζεται με τη στυτική δυσλειτουργία

Η συχνότητα εμφάνισης στυτικής διαταραχής αυξάνεται σημαντικά με την ηλικία του άνδρα καθώς και όταν συνυπάρχουν ορισμένοι παράγοντες κινδύνου όπως είναι η ισχαιμική καρδιοπάθεια, ο διαβήτης και η υπέρταση. Η επίπτωση της στυτικής δυσλειτουργίας επηρεάζει το 53,4% των ανδρών ηλικίας 30-80 ετών.

Ποιος είναι ο νούμερο 1 καθοριστικός παράγοντας της στυτικής δυσλειτουργίας που δεν οφείλεται στο διαβήτη; Σύμφωνα με μια μελέτη, είναι ένας όχι και τόσο γνωστός καρδιαγγειακός δείκτης που ονομάζεται ομοκυστεΐνη.

Η δυσλειτουργία της εσωτερικής στοιβάδας των αρτηριών που ονομάζεται ενδοθήλιο λόγω μειωμένης παραγωγής μονοξειδίου του αζώτου και η αυξημένη φλεγμονή, το οξειδωτικό στρες και η χαμηλή τεστοστερόνη είναι οι βασικοί μηχανισμοί που προκαλούν στυτική δυσλειτουργία.

Ορισμένες έρευνες δείχνουν ότι και η ομοκυστεΐνη μπορεί να παίζει ρόλο στη στυτική δυσλειτουργία.

Η ομοκυστεΐνη είναι ένα τοξικό μόριο που προέρχεται από το μεταβολισμό του απαραίτητου αμινοξέος μεθειονίνη το οποίο περιέχει θείο. Συνήθως, η ομοκυστεΐνη αποβάλλεται γρήγορα από το αίμα πριν προκαλέσει βλάβες στις αρτηρίες (και δημιουργήσει προβλήματα στην καρδιά και τον εγκέφαλο) αλλά σε μερικά άτομα δεν συμβαίνει αυτό λόγω έλλειψης κάποιων ενζύμων. Μια ήπια αύξηση των επιπέδων ομοκυστεΐνης (υπερομοκυστεϊναιμία) παρατηρείται στο 5-12% του γενικού πληθυσμού. Tα αυξημένα επίπεδα ομοκυστεΐνης (πάνω από 12  μmol/L) έχουν συσχετιστεί με την εξέλιξη των αθηρωματικών βλαβών στις αρτηρίες της καρδιάς.

Η ομοκυστεΐνη βρίσκεται συχνά σε υψηλά επίπεδα στο αίμα όταν υπάρχει ανεπάρκεια ορισμένων βιταμινών, του φολικού οξέος, της βιταμίνης Β6 και της βιταμίνης Β12. Επίσης όταν υπάρχει νεφρική δυσλειτουργία. Επί του παρόντος, δεν υπάρχει άμεση απόδειξη ότι η λήψη φολικού οξέος και βιταμινών Β προλαμβάνει τις καρδιακές προσβολές και τα εγκεφαλικά επεισόδια. Ωστόσο, σε μια μεγάλη πληθυσμιακή μελέτη που περιελάμβανε γυναίκες, εκείνες που είχαν τη μεγαλύτερη κατανάλωση φολικού οξέος (συνήθως με τη μορφή πολυβιταμινών) είχαν λιγότερες καρδιακές προσβολές σε σχέση με τις γυναίκες που κατανάλωναν τη λιγότερη ποσότητα φολικού οξέος.

Είναι γνωστό πως η ομοκυστεΐνη είναι ένας ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου για αγγειακή νόσο από το 1999, όταν η μια μελέτη γνωστή ως ”The Rotterdam Study’’ αξιολόγησε τη συσχέτιση του εμφράγματος του μυοκαρδίου και του εγκεφαλικού επεισοδίου με τα αυξημένα επίπεδα της ομοκυστεΐνης. Μια άλλη μελέτη (Rasouli et al) έδειξε ότι η παρουσία αυξημένων επιπέδων ομοκυστεΐνης (πάνω από 12 mmol ανά λίτρο) προβλέπει έντονα και ανεξάρτητα την εξέλιξη της καρδιαγγειακής νόσου.

Πέρα από το ρόλο της στην καρδιά, η ομοκυστεΐνη ίσως παίζει ρόλο και στην εκδήλωση της στυτικής δυσλειτουργίας. Η υπόθεση αυτή τεκμηριώθηκε αρχικά σε μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε πειραματόζωα όπου διαπιστώθηκε ότι η αυξημένη ομοκυστεΐνη επιδρά δυσμενώς στη σύνθεση του μονοξειδίου του αζώτου και έτσι επηρεάζει τη χάλαση των λείων μυϊκών κυττάρων στα σηραγγώδη σωμάτια, λειτουργία απαραίτητη για να υπάρξει μια φυσιολογική στύση. Παράλληλα αυξάνεται η φλεγμονή και το οξειδωτικό στρες. Πρόσφατα βρέθηκε ότι οι άνδρες με τιμές ομοκυστεΐνης πάνω από 12  μmol/L έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν στυτική δυσλειτουργία σε σχέση με όσους έχουν χαμηλότερες τιμές.

Tο 2006 (Demir et al) μια μελέτη εξέτασε το ρόλο της αυξημένης ομοκυστεΐνης στο αίμα σε μια ομάδα από 31 μη διαβητικούς ασθενείς. Αυτή ήταν η πρώτη μελέτη που ανίχνευσε μια σημαντική συσχέτιση μεταξύ αυτού του τοξικού μορίου με τη στυτική δυσλειτουργία. Η πιθανότητα ανάπτυξης στυτικής δυσλειτουργίας ήταν σημαντική όταν τα επίπεδα της ομοκυστεΐνης ήταν μεγαλύτερα από 12,1 mmol/L.

Ορισμένοι ερευνητές προτείνουν τα τελευταία χρόνια την προληπτική μέτρηση της ομοκυστεΐνης στον γενικό πληθυσμό, όπως συμβαίνει σήμερα με τη χοληστερίνη και τις τιμές του σακχάρου του αίματος.

Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν οδηγίες για τη μέτρηση της ομοκυστεΐνης ως εξέταση ρουτίνας σε ασθενείς με μη καρδιακές παθήσεις, όπως στην περίπτωση της στυτικής δυσλειτουργίας. Κατά συνέπεια χρειάζεται περισσότερη έρευνα ως προς τη κλινική σημασία και την προγνωστική αξία της ομοκυστεΐνης για τον άνδρα που εμφανίζει στυτική δυσλειτουργία.

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Δείτε επίσης