Διαβητική Νευροπάθεια

Ως Διαβητική Νευροπάθεια (ΔΝ) χαρακτηρίζεται η παρουσία συμπτωμά­των ή/και σημείων δυσλειτουργίας των νεύρων σε άτομα με διαβήτη μετά από αποκλεισμό άλλων αιτίων νευροπάθειας.

Η συχνότητα νευροπάθειας από άλλα αίτια, τα οποία συνήθως είναι αλκοολισμός, έλλειψη βιταμίνης Β12 και βλάβες νεύρων από πίεση (σύνδρομο παγί­δευσης νεύρων, όπως π.χ. το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα, τα οποία εμφανίζονται με αυξημένη συχνότητα στον διαβήτη), ανέρχεται σε ποσοστό περίπου­ 10%. Επομένως ο έλεγχος για τον αποκλεισμό τους δεν πρέπει να παραλείπεται.

Δεν υπάρχουν παθογνωμονικά ευρήματα για τη Διαβητική Νευροπάθεια και ως εκ τούτου τα χρησιμοποιούμενα διαγνωστικά κριτήρια συχνά μεταβάλλονται και ποικί­λλουν, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν ακριβή στοιχεία για τη συχνότητα της Διαβητικής Νευροπάθειας. Ως εκ τούτου, η αναφερόμενη στις διάφορες μελέτες συχνότητα Διαβητικής Νευροπάθειας κυμαίνεται από 20-50% ή και περισσότερο.

Ταξινόμηση – Παθογένεια

Δεν υπάρχει ομοφωνία στη διεθνή βιβλιογραφία για την ταξινόμηση και την παθογένεια της Διαβητική Νευροπάθειας:

Κατά την πιο πρακτική από κλινικής πλευράς ταξινόμηση, η ασθένεια διακρίνεται σε:

  • Συμμετρική Αισθητικοκινητική ή Περιφερική Νευροπάθεια (ΣΠΝ)
  • Νευροπάθεια του Αυτόνομου Νευρικού Συστήματος (ΝΑΝΣ)
  • Ειδικά Σύνδρομα (Μονονευροπάθεια εστιακή ή πολυεστιακή – Επώδυνη Νευροπάθεια – Διαβητική Μυατροφία –  Θωρακοκοιλιακή Νευροπάθεια –  Οξεία Νευροπάθεια λόγω ταχείας ρύθμισης της γλυκαιμίας).

Μερικές οξείες μορφές της Διαβητικής Νευροπάθειας εμφανίζονται οξέως και είναι αναστρέψιμες, ενώ οι συχνότερες είναι προοδευτικές μορφές και χρόνιες, με λανθάνουσα έναρξη όπου δεν παρατηρείται επάνοδος της λειτουργίας των νευρικών στε­ λεχών στα φυσιολογικά επίπεδα, δηλαδή οι βλάβες είναι μη αναστρέψιμες.

Η παθογένεια της Διαβητική Νευροπάθειας δεν είναι απόλυτα διευκρινισμένη, αλλά σ’ αυτήν συμ­μετέχουν διαταραχές του μεταβολισμού και της αιμάτωσης των νεύρων.

Συμμετρική Αισθητικοκινητική ή Περιφερική Νευροπάθεια

Προσβάλλει τα περιφερικά νεύρα συμμετρικά, κυρίως των κάτω άκρων και ειδικότερα των άκρων ποδών με κατανομή «κάλτσας», αλλά -σε προχω­ρημένα στάδια- και των άνω άκρων με κατανομή «γαντιών». Είναι κατά κύ­ριο λόγο αισθητικού τύπου, αλλά προϊόντος του χρόνου μπορεί να εμφανισθούν και βλάβες κινητικού τύπου

Η μειωμένη αισθητικότητα αφορά τις αισθήσεις του πόνου, της αφής, του ψυχρού – θερμού και των δονήσεων, με αποτέλεσμα την αύξηση του κιν­ δύνου τραυματισμών και δημιουργίας ελκών.

Οι κινητικού τύπου βλάβες εκδηλώνονται ως μυϊκή αδυναμία και μυϊκή ατρο­φία, με συχνά συνοδό παραμόρφωση του άκρου ποδός.

Διάγνωση

Η διάγνωση βασίζεται σε ένα συνδυασμό συμπτωμάτων και σημείων:

Συμπτώματα (στο 85% των ασθενών απόντα ή αβληχρά). Χαρακτηριστική είναι η έλλειψη αισθητικότητας ιδιαίτερα στα κάτω άκρα.

O ασθενής συνήθως δεν έχει επίγνωση της απώλειας της αισθητικότητας και μπορεί να αναφέρει αίσθημα «νεκρού ποδιού» ή «μουδιάσματα». Αποτέλεσμα τούτου είναι η διάγνωση της ΣΠΝ να γίνεται ενίοτε με την εμφάνιση έλκους. Τα συνήθη συμπτώματα (όταν υπάρχουν) περιλαμβάνουν:

  • Παραισθησίες
  • Υπεραισθησίες
  • Αιμωδίες
  • Καυσαλγίες
  • Αίσθημα θερμότητας και επώδυνη αίσθηση στην επαφή με τα κλινοσκε­πάσματα (αλλοδυνία)
  •  Διαξιφιστικά άλγη
  • Άλγος στον άκρο πόδα και τις κνήμες.

Όλα τα είδη του νευροπαθητικού πόνου εμφανίζουν συνήθως επίταση κατά τη νύκτα.

Σημεία

  • Μείωση ή κατάργηση των αχίλλειων αντανακλαστικών
  • Μείωση της αίσθησης του πόνου (έλεγχος με νυγμό)
  • Μείωση της αίσθησης πίεσης (έλεγχος με μονοϊνίδιο 10 γρ.)
  • Μείωση της αίσθησης της αφής (έλεγχος με τολύπιο βάμβακος)
  • Μείωση της εν τω βάθει αισθητικότητας (έλεγχος της παλλαισθησίας με διαπασών 128 Hz)
  • Μείωση της αίσθησης και της ικανότητας διάκρισης του θερμού – ψυχρού (έλεγχος με θερμό και ψυχρό αντικείμενο)
  •  Η διαπίστωση δύο τουλάχιστον παθολογικών σημείων και αφού αποκλεισθεί η πιθανότητα ύπαρξης άλλης αιτιολογίας νευροπάθειας, θέτει τη διάγνωση της Διαβητικής Νευροπάθειας.

Συστάσεις για τον έλεγχο και τη διάγνωση

Πρέπει να ελέγχονται για την ύπαρξη Συμμετρικής Αισθητικοκινητικής ή Περιφερειακής Νεφροπάθειας) με έναρξη του ελέγχου κατά τη διάγνωση του διαβήτη τύπου 2 και 5 έτη μετά τη διάγνωση του διαβήτη τύπου 2 και στη συνέχεια τουλάχιστον κάθε χρόνο.

Να σκεφτόμαστε τον έλεγχο σε άτομα με προδιαβήτη που έχουν συμπτώ­ματα Συμμετρικής Αισθητικοκινητικής ή Περιφερειακής Νεφροπάθειας

Ο έλεγχος των ασθενών πρέπει να περιλαμβάνει προσεκτική λήψη ιστορι­ κού καθώς και εξέταση της λειτουργίας των μικρών (αντίληψη είτε της θερ­ μοκρασίας είτε του άλγους) και των μεγάλων νευρικών ινών (αντίληψη της παλλαισθησίας με διαπασών 128 Hz). Όλοι οι ασθενείς πρέπει να ελέγχονται κάθε χρόνο με μονοϊνίδιο 10 γραμμαρίων με σκοπό την εκτίμηση του κινδύνου των ποδιών για εξέλκωση και ακρωτηριασμό.

Ο ηλεκτροφυσιολογικός έλεγχος ή η παραπομπή σε νευρολόγο σπάνια χρειάζονται για τον έλεγχο, εκτός από καταστάσεις όπου η κλινική εικόνα είναι άτυπη, η διάγνωση είναι ασαφής ή υποψιαζόμαστε διαφορετική αιτιολογία. Τα άτυπα κλινικά γνωρίσματα περιλαμβάνουν προσβολή καθ’ υπεροχή του κινητικού έναντι του αισθητικού μηχανισμού, απότομη έναρξη ή ασύμμετρη κατανομή

Ειδικά Σύνδρομα

Μονονευροπάθειες

Μπορεί να είναι μονοεστιακές ή πολυεστιακές. Προσβάλλονται οι εγκεφαλικές συζυγίες (συχνότερα το κοινό κινητικό, το τροχιλιακό, το απαγωγό και το προσωπικό) και περιφερικά νεύρα (συχνό­ τερα το μέσο νεύρο, το ωλένιο, κερκιδικό και περονιαίο).

Η προσβολή αποδίδεται κυρίως σε ισχαιμία του νεύρου και εκδηλώνεται υπό μορφή παράλυσης των νευρουμένων μυών, η οποία εμφανίζεται αιφνιδίως.

Δεν υπάρχει ειδική θεραπευτική αγωγή. Οι παραλύσεις διαρκούν περίπου 3 μήνες και συνήθως υποχωρούν αφ’ εαυτών. Όμως, η καλή γλυκαιμική ρύθμιση μπορεί να επιταχύνει την αποκατάσταση.

Επώδυνη νευροπάθεια

Τη χαρακτηρίζει η ύπαρξη συμπτωμάτων όπως τα προαναφερθέντα αλλά γενικά μεγαλύτερης έντασης (παραισθησίες, δυσαισθησίες), ποικίλης βα­ρύτητας, με συμμετρική συνήθως εντόπιση, που συχνά οδηγεί σε αϋπνία, κατάθλιψη και ενίοτε σε απώλεια βάρους.

Μπορεί να εμφανιστεί αιφνιδίως μετά από περιόδους μεγάλης απορρύθμι σης της γλυκόζης (π.χ. κετοξέωση).

Το άλγος επιδεινώνεται κατά τη νύκτα, και ειδικά κατά την επαφή με τα κλι­ νοσκεπάσματα.

Μπορεί να εμφανίζεται ανεξάρτητα από την παρουσία των άλλων μορφών Διαβητικής Νευροπάθειας ή να συνυπάρχει με αυτές και κυρίως με τη Συμμετρικής Αισθητικοκινητικής ή Περιφερειακής Νεφροπάθειας.

Δεν υπάρχει αιτιολογική θεραπευτική αγωγή. Το άλγος αντιμετωπίζεται συμπτωματικά με τη χορήγηση αγωγής, όπως αναφέρεται στη συνέχεια. Η μορφή αυτή νευροπάθειας συνήθως υποχωρεί αφ’ εαυτής εντός 6-12 μηνών.

Διαβητική μυατροφία

Εμφανίζεται με πόνο στον ένα ή μερικές φορές και στους δύο μηρούς, συ νήθως συνοδευόμενο από εκσεσημασμένη μυϊκή ατροφία, η οποία οδηγεί σε αδυναμία βάδισης, αναπηρία, κατάθλιψη και μεγάλη απώλεια βάρους.

Είναι πιο συχνή στους άνδρες με διαβήτη τύπου 2, ηλικίας άνω των 60 ετών και στις περισσότερες περιπτώσεις δεν σχετίζεται με τη διάρκεια του διαβήτη.

Δεν υπάρχει ειδική θεραπευτική αγωγή. Αντιμετωπίζεται το άλγος φαρμακευτικά και η νευροπάθεια αυτή υποχωρεί αφ’ εαυτής μετά από 6-12 μήνες.

Θωρακοκοιλιακή νευροπάθεια

Εκδηλώνεται με καυστικό άλγος, προσομοιάζον προς το ερπητικό, προοδευτικά επιδεινούμενο, που εντοπίζεται στο κατώτερο πλάγιο θωρακικό ή στο ανώτερο κοιλιακό τοίχωμα και οφείλεται σε προσβολή θωρακικών ριζών. Μερικές φορές συνοδεύεται με σημαντική απώλεια βάρους, μέχρι και 30 κιλά.

Παρατηρείται τόσο στο διβήτη τύπου 1 όσο και στο διαβήτη τύπου 2 και προσβάλλει συχνότερα άνδρες ηλικίας άνω των 50 ετών.

Δεν υπάρχει ειδική θεραπευτική αγωγή. Αντιμετωπίζεται ο πόνος φαρμα­κευτικά και η νευροπάθεια αυτή υποχωρεί αφ’ εαυτής μετά από 6-12 μήνες.

Οξεία νευροπάθεια λόγω ταχείας ρύθμισης της γλυκαιμίας

Αναπτύσσεται μερικές εβδομάδες μετά την ταχεία ρύθμιση της γλυκαιμίας, κυρίως με ινσουλίνη, σε επί μακρόν αρρύθμιστους ασθενείς.

Ο πόνος εμφανίζει συμμετρική εντόπιση και συνήθως δεν προϋπάρχει Συμμετρική Αισθητικοκινητική ή Περιφερειακή Νεφροπάθεια.

Ο τύπος αυτός της Διαβητικής Νευροπάθεια εμφανίζεται σπανίως, η δε εμφάνισή του μετά από οξεία ρύθμιση της γλυκαιμίας δεν αναιρεί την αξία και την ανάγκη καλής γλυκαιμικής ρύθμισης.

Δεν υπάρχει ειδική θεραπευτική αγωγή. Αντιμετωπίζεται το άλγος φαρμα κευτικά και η νευροπάθεια αυτή υποχωρεί αφ’ εαυτής μετά από 6-12 μήνες.

Παρακολούθηση των διαβητικών για ΣΠΝ

Όλοι οι ασθενείς πρέπει να ελέγχονται για Συμμετρική Αισθητικοκινητική ή Περιφερειακή Νεφροπάθεια κατά τη διάγνωση του διαβήτη τύπου 2, 5 έτη μετά τη διάγνωση του διαβήτη τύπου 1 και έκτοτε τουλάχιστον ετησίως με αναζή­τηση των χαρακτηριστικών συμπτωμάτων και σημείων.

Η έλλειψη συμπτωμάτων δεν αποκλείει την ύπαρξη Συμμετρικής Αισθητικοκινητικής ή Περιφερειακής Νεφροπάθειας.

Θεραπεία της ΣΠΝ

Ειδική θεραπεία για τη δυσλειτουργία των νεύρων δεν υπάρχει.

Η όσο το δυνατόν πιο έγκαιρη επίτευξη και διατήρηση βέλτιστης γλυκαιμι­κής ρύθμισης προλαμβάνει την εμφάνιση και επιβραδύνει την εξέλιξη της ΣΠΝ σε άτομα με διαβήτη τύπου 1 και συνιστάται σε αυτά. Η βέλτιστη γλυκαιμική ρύθμιση μπορεί να προλάβει την εμφάνιση και να επιβραδύνει την εξέλιξη της Συμμετρικής Αισθητικοκινητικής ή Περιφερειακής Νεφροπάθειας σε άτομα με διαβήτη τύπου 2.

Σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και πιο προχωρημένη νόσο με πολλαπλούς παράγο­ντες κινδύνου και συννοσηρότητες, η εντατική γλυκαιμική ρύθμιση παρου σιάζει μέτρια αποτελεσματικότητα στην πρόληψη της εμφάνισης της ΣΠΝ και μπορούν να αναζητηθούν ασθενοκεντρικοί στόχοι.

Υγιεινοδιαιτητική παρέμβαση συνιστάται για την πρόληψη της εμφάνισης της ΣΠΝ σε ασθενείς με προδιαβήτη/μεταβολικό σύνδρομο και διαβήτη τύπου 2.

Ειδικότερα στην Επώδυνη Νευροπάθεια, η άριστη ρύθμιση συμβάλλει στη μείωση του πόνου και επιταχύνει την υποχώρηση της νόσου.

Για την αντιμετώπιση των επώδυνων συμπτωμάτων προτείνεται αρχική αγωγή με το αντικαταθλιπτικό δουλοξετίνη ή το αντιεπιληπτικό πρεγκαμπα­λίνη.

Το αντιεπιληπτικό γκαμπαπεντίνη μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί στην αρχική αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των ασθενών, τις συννοσηρότητες και τις πιθανές αλληλεπιδράσεις φαρμάκων.

Τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά είναι αποτελεσματικά για το νευροπαθητικό πόνο στο διαβήτη, αλλά πρέπει να χρησιμοποιούνται με ιδιαίτερη προσοχή λόγω του υψηλού κινδύνου σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών.

Τα οπιοειδή, συμπεριλαμβανομένης της τραμαδόλης και της ταπενταδόλης, δεν συνιστώνται ως αναλγητική θεραπεία πρώτης ή δεύτερης γραμμής λόγω του υψηλού κινδύνου εθισμού και άλλων επιπλοκών.

  • Δουλοξετίνη: Δόση έναρξης 60 mg, σε εφάπαξ χορήγηση, που συνή­ θως είναι επαρκής στις περισσότερες περιπτώσεις. Μέγιστη δόση 120 mg ημερησίως. Μείωση του άλγους αρχίζει να εμφανίζεται μετά από 1 εβδομάδα.
  • Πρεγκαμπαλίνη: Δόση έναρξης 150 mg/ημέρα, η οποία κατανέμεται σε 2-3 λήψεις. Τιτλοποίηση ανά 2-4 εβδομάδες μέχρι ημερήσια δόση 300 mg. Βελτίωση αναμένεται σε 1 εβδομάδα.
  •  Γκαμπαπεντίνη: Έχει χρησιμοποιηθεί με δόση έναρξης 300 mg/ημερησίως, σταδιακή αύξηση ανά 2-3 ημέρες, και μέγιστη ημερήσια χορήγηση 3.600 mg/ημερησίως κατανεμημένη σε τρεις δόσεις, αλλά με διφορούμενα αποτελέσματα.
  • Μετά την ύφεση του άλγους δοκιμάζεται σταδιακή μείωση και διακοπή του φαρμάκου. 
  • Τοπική εφαρμογή κρέμας καψαϊσίνης 0.025-0.075% τρεις-τέσσερις φορές ημερησίως μπορεί να μειώσει σε μερικές περιπτώσεις τον πόνο.

Νευροπάθεια του Αυτόνομου Νευρικού Συστήματος

Χαρακτηρίζεται από δυσλειτουργία των νεύρων του Συμπαθητικού και Πα­ρασυμπαθητικού χωρίς εμφανή κλινική εικόνα ή με εκδηλώσεις από διάφορα­ όργανα. Συνήθως συνυπάρχει με τη ΣΠΝ και η συχνότητά της αυξάνεται με τη διάρκεια του διαβήτη και αφορά περίπου 29% των διαβητικών.

Οι κλινικές εκδηλώσεις περιλαμβάνουν:

Ταχυκαρδία στην ηρεμία (>100 σφύξεις ανά λεπτό).

Μειωμένη ικανότητα για άσκηση με αίσθημα αδυναμίας και εύκολη κόπωση. Σε αυτό συμβάλλει κατ’ αρχήν η μειωμένη δυνατότητα μεταβολής της καρδιακής συχνότητας κατά τη διάρκεια της άσκησης καθώς επίσης και η διαστολική δυσλειτουρία της αριστερής κοιλίας της καρδιάς.

Ορθοστατική υπόταση που μπορεί να συνοδεύεται από ζάλη, αδυνα­μία, κόπω­ση, συγκοπτικές κρίσεις, τα οποία ενδέχεται να επιτείνονται από τη χρήση αντι­υπερτασικών, αντιεπιληπτικών ή τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών­ φαρμάκων.

Σιωπηλή ισχαιμία και έμφραγμα του μυοκαρδίου.

Δυσκοιλιότητα, η οποία μπορεί να εναλλάσσεται με διάρροια, ιδιαίτερα νυκτερινή. Σπανίως εμφανίζεται και ακράτεια κοπράνων.

Γαστροπάρεση: Συμπτώματα από το ανώτερο πεπτικό, όπως άλγος, αίσθημα πληρότητας, ναυτία, έμετος, ερυγές, γαστρικός παφλασμός επί νηστείας που δεν μπορούν να αποδοθούν σε άλλα αίτια, εάν μάλιστα συνοδεύονται από ανεξήγητες διακυμάνσεις του σακχάρου στο αίμα, προσανατολίζουν στη διάγνωση της γαστροπάρεσης.

Στυτική δυσλειτουργία ή/και παλίνδρομη εκσπερμάτιση.

Απουσία των εκδηλώσεων του αυτόνομου νευρικού συστήματος (τα­ χυκαρδία, εφίδρωση κτλ) κατά τη διάρκεια υπογλυκαιμικών επεισοδίων.

Διαταραχές της έκκρισης του ιδρώτα:

  • Γευστική εφίδρωση, η οποία εκδηλώνεται με εφίδρωση στην κεφαλή και τον τράχηλο κατά την κατανάλωση τυριού ή τροφής πλούσιας σε καρυκεύματα. Θεωρείται σχεδόν παθογνωμονικό εύρημα για τη ΝΑΝΣ (Νευροπάθεια του Αυτόνομου Νευρικού Συστήματος).
  • Υπεριδρωσία, στα αρχικά στάδια, συμμετρικά στα κάτω άκρα.
  • Ανιδρωσία, σε προχωρημένα στάδια, με ξηρότητα του δέρματος ιδιαίτερα­ στα κάτω άκρα, η οποία σε συνδυασμό με την έλλειψη αισθητικότητας και μικρούς τραυματισμούς μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία έλκους.
  • Νευρογενής ουροδόχος κύστη, η ύπαρξη της οποίας εκδηλώνεται με έλλειψη της αντίληψης για ούρηση, κατακράτηση ούρων, ακράτεια, υποτροπιάζουσες λοιμώξεις.
  • Διαταραχές στην προσαρμογή της κόρης στις απότομες μεταβολές του φωτός, θάμβος οράσεως.
  • Η διάγνωση της νευροπάθειας του αυτόνομου νευρικού συστήματος γίνεται στις περισσότερες περιπτώσεις από το ιστορικό και τις κλινικές εκδηλώσεις, τα οποία αναζητούνται τόσο κατά την τακτική παρακολούθηση όσο και σε περιπτώσεις επικείμενης χειρουργικής επέμβασης.

Έλεγχος και διάγνωση

Όλοι οι ασθενείς πρέπει να ελέγχονται για την ύπαρξη εκδηλώσεων της ΝΑΝΣ κατά τη διάγνωση του ΣΔ και έκτοτε ετησίως. Σε περίπτωση που δι­ απιστώνονται εκδηλώσεις ΝΑΝΣ διενεργούνται δοκιμασίες ελέγχου.

Τα συμπτώματα και σημεία της Νευροπάθειας του Αυτόνομου Νευρικού Συστήματος πρέπει να αναζητώνται σε ασθενείς με επιπλοκές μικροαγγειοπάθειας.

Όταν διαπιστώνονται συμπτώματα ή σημεία νευροπάθειας του καρδιοαγ­γειακού συστήματος (ΝΚΣ), πρέπει να διενεργούνται δοκιμασίες ελέγχου για να αποκλειστούν άλλες συννοσηρότητες και επιδράσεις/αλληλεπιδρά­σεις φαρμάκων που μπορούν να μιμηθούν τη ΝΚΣ.

Πρέπει να σκεφτόμαστε τον έλεγχο για συμπτώματα και σημεία ΝΚΣ σε ασθενείς με ανεπίγνωστη υπογλυκαιμία.

Νευροπάθεια του καρδιοαγγειακού συστήματος (ΝΚΣ)

Η νευροπάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος της καρδιάς σχετίζε­ται με αυξημένη καρδιοαγγειακή θνησιμότητα και με αυξημένη περιεγχειρητική νοσηρότητα και θνησιμότητα.

Επειδή η παρουσία συμπτωμάτων ή και σημείων (κυρίως συμπτωμάτων ορθοστατικής υπότασης και μη ερμηνευόμενη ταχυκαρδία) δεν συνιστά επαρκές κριτήριο για τη διάγνωση της ΝΚΣ συνιστώνται συμπληρωματικά περαιτέρω ειδικές δοκιμασίες ελέγχου.

Δοκιμασίες ελέγχου ΝΚΣ

Έλεγχος συμπαθητικού

Έλεγχος για ορθοστατική υπόταση.

Μέτρηση της Αρτηριακής Πίεσης στην ύπτια θέση και 1 λεπτό μετά από απότομη έγερση στην όρθια θέση. Παθολογική θεωρείται η πτώση της συστολικής πίεσης >20 mm Hg. Συνήθως η δοκιμασία αυτή είναι παθολογική σε προχωρημένα στάδια ΝΚΣ.

Έλεγχος παρασυμπαθητικού

Δοκιμασία διακύμανσης της καρδιακής συχνότητας κατά τη διάρκεια βα­θιάς αναπνοής.

Παθολογική θεωρείται η δοκιμασία, όταν η διαφορά της καρδιακής συχνό­τητας μεταξύ εισπνοής και εκπνοής είναι <10 σφύξεις ανά λεπτό (φυσιολο γικά >15) ή η σχέση του διαστήματος R-R εκπνοής/εισπνοής είναι <1.17.

Δοκιμασία μεταβλητότητας της καρδιακής συχνότητας.

Η μεταβλητότητα εκτιμάται με συνεχή καταγραφή του ΗΚΓ κατά την έγερση από την ύπτια στην όρθια θέση και τον υπολογισμό του λόγου του R-R διαστήματος κατά τον 30ό και 15ο καρδιακό παλμό μετά την έγερση (30:15 index). Παθολογική θεωρείται η δοκιμασία όταν ο λόγος είναι <1.04.

Έλεγχος συμπαθητικού-παρασυμπαθητικού

Δοκιμασία Valsalva (Valsalva index) υπό ηλεκτροκαρδιογραφική καταγραφή.

Υπολογίζεται ο λόγος του μεγαλυτέρου R-R διαστήματος μετά τη δοκιμασία προς το μικρότερο R-R διάστημα κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας. Παθολογική θεωρείται η δοκιμασία όταν η σχέση μεγαλύτερου/μικρότερου R-R διαστήματος είναι <1.2. Πρέπει να αποφεύγεται σε άτομα με σημαντικού βαθμού αμφιβληστροειδοπάθειας υποστρώματος και οπωσδήποτε στην παραγωγική.

Για την επιβεβαίωση της διάγνωσης του ΝΚΣ απαιτείται να είναι παθολο γικές δύο δοκιμασίες.

Η καλή γλυκαιμική ρύθμιση προλαμβάνει την εμφάνιση ή/και καθυστερεί την εξέλιξη της Διαβητικής Νευροπάθειας του ΑΝΣ. Επίσης, η πολυπαραγοντική θεραπευτική αντιμετώπιση όλων των παραγόντων κινδύνου για καρδιοαγγειακά επεισόδια συμβάλλει στη μείωση της συχνότητας της ΝΚΣ.

Θεραπεία

Η όσο το δυνατόν πιο έγκαιρη επίτευξη και διατήρηση βέλτιστης γλυκαιμικής ρύθμισης προλαμβάνει την εμφάνιση και επιβραδύνει την εξέλιξη της ΝΚΣ σε άτομα διαβήτη τύπου 1.

Χρειάζεται να σκεφτούμε την πολυπαραγοντική αντιμετώπιση που στοχεύ­ει τόσο την υπεργλυκαιμία όσο και τους άλλους παράγοντες κινδύνου, για να προλάβουμε την εμφάνιση της ΝΚΣ στον διαβήτη τύπου 2.

Όλες οι μέθοδοι αντιμετώπισης της νευροπάθειας δεν επηρεάζουν την εγκατεστημένη βλάβη στα νεύρα, αλλά σκοπό έχουν τη βελτίωση της συμπτωματολογίας και της ποιότητας ζωής των ασθενών.

Η γαστροπάρεση μπορεί να βελτιωθεί με αλλαγή στη δίαιτα και φάρμακα που προάγουν την κινητικότητα του στομάχου, όπως η ερυθρομυκίνη και η μετοκλοπραμίδη.

Η δυσκοιλιότητα αντιμετωπίζεται με δίαιτα υψηλής περιεκτικότητας σε φυτικές ίνες, ωσμωτικά καθαρτικά και φάρμακα που προάγουν την κινητικότητα του εντέρου, όπως η μετοκλοπραμίδη.

Η διάρροια αντιμετωπίζεται με αντιδιαρροϊκά, τετρακυκλίνη και αποφυγή γλυκαντικών που περιέχουν σορβιτόλη.

Η στυτική δυσλειτουργία μπορεί να βελτιωθεί με αναστολείς της φωσφο­διεστεράσης 5 (σιλντεναφίλη, βαρντεναφίλη ή τανταλαφίλη). Σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθούν συσκευές κενού, χορήγηση προσταγλανδίνης ενδοουρηθρικά, ενέσεις προσταγλανδίνης στο ανδρικό μόριο ή χειρουργικές προθέσεις.

Πηγή: Ελληνική Διαβητολογική Εταιρεία, Κατευθυντήριες Οδηγίες 2017.

Δείτε επίσης