Πολλαπλoύν μυέλωμα: Η λεναλιδομίδη διαθέσιμη ως μονοθεραπεία και στην Ελλάδα

Η διεθνής φαρμακευτική εταιρεία Celgene International Sàrl, θυγατρική της Celgene Corporation, ανακοίνωσε μέσω της GENESIS Pharma, του αποκλειστικού της συνεργάτη στην Ελλάδα, πως η λεναλιδομίδη ως μονοθεραπεία συντήρησης ενηλίκων ασθενών με νεοδιαγνωσθέν πολλαπλούν μυέλωμα που έχουν υποβληθεί σε αυτόλογη μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων είναι πλέον διαθέσιμη και στη χώρα μας.

Η επέκταση της ένδειξης έρχεται ως συνέχεια της έγκρισης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον περασμένο Φεβρουάριο. Η λεναλιδομίδη είναι η πρώτη και μοναδική εγκεκριμένη θεραπεία συντήρησης για αυτούς τους ασθενείς.

Η Άδεια Κυκλοφορίας της λεναλιδομίδης έχει επικαιροποιηθεί και συμπεριλαμβάνει τη νέα αυτή ένδειξη, η οποία προστίθεται στις υφιστάμενες ενδείξεις για το πολλαπλούν μυέλωμα ως συνδυαστική θεραπεία, είτε για ασθενείς που δεν είναι κατάλληλοι για μεταμόσχευση και είναι νεοδιαγνωσθέντες, είτε για όσους έχουν λάβει τουλάχιστον μία προηγούμενη θεραπεία.

Το πολλαπλούν μυέλωμα είναι ένας ανίατος και απειλητικός για τη ζωή αιματολογικός καρκίνος, ο οποίος χαρακτηρίζεται από κλωνική υπερπλασία και καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος. Είναι μία σπάνια αλλά θανατηφόρα νόσος: περίπου 39.000 άνθρωποι διαγιγνώσκονται με πολλαπλούν μυέλωμα στην Ευρώπη, ενώ περίπου 24.000 ασθενείς καταλήγουν από τη νόσο ετησίως. Η διάμεση ηλικία διάγνωσης στην Ευρώπη είναι τα 65-70 έτη. Στην Ευρώπη, ασθενείς με καλή φυσική και κλινική κατάσταση, θεωρούνται κατά κανόνα κατάλληλοι για αυτόλογη μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων.4

Για τους νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς που είναι κατάλληλοι για μεταμόσχευση, οι βασικοί θεραπευτικοί στόχοι είναι η καθυστέρηση της εξέλιξης του πολλαπλού μυελώματος και τελικά η επίτευξη και διατήρηση ελέγχου της νόσου σε βάθος χρόνου.5 Αυτοί οι ασθενείς συνήθως λαμβάνουν μια αρχική θεραπεία εφόδου και χημειοθεραπεία με υψηλή δόση μελφαλάνης ακολουθούμενη από αυτόλογη μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων. Αυτή η θεραπευτική προσέγγιση αποτελεί τη θεραπεία εκλογής για περισσότερο από μία εικοσαετία.6 Λαμβάνοντας υπόψη ότι, περισσότεροι από τους μισούς ασθενείς υποτροπιάζουν εντός 2 έως 3 ετών μετά την αυτόλογη μεταμόσχευση,7,8 η έγκριση μίας θεραπείας συντήρησης μετά τη μεταμόσχευση που μπορεί να καθυστερήσει την εξέλιξη της νόσου αποτελεί μια σημαντική πρόοδο για αυτούς τους ασθενείς.

Ο Δρ. Μελέτιος Α. Δημόπουλος, Καθηγητής Αιματολογίας Ε.Κ.Π.Α., Διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής Πανεπιστημίου Αθηνών, Νοσοκομείου «Αλεξάνδρα» δήλωσε: «Το πολλαπλούν μυέλωμα είναι μία σχετικά συχνή νεοπλασία που οφείλεται στην αύξηση των πλασματοκυττάρων του μυελού των οστών. Μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα από τα οστά και τους νεφρούς, ενώ συχνά συνδυάζεται με αναιμία. Οι θεραπευτικές εξελίξεις στο πολλαπλούν μυέλωμα την τελευταία εικοσαετία είναι πολύ σημαντικές και έχουν οδηγήσει σε μεγάλη αύξηση των ποσοστών επιβίωσης των ασθενών. Παρά το γεγονός αυτό, πολλοί ασθενείς υποτροπιάζουν μετά την επίτευξη της αρχικής ύφεσης. Επομένως, είναι σημαντικό να υπάρξουν θεραπευτικές προσεγγίσεις που να παρατείνουν την πρώτη ύφεση όσο γίνεται περισσότερο. Αυτό είναι επιθυμητό τόσο στους ηλικιωμένους ασθενείς που αντιμετωπίζονται χωρίς μεγαθεραπεία όσο και στους νεότερους ασθενείς μετά από μεγαθεραπεία και αυτόλογη μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων».

Ο Δρ. Ευάγγελος Τέρπος, Αναπληρωτής Καθηγητής Αιματολογίας Ε.Κ.Π.Α., Θεραπευτική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών, Νοσοκομείου «Αλεξάνδρα» ανέφερε: «Μετά την αυτόλογη μεταμόσχευση, οι περισσότεροι ασθενείς θα εμφανίσουν και πάλι υποτροπή ή εξέλιξη της νόσου. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα κλινικών δοκιμών, η λεναλιδομίδη ως θεραπεία συντήρησης μετά από μεταμόσχευση μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο της υποτροπής, να καθυστερήσει την εξέλιξη της νόσου και να παρατείνει σημαντικά τη συνολική επιβίωση με ένα ευνοϊκό προφίλ ασφάλειας και ανοχής σε βάθος χρόνου».

Ο Tuomo Pätsi, Πρόεδρος, Διεθνείς Αγορές, Τομέας Αιματολογίας & Ογκολογίας της Celgene ανέφερε: «Είμαστε στην ευχάριστη θέση να παρέχουμε μία θεραπευτική επιλογή σε ασθενείς με πολλαπλούν μυέλωμα για τους οποίους δεν υπήρχε κανένα εγκεκριμένο φάρμακο ως θεραπεία συντήρησης μετά από αυτόλογη μεταμόσχευση. Η πρόσφατη αυτή έγκριση υπογραμμίζει το σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει η λεναλιδομίδη στη θεραπεία του πολλαπλού μυελώματος, επεκτείνοντας τη χρήση της σε ολόκληρο το φάσμα της νόσου και καταδεικνύοντας τη δέσμευσή μας απέναντι στους ασθενείς που πάσχουν από τη νόσο. Συνεχίζουμε να επενδύουμε στον τομέα της έρευνας και ανάπτυξης, προσπαθώντας να μετατρέψουμε το πολλαπλούν μυέλωμα και άλλα νοσήματα που σήμερα θεωρούνται ανίατα σε διαχειρίσιμες παθήσεις».

Αποτελέσματα κλινικών μελετών

Η έγκριση της λεναλιδομίδης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως μονοθεραπεία συντήρησης μετά από αυτόλογη μεταμόσχευση βασίστηκε στα αποτελέσματα δύο μελετών από συνεργατικές ομάδες, της μελέτης CALGB 1001049 και της μελέτης IFM 2005-02.10

• Η CALGB 100104 ήταν μία ελεγχόμενη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική μελέτη φάσης III σε 460 ασθενείς με νεοδιαγνωσθέν πολλαπλούν μυέλωμα που είχαν υποβληθεί σε αυτόλογη μεταμόσχευση και λάμβαναν συνεχή θεραπεία συντήρησης με λεναλιδομίδη άπαξ ημερησίως ή εικονικό φάρμακο έως την εμφάνιση υποτροπής ή δυσανεξίας.

• Η μελέτη IFM 2005-02 ήταν μία διεθνής, ελεγχόμενη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική μελέτη φάσης III, σε 614 νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς με πολλαπλούν μυέλωμα που τυχαιοποιήθηκαν σε σχήμα εδραίωσης με μονοθεραπεία λεναλιδομίδης για 2 μήνες μετά την αυτόλογη μεταμόσχευση, ακολουθούμενο από θεραπεία συντήρησης με λεναλιδομίδη άπαξ ημερησίως ή με εικονικό φάρμακο έως την εμφάνιση υποτροπής ή δυσανεξίας.
Και στις δύο μελέτες, το κύριο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου από τη μεταμόσχευση έως την ημερομηνία εξέλιξης της νόσου ή θανάτου, όποιο από τα δύο συνέβαινε νωρίτερα. Η μονοθεραπεία με λεναλιδομίδη ως θεραπεία συντήρησης μετά τη μεταμόσχευση μείωσε σημαντικά τον κίνδυνο εξέλιξης της νόσου ή θανάτου, έχοντας ως αποτέλεσμα την άρση του τυφλού των μελετών με βάση την ικανοποίηση του προκαθορισμένου ορίου ανωτερότητας στην ενδιάμεση ανάλυση. Η επικαιροποιημένη επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου, με καταληκτική ημερομηνία την 1η Φεβρουαρίου 2016, εξακολουθεί να καταδεικνύει πλεονέκτημα ως προς την επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου:

• CALGB 100104: μετά από 81,6 μήνες παρακολούθησης, η διάμεση επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου ήταν 56,9 μήνες (95% CI 41,9 / 71,7) στο σκέλος της λεναλιδομίδης έναντι 29,4 μηνών (95% CI 20,7 / 35,5) στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου (HR=0,61, 95% CI 0,48 / 0,76, p<0,001).

• IFM 2005-02: μετά από 96,7 μήνες παρακολούθησης, η διάμεση επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου ήταν 44,4 μήνες (95% CI 39,6 / 52,0) στο σκέλος της λεναλιδομίδης έναντι 23,8 μηνών (95% CI 21,2 / 27,3) στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου (HR=0,57, 95% CI 0,47 / 0,68, p<0,001).

Οι επιμέρους μελέτες δεν περιελάμβαναν τη συνολική επιβίωση ως καταληκτικό σημείο. Με καταληκτική ημερομηνία την 1η Φεβρουαρίου 2016, μία περιγραφική ανάλυση κατέδειξε ότι η διάμεση συνολική επιβίωση στη μελέτη CALGB 100104 ήταν 111 μήνες (95% CI 101,8, μη εκτιμήσιμο) για τους ασθενείς που λάμβαναν λεναλιδομίδη έναντι 84,2 μηνών (95% CI 71,0 / 102,7) στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου (HR=0,61, 95% CI 0,46 / 0,81, p<0,001). Στη μελέτη IFM 2005-02, η διάμεση συνολική επιβίωση ήταν 105,9 μήνες (95% CI 88,8, μη εκτιμήσιμο) για τους ασθενείς που λάμβαναν λεναλιδομίδη έναντι 88,1 μηνών (95% CI 80,7 / 108,4) στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου (HR=0,90, 95% CI 0,72 / 1,13, p=0,355).

Και στις δύο αυτές μελέτες φάσης ΙΙΙ, το προφίλ ασφαλείας ήταν αντίστοιχο με άλλα κλινικά δεδομένα σε νεοδιαγνωσθέντες μη-μεταμοσχευμένους ασθενείς και στη μετεγκριτική μελέτη ασφαλείας στο υποτροπιάζον/ανθεκτικό πολλαπλούν μυέλωμα. Οι πιο συχνά αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν αιματολογικές και περιλάμβαναν την ουδετεροπενία και τη θρομβοπενία. Οι πιο συχνά αναφερθείσες μη-αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν οι λοιμώξεις. Και στις δύο δοκιμές, ένα αυξημένο ποσοστό επίπτωσης αιματολογικών δεύτερων πρωτοπαθών κακοηθειών παρατηρήθηκε στην ομάδα της λεναλιδομίδης σε σύγκριση με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Ωστόσο, η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επιβεβαιώνει ότι η σχέση οφέλους/κινδύνου για τη λεναλιδομίδη είναι θετική σε αυτή την επεκταθείσα ένδειξη.

Αποτελέσματα μετα-ανάλυσης κλινικών μελετών11

Μετα-ανάλυση δεδομένων φάσης ΙΙΙ που δημοσιεύθηκε στο Journal of Clinical Oncology τον Ιούλιο επιβεβαίωσε πως η θεραπεία συντήρησης με λεναλιδομίδη παρέτεινε σημαντικά τη συνολική επιβίωση, μειώνοντας τον κίνδυνο θανάτου κατά 25% έναντι εικονικού φαρμάκου/παρατήρησης, χωρίς να ανιχνευθεί οποιοδήποτε νέο σημείο ασφάλειας. Η μετα-ανάλυση ενισχύει, επίσης, τα προηγούμενα δεδομένα που καταδεικνύουν ότι η λεναλιδομίδη, όταν χρησιμοποιείται ως θεραπεία συντήρησης, καθυστερεί την εξέλιξη του πολλαπλού μυελώματος μέσω της διατήρησης της θεραπευτικής ανταπόκρισης σε νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε αυτόλογη μεταμόσχευση.

Η μετα-ανάλυση πραγματοποιήθηκε σε συγκεντρωτικά δεδομένα από 1.208 νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς με πολλαπλούν μυέλωμα σε τρεις τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες φάσης III (CALGB 100104, IFM 2005-02, GIMEMA RVMM-PI-209) και κατέδειξε την ανωτερότητα της θεραπείας συντήρησης με λεναλιδομίδη (n=605) έναντι είτε του εικονικού φαρμάκου είτε της απουσίας θεραπείας συντήρησης (n=603). Πιο συγκεκριμένα, με μία διάμεση διάρκεια παρακολούθησης 79,5 μηνών, η διάμεση συνολική επιβίωση για την ομάδα θεραπείας συντήρησης με λεναλιδομίδη δεν έχει ακόμη κατανεμηθεί, έναντι 86,0 μηνών για την ομάδα ελέγχου (HR: 0,75, 95% CI: 0,63-0,90, P=0,001), αντιπροσωπεύοντας μία μείωση κατά 25% του κινδύνου θανάτου με τη θεραπεία συντήρησης με λεναλιδομίδη σε σύγκριση με εκείνον που παρατηρήθηκε στην ομάδα ελέγχου. Το ποσοστό 7ετούς επιβίωσης ήταν 62% με τη θεραπεία συντήρησης με λεναλιδομίδη έναντι 50% στην ομάδα ελέγχου. Η ανάλυση αυτή χρησιμοποίησε ως σημείο αποκοπής δεδομένων την 1η Μαρτίου 2015. Μία μεταγενέστερη διερευνητική ανάλυση, που αναφέρθηκε επίσης στη δημοσίευση, με τη χρήση πιο όψιμου σημείου αποκοπής δεδομένων το 2016 (διάμεση παρακολούθηση 88,8 μηνών μεταξύ των ασθενών που έχουν επιβιώσει) κατέδειξε διάμεση συνολική επιβίωση 111 μηνών με τη θεραπεία συντήρησης με λεναλιδομίδη έναντι 86,9 μηνών για την ομάδα ελέγχου.

Σχετικά με τη μελέτη CALGB 100104: Η CALGB 100104 ήταν μία τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική μελέτη φάσης III, η οποία διεξήχθη σε 47 κέντρα στις ΗΠΑ. Σε αυτή τη μελέτη εντάχθηκαν 460 νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς με πολλαπλούν μυέλωμα – ηλικίας μεταξύ 18 και 70 ετών – οι οποίοι είχαν επιτύχει τουλάχιστον σταθερή νόσο ή καλύτερη ανταπόκριση 100 ημέρες μετά την υποβολή τους σε αυτόλογη μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων και οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν σε θεραπεία συντήρησης με λεναλιδομίδη (10 mg/ημέρα για 3 μήνες και στη συνέχεια 15 mg/ημέρα) ή εικονικό φάρμακο, έως την εξέλιξη της νόσου, την εμφάνιση μη ανεκτών ανεπιθύμητων ενεργειών ή το θάνατο.

Σχετικά με τη μελέτη IFM 2005-02: Η IFM 2005-02 ήταν μία ελεγχόμενη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική μελέτη φάσης III, η οποία διεξήχθη σε 77 κέντρα 3 χωρών της Ευρώπης. Σε αυτή τη μελέτη εντάχθηκαν 614 νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς με πολλαπλούν μυέλωμα, ηλικίας κάτω των 65 ετών και χωρίς σημεία εξέλιξης της νόσου εντός 6 μηνών από την υποβολή τους σε αυτόλογη μεταμόσχευση, οι οποίοι στη συνέχεια τυχαιοποιήθηκαν σε σχήμα εδραίωσης με μονοθεραπεία με λεναλιδομίδη για 2 μήνες, 25 mg ανά ημέρα για 21/28 ημέρες, ακολουθούμενο είτε από θεραπεία συντήρησης με λεναλιδομίδη (10 mg/ημέρα για 3 μήνες και στη συνέχεια 15 mg/ημέρα) ή από εικονικό φάρμακο, έως την εξέλιξη της νόσου, την εμφάνιση μη ανεκτών ανεπιθύμητων ενεργειών ή το θάνατο.

Σχετικά με τη μελέτη GIMEMA RVMM-PI-209: Η GIMEMA RVMM-PI-209 ήταν μία πολυκεντρική, ανοιχτή, 2 x 2 παραγοντική, ελεγχόμενη μελέτη φάσης III, η οποία διεξήχθη από το Fondazione Neoplasie Sangue Onlus (FO.NE.SA Onlus), μία ανεξάρτητη ιταλική συνεργατική ομάδα, σε νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς με πολλαπλούν μυέλωμα, στην Ιταλία και το Ισραήλ. Ο κύριος αντικειμενικός σκοπός ήταν ο προσδιορισμός της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας ενός σχήματος μελφαλάνης-πρεδνιζόνης-λεναλιδομίδης έναντι μελφαλάνης υψηλής δόσης, μετά από θεραπεία εφόδου με ένα σύνηθες σχήμα λεναλιδομίδης/δεξαμεθαζόνης και ακολουθούμενο από αυτόλογη μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων, ως προς την παράταση της επιβίωσης χωρίς εξέλιξη της νόσου (κύριο τελικό σημείο). Ως δευτερεύων αντικειμενικός σκοπός, αξιολογήθηκαν η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της λεναλιδομίδης ως θεραπείας συντήρησης.

Σχετικά με τη λεναλιδομίδη

Η λεναλιδομίδη σε συνδυασμό με τη δεξαμεθαζόνη είναι εγκεκριμένη στην Ευρώπη, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ιαπωνία, καθώς και σε περίπου 25 άλλες χώρες για τη θεραπεία ενηλίκων ασθενών με πολλαπλούν μυέλωμα, στους οποίους δεν έχει χορηγηθεί προηγούμενη θεραπεία και οι οποίοι δεν είναι κατάλληλοι για μεταμόσχευση. Είναι επίσης εγκεκριμένη σε συνδυασμό με δεξαμεθαζόνη για τη θεραπεία ενηλίκων ασθενών με πολλαπλούν μυέλωμα, στους οποίους έχει χορηγηθεί τουλάχιστον μία προηγούμενη θεραπεία σε σχεδόν 70 χώρες της Ευρώπης, της Αμερικής, της Μέσης Ανατολής και της Ασίας.

Η λεναλιδομίδη ως μονοθεραπεία είναι εγκεκριμένη στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες ως θεραπεία συντήρησης για ενήλικες ασθενείς με νεοδιαγνωσθέν πολλαπλούν μυέλωμα μετά από αυτόλογη μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων.

Η λεναλιδομίδη είναι επίσης εγκεκριμένη -εκτός άλλων χωρών- και στην Ευρώπη για τη θεραπεία ασθενών με αναιμία που απαιτεί μεταγγίσεις λόγω μυελοδυσπλαστικών συνδρόμων χαμηλού ή μεσαίου 1 κινδύνου που σχετίζονται με τη μεμονωμένη κυτταρογενετική ανωμαλία απώλειας του μακρού σκέλους του χρωμοσώματος 5, όταν άλλες θεραπευτικές επιλογές είναι ανεπαρκείς ή ακατάλληλες. Τέλος, είναι εγκεκριμένη στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες για τη θεραπεία ενηλίκων ασθενών με υποτροπιάζον ή ανθεκτικό λέμφωμα από κύτταρα του μανδύα (ΛΚΜ).

ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ σύμφωνα με την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος

Αντενδείξεις

Η λεναλιδομίδη αντενδείκνυται σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα.

Η λεναλιδομίδη αντενδείκνυται κατά την κύηση καθώς επίσης και σε γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης εκτός εάν ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις του Προγράμματος Πρόληψης Κύησης.

Προειδοποιήσεις και προφυλάξεις

Κύηση: Οι προϋποθέσεις του Προγράμματος Πρόληψης Κύησης πρέπει να ικανοποιούνται για όλες τις ασθενείς, εκτός εάν υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία ότι η ασθενής δεν έχει δυνατότητα τεκνοποίησης.

Καρδιαγγειακές διαταραχές: Οι ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για έμφραγμα του μυοκαρδίου ή θρομβοεμβολή θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.

Ουδετεροπενία και θρομβοπενία: Πλήρες αιμοδιάγραμμα θα πρέπει να διενεργείται κάθε εβδομάδα για τις πρώτες 8 εβδομάδες θεραπείας και σε μηνιαία βάση εφεξής, για την παρακολούθηση για κυτταροπενίες. Ενδέχεται να απαιτείται μείωση της δόσης.
Λοίμωξη με ή χωρίς ουδετεροπενία: Όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται να αναζητούν άμεση ιατρική βοήθεια με την εμφάνιση του πρώτου σημείου λοίμωξης.
Νεφρική δυσλειτουργία: Συνιστάται παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.

Διαταραχές του θυρεοειδούς: Συνιστάται βέλτιστος έλεγχος συννοσηρών καταστάσεων που επηρεάζουν τη λειτουργία του θυρεοειδούς πριν από την έναρξη της θεραπείας. Συνιστάται αρχική και συνεχιζόμενη παρακολούθηση της λειτουργίας του θυρεοειδούς.
Σύνδρομο λύσης όγκου: ασθενείς με υψηλό φορτίο όγκου πριν από τη θεραπεία θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά και να λαμβάνονται οι κατάλληλες προφυλάξεις.

Αλλεργικές αντιδράσεις: Οι ασθενείς που είχαν προηγούμενες αλλεργικές αντιδράσεις κατά τη θεραπεία με θαλιδομίδη θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.

Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις: Η λεναλιδομίδη πρέπει να διακόπτεται σε περίπτωση αποφολιδωτικού ή πομφολυγώδους εξανθήματος ή σε υποψία SJS ή TEN ή DRESS και δεν θα πρέπει να ξεκινά εκ νέου μετά από διακοπή λόγω τέτοιων αντιδράσεων. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προσωρινής ή μόνιμης διακοπής της λεναλιδομίδης σε περίπτωση άλλων μορφών δερματικής αντίδρασης, αναλόγως της σοβαρότητας. Οι ασθενείς με ιστορικό σοβαρού εξανθήματος που σχετίζεται με θεραπεία με θαλιδομίδη δεν θα πρέπει να λαμβάνουν λεναλιδομίδη.

Δυσανεξία στη λακτόζη: Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.

Δεύτερες πρωτοπαθείς κακοήθειες (SPM): Ο κίνδυνος εμφάνισης αιματολογικών SPM πρέπει να λαμβάνεται υπόψη πριν από την έναρξη της θεραπείας με λεναλιδομίδη είτε σε συνδυασμό με μελφαλάνη είτε αμέσως μετά από μελφαλάνη υψηλής δόσης και ASCT-αυτόλογη μεταμόσχευση αρχέγονων κυττάρων. Οι ιατροί θα πρέπει να αξιολογούν προσεκτικά τους ασθενείς πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας χρησιμοποιώντας πρότυπη εξέταση καρκίνου για εμφάνιση SPM και να ξεκινούν θεραπεία, σύμφωνα με την εγκεκριμένη ένδειξη.

Ηπατικές διαταραχές: Προσαρμογή της δόσης πρέπει να γίνεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Συνιστάται παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας, ιδιαίτερα όταν υπάρχει ιστορικό ή ταυτόχρονη ιογενής λοίμωξη του ήπατος ή όταν η λεναλιδομίδη συνδυάζεται με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι σχετίζονται με ηπατική δυσλειτουργία.

Ασθενείς με νεοδιαγνωσθέν πολλαπλό μυέλωμα: Οι ασθενείς θα πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά για την ικανότητά τους να ανεχθούν τη λεναλιδομίδη σε συνδυασμό, εξετάζοντας την ηλικία, τη σταδιοποίηση στο στάδιο ΙΙΙ κατά ISS, την κατάσταση απόδοσης κατά ECOG≤2 ή CLcr<60 ml/min.

Καταρράκτης: Συνιστάται τακτική παρακολούθηση της οπτικής ικανότητας.

Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας στο πολλαπλό μυέλωμα

Νεοδιαγνωσθέν πολλαπλό μυέλωμα: ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε ASCT-αυτόλογη μεταμόσχευση αρχέγονων κυττάρων και λαμβάνουν θεραπεία συντήρησης με λεναλιδομίδη:

• Οι σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν συχνότερα (≥5%) με λεναλιδομίδη συντήρησης από ό,τι με το εικονικό φάρμακο ήταν πνευμονίες (10,6%) και λοίμωξη του πνεύμονα (9,4%)

• Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν συχνότερα με λεναλιδομίδη συντήρησης από ό,τι με εικονικό φάρμακο ήταν ουδετεροπενία (79,0%), θρομβοπενία (72,3%), διάρροια (54,5%), βρογχίτιδα (47,4%), ρινοφαρυγγίτιδα (34,8%), μυϊκοί σπασμοί (33,4%), λευκοπενία (31,7%), εξάνθημα (31,7%), εξασθένιση (29,7%), βήχας (27,3%), λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος (26,8%), κόπωση (22,8%), γαστρεντερίτιδα (22,5%), αναιμία (21,0%) και πυρεξία (20,5%).

Νεοδιαγνωσθέν πολλαπλό μυέλωμα: ασθενείς που δεν είναι κατάλληλοι για μεταμόσχευση οι οποίοι λαμβάνουν θεραπεία με λεναλιδομίδη σε συνδυασμό με δεξαμεθαζόνη χαμηλής δόσης:

• Οι σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν συχνότερα (≥5%) στο συνδυασμό λεναλιδομίδης με δεξαμεθαζόνη χαμηλής δόσης (Rd και Rd18) από ότι με μελφαλάνη, πρεδνιζόνη και θαλιδομίδη (MPT) ήταν πνευμονία (9,8%) και νεφρική ανεπάρκεια (συμπεριλαμβανομένης της οξείας) (6,3%).

• Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν συχνότερα με Rd και Rd18 από ότι με MPT ήταν: διάρροια (45,5%), κόπωση (32,8%), οσφυαλγία (32,0%), εξασθένιση (28,2%), αϋπνία (27,6%), εξάνθημα (24,3%), μειωμένη όρεξη (23,1%), βήχας (22,7%), πυρεξία (21,4%) και μυϊκοί σπασμοί (20,5%).

Νεοδιαγνωσθέν πολλαπλό μυέλωμα: ασθενείς που δεν είναι κατάλληλοι για μεταμόσχευση οι οποίοι λαμβάνουν θεραπεία με λεναλιδομίδη σε συνδυασμό με μελφαλάνη και πρεδνιζόνη:

• Οι σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν συχνότερα (≥5%) με μελφαλάνη, πρεδνιζόνη και λεναλιδομίδη ακολουθούμενες από λεναλιδομίδη συντήρησης (MPR+R) ή μελφαλάνη, πρεδνιζόνη και λεναλιδομίδη ακολουθούμενες από εικονικό φάρμακο (MPR+p) από ότι με μελφαλάνη, πρεδνιζόνη και εικονικό φάρμακο ακολουθούμενα από εικονικό φάρμακο (MPp+p) ήταν εμπύρετη ουδετεροπενία (6,0%) και αναιμία (5,3%).

• Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν συχνότερα με MPR+R ή MPR+p από ότι με MPp+p ήταν: ουδετεροπενία (83,3%), αναιμία (70,7%), θρομβοπενία (70,0%), λευκοπενία (38,8%), δυσκοιλιότητα (34,0%), διάρροια (33,3%), εξάνθημα (28,9%), πυρεξία (27,0%), περιφερικό οίδημα (25,0%), βήχας (24,0%), μειωμένη όρεξη (23,7%) και εξασθένιση (22,0%).
Ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα που έχουν λάβει τουλάχιστον μία προηγούμενη θεραπεία:
• Οι σοβαρότερες ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν συχνότερα στο συνδυασμό λεναλιδομίδης και δεξαμεθαζόνης από ότι στο συνδυασμό εικονικού φαρμάκου και δεξαμεθαζόνης ήταν φλεβική θρομβοεμβολή (εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, πνευμονική εμβολή) και ουδετεροπενία βαθμού 4.

• Οι παρατηρούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες παρουσιάστηκαν συχνότερα με λεναλιδομίδη και δεξαμεθαζόνη από ότι με εικονικό φάρμακο και δεξαμεθαζόνη σε κοινές κλινικές δοκιμές πολλαπλού μυελώματος (ΜΜ-009 και ΜΜ-010) ήταν κόπωση (43,9%), ουδετεροπενία (42,2%), δυσκοιλιότητα (40,5%), διάρροια (38,5%), μυϊκές κράμπες (33,4%), αναιμία (31,4%), θρομβοπενία (21,5%) και εξάνθημα (21,2%).

Ειδικοί πληθυσμοί

Παιδιατρικός πληθυσμός: Η λεναλιδομίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά και εφήβους από τη γέννηση έως την ηλικία κάτω των 18 ετών.

Ηλικιωμένα άτομα με νεοδιαγνωσθέν πολλαπλό μυέλωμα: Για ασθενείς ηλικίας άνω των 75 ετών που λαμβάνουν θεραπεία με λεναλιδομίδη σε συνδυασμό με δεξαμεθαζόνη, η δόση έναρξης της δεξαμεθαζόνης είναι 20 mg/ημέρα κατά τις Ημέρες 1, 8, 15 και 22 κάθε κύκλου θεραπείας 28 ημερών. Δεν προτείνεται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς ηλικίας άνω των 75 ετών που λαμβάνουν θεραπεία με λεναλιδομίδη σε συνδυασμό με μελφαλάνη και πρεδνιζόνη.

Ηλικιωμένα άτομα με πολλαπλό μυέλωμα που έχουν λάβει τουλάχιστον μία προηγούμενη θεραπεία: Απαιτείται προσοχή κατά την επιλογή της δοσολογίας και συνιστάται η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.

Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία: Θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά την επιλογή της δόσης και συνιστάται παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας. Δεν απαιτούνται προσαρμογές της δόσης για ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία και πολλαπλό μυέλωμα. Προσαρμογές της δόσης συνιστώνται κατά την έναρξη της θεραπείας και καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας για ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή νεφροπάθεια τελικού σταδίου.

Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία: Η λεναλιδομίδη δεν έχει επίσημα μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία και δεν υπάρχουν ειδικές δοσολογικές συστάσεις.
Για περισσότερες πληροφορίες παρακαλούμε ανατρέξτε στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος που διατίθεται στην ιστοσελίδα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων.

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Δείτε επίσης