Η αρτηριακή πίεση στη διάρκεια της άσκησης

Η πίεση του αίματος μετράει τη δύναμη που ασκεί το αίμα στα τοιχώματα των αγγείων. Καταγράφονται δύο πιέσεις, η μεγάλη (συστολική) και η μικρή (διαστολική).

Η συστολική πίεση αντιπροσωπεύει την πίεση που ασκείται στα αγγεία όταν η καρδιά ωθεί το αίμα μέσω της κοιλιακής σύσπασης. Αυτή είναι η μεγαλύτερη πίεση που μπορεί να καταγραφεί κατά τη διάρκεια ενός καρδιακού κύκλου. Η διαστολική πίεση ​​αντιπροσωπεύει την πίεση που ασκείται στα τοιχώματα της αρτηρίας μεταξύ δύο χτύπων, όταν η καρδιά χαλαρώνει γεμίζοντας με αίμα. Είναι η ελάχιστη πίεση που υπάρχει στον καρδιακό κύκλο.

Σε ηρεμία, η φυσιολογική υγιής πίεση είναι λιγότερο από 120/80 mm Hg, δηλαδή η συστολική αρτηριακή μικρότερη από 120 mm Hg ενώ η διαστολική μικρότερη από 80 mmHg. Όταν η συστολική υπερβαίνει κατά την ανάπαυση τα 140 mmHg ή η διαστολική υπερβαίνει τα 90 mmHg θεωρείται ότι υπάρχει υπέρταση.

Η πίεση ρυθμίζεται από το αυτόνομο νευρικό σύστημα και στιγμιαία επηρεάζεται από πολλά πράγματα όπως είναι το στρες, η αφυδάτωση και το κάπνισμα. Πέρα από αυτά, θεωρείται πως εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την περιφερική αντίσταση των αιμοφόρων αγγείων του σώματος [total peripheral resistance (TPR) ή Vascular resistance]. Πρόκειται για την αντίσταση που πρέπει να υπερνικήσει η καρδιά για να ωθήσει το αίμα και να δημιουργήσει ροή στο κυκλοφορικό σύστημα. Όταν τα αγγεία είναι στενά αυξάνεται η πίεση ενώ όταν διευρυνθούν πέφτει. Το ίδιο συμβαίνει όταν βάζουμε ένα λάστιχο στη βρύση: όσο πιο μικρή είναι η διάμετρος τόσο μεγαλύτερη η πίεση του νερό προς τα τοιχώματα του λάστιχου. Κάτι άλλο που επηρεάζει την πίεση είναι το πόσο “πηχτό” είναι το αίμα: όσο πιο πηχτό τόσο μεγαλύτερη η προσπάθεια της καρδιάς.

Κατά τη διάρκεια μιας άσκησης

Πριν ακόμα ξεκινήσει μια άσκηση, το αυτόνομο νευρικό σύστημα έχει ενεργοποιηθεί. Ο καρδιακός ρυθμός και η πίεση του αίματος αυξάνονται μερικά λεπτά πριν την έναρξη μιας άσκησης μόνο και μόνο επειδή το άτομο συμμετέχει στη διαδικασία συναισθηματικά (π.χ. σε αγώνες ποδηλασίας και μαραθωνίου).

Η άσκηση διακρίνεται σε δύο βασικές μορφές, στην αεροβική και στην άσκηση αντιστάσεων. Αεροβική είναι αυτή που χρησιμοποιεί μεγάλες μυϊκές ομάδες και μπορεί να διατηρηθεί συνεχώς έχοντας μια ρυθμική φύση. Το κούρεμα του γκαζόν, το τρίψιμο του δαπέδου, το τζόγκινγκ, η ποδηλασία, το κολύμπι, ο χορός και αθλήματα όπως το μπάσκετ, και το τένις είναι αεροβική δραστηριότητα. Αντίθετα η άρση βαρών, και οι πιέσεις χεριών με ελατήρια τύπου V δεν θεωρούνται αεροβικές ασκήσεις γιατί δεν μπορούν να συνεχιστούν επί πολύ. Το ανέβασμα σκαλοπατιών επίσης δεν είναι αεροβική άσκηση διότι δεν μπορεί να συνεχιστεί επί μακρόν, τουλάχιστον για τους περισσότερους ανθρώπους κάποιας ηλικίας.

Αεροβική άσκηση. Κατά τη διάρκεια μιας αεροβικής άσκησης και καθώς η ένταση αυξάνεται, η συστολική πίεση αυξάνεται ενώ η διαστολική παραμένει σταθερή ή ακόμα μπορεί να πέσει λίγο (στα 70-80 mm Hg). Η μικρή μεταβολή της διαστολικής πίεσης θεωρείται πως οφείλεται σε μειώσεις στη συνολική περιφερική αντίσταση των αγγείων εντός των μυών που δουλεύουν. Η περιφερική αντίσταση των αγγείων μειώνεται κατά τη διάρκεια της άσκησης για να διευκολυνθεί η παροχή αίματος και οξυγόνου τους εργαζόμενους μυς. Τα αγγεία που παρέχουν αίμα στους μυς που ασκούνται διαστέλλονται ενώ τα αγγεία που παρέχουν αίμα στους μυς που δεν ασκούνται συστέλλονται. Το πόσο μειώνεται η περιφερική αντίσταση κατά την άσκηση συνδέεται με την έκταση της χρησιμοποιούμενης μυϊκής μάζας π.χ. οι ασκήσεις ποδιών μειώνουν περισσότερο την αντίσταση από αυτές των χεριών.

Η συστολική, η μέση και η διαστολική πίεση κατά τη διάρκεια μιας αεροβικής άσκησης.

Οι τυπικές μέγιστες τιμές για τη συστολική πίεση κυμαίνονται από 160 έως 220 mm Hg. Οποιαδήποτε περαιτέρω αύξηση της συστολικής πίεσης συνήθως ερμηνεύεται ως υπερτασική ανταπόκριση.

Τυχόν αύξηση της διαστολικής πίεσης πάνω από τα 15 mm Hg είναι ενδεικτική μη φυσιολογικής ανταπόκρισης κατά την άσκηση και αποτελεί βασικό παράγοντα που χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση της υγείας του καρδιαγγειακού συστήματος. Σε περίπτωση που η διαστολική πίεση πέσει κάτω από το κανονικό, θεωρείται υποτασική απάντηση. Κλινικά, μπορεί να συσχετιστούν και οι δύο αποκρίσεις με μεγαλύτερο καρδιαγγειακό κίνδυνο.

Άσκηση αντίστασης. Η ανύψωση βαρών είναι μια δημοφιλής άσκηση για όσους επιθυμούν να αυξήσουν τη μυϊκή μάζα αλλά μπορεί επίσης να συμβάλει στη βελτίωση της πυκνότητας των οστών και να ενισχύσει τον ιστό γύρω από τις αρθρώσεις. Αυτός ο τύπος άσκησης μπορεί να αυξήσει προσωρινά την αρτηριακή πίεση πολύ περισσότερο από ότι η αεροβική δραστηριότητα.

Μια μελέτη που δημοσιεύθηκε το 1985 και κατέγραψε την αρτηριακή πίεση σε έξι έμπειρους μποντιμπίλτερς βρήκε μεγάλες αυξήσεις στην πίεση όταν τα βάρη ήταν σε επίπεδο που δεν επέτρεπαν δεύτερη επανάληψη. Η συστολική και η διαστολική αρτηριακή πίεση αυξήθηκαν γρήγορα και σε εξαιρετικά υψηλές τιμές. Οι μεγαλύτερες πιέσεις καταγράφηκαν κατά το σπρώξιμο βαρών με τα δύο πόδια και η ανώτατη τιμή ήταν 480/350 mmHg.

Στην άρση βαρών δεν πρέπει να βάζετε πολλά κιλά αν προσέχετε την πίεσή σας και δεν πρέπει να κρατάτε την αναπνοή σας. Πρέπει να είστε σε θέση να αναπνέετε εύκολα και συνεχώς, διαφορετικά αυξάνεται ο κίνδυνος αιμορραγικού εγκεφαλικού. Ο κίνδυνος αυτός υπάρχει όχι μόνο με την άρση βαρών αλλά οποιαδήποτε στιγμή κρατάτε την αναπνοή σας και βάζοντας δύναμη, ακόμα και όταν βρίσκεστε στην τουαλέτα. Χρησιμοποιείστε τόσα βάρη ώστε να μπορείτε να κάνετε πολλές επαναλήψεις.

Η ασκησιογενής υπόταση

Κατά την παύση της άσκησης, η συστολική και η διαστολική πίεση πέφτουν μέσα σε δευτερόλεπτα και επιστρέφει σταδιακά σε τιμές ανάπαυσης ή κάτω από αυτές σε μερικά λεπτά. Η συστολική πίεση είναι χαμηλότερη από ό, τι πριν από την άσκηση για αρκετές ώρες (μέχρι 24 ώρες) και αυτό το φαινόμενο ονομάζεται ονομάζεται υπόταση μετά από άσκηση. Αιτία θεωρείται η μείωση της περιφερικής αντίστασης των αγγείων. ​​Σε γενικές γραμμές, όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια και η ένταση της άσκησης και η ένταση, τόσο μεγαλύτερη και παρατεταμένη είναι η μείωση της πίεσης του αίματος μετά.

Αυτή η ανακάλυψη έγινε για πρώτη φορά το 1981 όταν ένας υπερτασιακός ερευνητής που έκανε το διδακτορικό, ο William Fitzgerald, μέτρησε την πίεσή του πριν και μετά το τζόκινγκ, γράφοντας: “Το τζόκινγκ μείωσε την πίεσή μου μετά την ολοκλήρωση της κούρσας”. Ο Fitzgerald ονόμασε αυτή τη διαπίστωση “ασκησιογενής υπόταση”, ένα φαινόμενο που έκτοτε εξετάστηκε πολλές φορές. Σήμερα ξέρουμε ότι ακόμα και τρία λεπτά έντονης αεροβικής άσκηση προκαλούν ασκησιογενή υπόταση καθ ‘όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Το 2015 μια μετα-ανάλυση του Πανεπιστημίου της Κόστα Ρίκα περιέλαβε 65 δημοσιευμένες μελέτες στις οποίες συμμετείχαν 1.408 άνδρες και γυναίκες. Η έρευνα έδειξε ότι υπάρχει μείωση της αρτηριακής πίεσης μετά την άσκηση, ανεξάρτητα από τα αρχικά επίπεδα της πίεσης, τόσο μετά την αερόβια όσο και με την άσκηση αντίστασης (Elizabeth Carpio- Rivera). Η μέση μείωση ήταν 4,80/3,2 και ο τύπος της άσκησης που έριχνε περισσότερο την πίεση ήταν το τζόκινγκ. Μεγαλύτερες μειώσεις επιτεύχθηκαν σε άνδρες με καλή φυσική κατάσταση που δεν είχαν λάβει αντιυπερτασική αγωγή. Στις ασκήσεις με βάρη, μεγαλύτερη μείωση της αρτηριακής πίεσης υπήρξε με πολλά σετ ασκήσεων και μικρό αριθμό επαναλήψεων.

Για κάποιο διάστημα φαινόταν ότι η άσκηση με αντιστάσεις οδηγεί σε μικρότερη ασκησιογενή υπόταση από την αεροβική άσκηση αλλά αυτό ίσως δεν είναι σωστό. Μια μετα-ανάλυση που δημοσιεύθηκε το 2016 έδειξε ότι η ασκησιογενής υπόταση διαρκεί μέχρι και 24 ώρες όταν οφείλεται στην άσκηση με αντιστάσεις. Η ανασκόπηση περιέλαβε 30 μελέτες και 646 συμμετέχοντες (505 άτομα με κανονική πίεση και 141 άτομα με υπέρταση). Μια μεμονωμένη προπόνηση αντίστασης επέφερε μείωση κατά 3,3/2,7 μετά από 60 λεπτά από το τέλος της άσκησης και μείωση κατά 5,3/4,7 μετά από 90 λεπτά. Μετά από 24 ώρες η μείωση ήταν 1,7/1,2. Μεγαλύτερη επίδραση υπήρχε για τα υπερτασικά άτομα και όταν χρησιμοποιούνταν μεγαλύτερες μυϊκές ομάδες.

Πηγή: Blood Pressure Response to Heart Rate During Exercise Test and Risk of Future Hypertension.

Δείτε επίσης