Sydney Diet Heart Study: Γιατί τα ωμέγα-6 λιπαρά ήταν χειρότερα από τα κορεσμένα;

O περιορισμός της κατανάλωσης των κορεσμένων λιπαρών οξέων προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος καρδιαγγειακής νόσου αποτελεί τη βάση των διατροφικών συστάσεων για πάνω από μισό αιώνα.

Ο λόγος είναι ότι τα κορεσμένα λιπαρά αυξάνουν την κακή χοληστερόλη (LDL). Αυξάνουν και την καλή χοληστερόλη (HDL) αλλά αναλογικά λιγότερο κι έτσι ο λόγος LDL προς HDL χειροτερεύει.

Ορισμένες μελέτες έχουν βρει ότι τα κορεσμένα λιπαρά μπορεί να κάνουν κακό στην υγεία και με τρόπους άσχετους με τη χοληστερόλη. Παραδείγματα περιλαμβάνουν τη συστηματική φλεγμονή, την αρτηριακή πίεση, την ενδοθηλιακή λειτουργία, την αιμοστατική λειτουργία, την αντίσταση στην ινσουλίνη, το μεταγευματικό μεταβολισμό και την αύξηση του βάρους.

Ωστόσο, πολλές μελέτες δεν έχουν καταφέρει να δείξουν ότι πράγματι η κατανάλωση κορεσμένων λιπαρών συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια υπάρχει αμφισβήτηση για αυτή τη θεμελιώδη διατροφική σύνδεση.

Η πρώτη σημαντική αμφισβήτηση ήρθε το 2015 από μια μετα-ανάλυση 21 προοπτικών κλινικών μελετών καθώς τα αποδεικτικά στοιχεία δεν φάνηκε να υποστηρίζουν μια σχέση μεταξύ κατανάλωσης κορεσμένων λιπαρών και αυξημένου καρδιαγγειακού κινδύνου (1). Την ίδια χρονιά, μια δεύτερη μετα-ανάλυση 12 προοπτικών μελετών δεν βρήκε σχέση μεταξύ κορεσμένων λιπαρών και θνησιμότητας από καρδιαγγειακά νοσήματα, ούτε από  ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο ή διαβήτη τύπου 2 (2).

Άλλες μελέτες ωστόσο έχουν δείξει ότι η αντικατάσταση των κορεσμένων λιπαρών από πολυακόρεστα και μονοακόρεστα (το 5% επί των θερμίδων, ήτοι 22 γραμμάρια σε μια διατροφή 2.000 θερμίδων) μειώνει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο κατά 5-25% με το μεγαλύτερο όφελος να προέρχεται από τα πολυακόρεστα λίπη. Να σημειωθεί ότι τα στοιχεία για τα μονοακόρεστα τα οποία υπάρχουν τόσο στα φυτά όσο και στο κρέας είναι λιγότερα.

Από την άλλη μεριά, οι υδατάνθρακες θεωρούνται ουδέτεροι, καθώς μειώνουν την LDL χοληστερόλη όταν αντικαθιστούν τα κορεσμένα λίπη αλλά αυξάνουν τα μικρά, πυκνά σωματίδια LDL και επίσης αυξάνουν τα τριγλυκερίδια.

Sydney Diet Heart Study και μαργαρίνες

Στα πλαίσια της αμφισβήτησης του αρνητικού ρόλου που παίζουν τα κορεσμένα λίπη στην υγεία, ενδιαφέρον έχουν τα ευρήματα μιας αυστραλιανής μελέτης που ονομάστηκε Sydney Diet Heart Study και δημοσιεύθηκε το 1978 αλλά δεν είχε αποκαλύψει όλα τα δεδομένα. Δυστυχώς, οι επιστήμονες δεν αναφέρουν πάντοτε όλα όσα ανακαλύπτουν κι αυτό συνήθως συμβαίνει όταν δεν επιβεβαιώνονται οι υφιστάμενες απόψεις

Η Sydney Diet Heart Study, η οποία σχεδιάστηκε το 1966, δεν μπόρεσε να διαπιστώσει ότι ο κίνδυνος θανάτου από στεφανιαία νόσο ήταν μεγαλύτερος για όσους έτρωγαν λιγότερα κορεσμένα λιπαρά παρότι η χοληστερόλη στο αίμα τους είχε μειωθεί. Αντίθετα, οι θάνατοι ήταν περισσότεροι για τους καρδιοπαθείς που κατανάλωναν ωμέγα-6 πολυακόρεστα λιπαρά μέσω μαργαρινών καρθαμελάιου (safflower oil). Η μελέτη αυτή είναι σημαντική διότι η ομάδα παρέμβασης κατανάλωνε μόνο ωμέγα-6 και όχι ωμέγα-3, κάτι που απλοποιεί τα πράγματα. Να σημειωθεί ότι το καρθαμέλειο περιέχει κατά 75% ωμέγα-6 λιπαρά.

Σαράντα χρόνια αργότερα, όταν ο Christopher Ramsden, ερευνητής στα αμερικανικά National Institutes of Health έψαχνε την επιστημονική βιβλιογραφία για το ρόλο των πολυακόρεστων λιπαρών, προσπάθησε να μάθει περισσότερα για την Sydney Diet Heart Study. Το ιδιαίτερο με αυτή τη μελέτη είναι ότι ενώ επικεντρώθηκε στους θανάτους από τη στεφανιαία και την καρδιαγγειακή νόσο δεν ανέφερε πόσοι ήταν οι θάνατοι ξεχωριστά στις δύο κατηγορίες που συνέκρινε. Αυτό το έκανε μόνο για τους συνολικούς θανάτους.

Στη Sydney Diet Heart Study είχαν περιληφθεί 458 άνδρες που είχαν υποστεί καρδιαγγειακό επεισόδιο. Από αυτούς, οι 221 αντικατέστησαν τα κορεσμένα λιπαρά με ωμέγα-6 και συγκρίθηκαν με τους υπόλοιπους που αποτέλεσαν την ομάδα ελέγχου. Το διάστημα παρακολούθησης ήταν περίπου πέντε χρόνια, από το 1966 μέχρι το 1973.

Οι Αυστραλοί ερευνητές ανέφεραν ότι στην ομάδα παρέμβασης το 9,8% των θερμίδων προέρχονταν από τα κορεσμένα λιπαρά και το 15,1% από τα πολυακόρεστα. Αυτή η ομάδα είχε επίσης μειώσει τη πρόσληψη χοληστερίνης. Στην ομάδα ελέγχου τα κορεσμένα λιπαρά ήταν 13,5% και τα πολυακόρεστα 8,9% επί των θερμίδων.

Η επιβίωση όμως ήταν καλύτερη στην ομάδα ελέγχου και η ανάλυση έδειξε ότι κανένας από τους διατροφικούς παράγοντες δεν σχετιζόταν σημαντικά με την επιβίωση, έγραψαν οι ερευνητές (3). Για την ακρίβεια στην ομάδα παρέμβασης υπήρξαν 37 θάνατοι και στην ομάδα ελέγχου 28, μια διαφορά κατά 32%. Το απρόσμενο αποτέλεσμα καταγράφηκε παρότι υπήρξε σημαντική διαφορά στη χοληστερόλη του αίματος μεταξύ των δύο ομάδων: στην ομάδα παρέμβασης ήταν 248 mg/dL και στην ομάδα ελέγχου 342 mg/dL, ήτοι 38% διαφορά.

Μη μπορώντας να εξηγήσουν το αποτέλεσμα, οι συγγραφείς έγραψαν: “Συμπεραίνεται ότι ότι λόγω των πολλαπλών αλλαγών στον τρόπο ζωής οι άντρες που έχουν έμφραγμα του μυοκαρδίου δεν είναι μια καλή επιλογή για τον έλεγχο της υπόθεσης των λιπιδίων [ότι η χοληστερίνη καθορίζει το αποτέλεσμα]”.

Η μελέτη απέτυχε ίσως διότι η ομάδα παρέμβασης, προκειμένου να αντικαταστήσει τα κορεσμένα λιπαρά κατανάλωνε μαργαρίνες από καρθαμέλαιο στη θέση του βουτύρου. Όμως εκείνη την εποχή οι μαργαρίνες περιείχαν αρκετά τρανς λιπαρά.

Όποιος και να είναι ο λόγος, ο Ramsden και οι συνεργάτες του έγραψαν ότι δεν υπάρχουν επί του παρόντος διαθέσιμες ενδείξεις κλινικής δοκιμής κατά τις οποίες η αντικατάσταση των κορεσμένων λιπαρών με ω-6 λιπαρά (και χωρίς ταυτόχρονη αύξηση των ωμέγα-3 λιπαρών) να μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών παθήσεων (4).

Υπάρχει και μια άλλη πτυχή αυτής της μελέτης: οι επιπτώσεις που υπάρχουν στα επιστημονικά συμπεράσματα όταν δεν αποκαλύπτονται όλα τα ευρήματα των κλινικών μελετών. Η Sydney Diet Heart Study είχε αναφέρει τους καρδιακούς θανάτους συνολικά αλλά όχι ξεχωριστά για κάθε ομάδα. Αυτό το είχε κάνει μόνο για τους συνολικούς θανάτους. Είναι άγνωστο γιατί δεν υπήρξε αυτή η αποκάλυψη. Ο Ramsden και οι συνεργάτες του, εξετάζοντας τα πρωτογενή στοιχεία, βρήκαν ότι οι θάνατοι από καρδιαγγειακά αίτια ήταν 17,2% στην ομάδα παρέμβασης και 11,0% στην ομάδα ελέγχου.

Να σημειωθεί ότι υπάρχει η αίσθηση ότι ένα μεγάλο ποσοστό κλινικών δοκιμών που γίνονται, τελικά δεν δημοσιεύονται. Αλλά και όταν δημοσιεύονται δεν παρέχουν πάντα τα πρωτογενή στοιχεία ώστε και άλλοι επιστήμονες να κάνουν την ανάλυση για να επιβεβαιώσουν το συμπέρασμα.

Πηγές:

  1. Siri-Tarino PW, Chiu S, Bergeron N, Krauss RM: Saturated fats versus polyunsaturated fats versus carbohydrates for cardiovascular disease prevention and treatment. Annu Rev Nutr 2015; 35: 517–543.
  2. de Souza RJ, Mente A, Maroleanu A, Cozma AI, et al: Intake of saturated and trans unsaturated fatty acids and risk of all cause mortality, cardiovascular disease, and type 2 diabetes: systematic review and meta-analysis of observational studies. BMJ 2015; 351:h3978.
  3. Woodhill JM, Palmer AJ, Leelarthaepin B, McGilchrist C, Blacket RB. Low fat, low
    cholesterol diet in secondary prevention of coronary heart disease. Adv Exp Med Biol
    1978;109:317-30.
  4. Ramsden CE, Zamora D, Leelarthaepin B, Majchrzak-Hong SF, Faurot KR, Suchindran CM, Ringel A, Davis JM, Hibbeln JR. Use of dietary linoleic acid for secondary prevention of coronary heart disease and death: evaluation of recovered data from the Sydney Diet Heart Study and updated meta-analysis. BMJ. 2013; 346:e8707.
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Δείτε επίσης