Γιατί οι Amazon, JPMorgan και Hathaway εισέρχονται στο χώρο της υγείας

Ο γίγαντας του λιανεμπορίου Amazon, η χόλντινγκ Berkshire Hathaway του δισεκατομμυριούχου Warren Buffett και η μεγαλύτερη αμερικανική επενδυτική τράπεζα JPMorgan Chase, ανακοίνωσαν ότι θα συμπράξουν για να δημιουργήσουν μια ανεξάρτητη εταιρεία η οποία θα προσφέρει υπηρεσίες υγείας στους υπαλλήλους τους. Η Amazon έχει 540.000 υπαλλήλους, η Berkshire Hathaway 367.000 και η JPMorgan Chase 252.000, σύνολο 1,2 εκατομμύρια υπαλλήλους.

Το εγχείρημα των νεοεισερχόμενων παικτών δείχνει πόσο απογοητευμένες είναι οι αμερικανικές επιχειρήσεις με το αυξημένο κόστος του συστήματος υγειονομικής περίθαλψης.

Οι ιατρικές δαπάνες αυξάνονται συνεχώς στις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια. Σε εθνικό επίπεδο, το μέσο κόστος ασφάλισης για την κάλυψη μιας οικογένειας ήταν 18,764 δολάρια το 2017, αυξημένο κατά 19% από το 2012, σύμφωνα με το Kaiser Family Foundation. Οι εργαζόμενοι πληρώνουν όλο και περισσότερο ένα μεγαλύτερο μέρος αυτού του κόστους.

Οι τρεις εταιρείες ανέφεραν ότι το κίνητρό τους δεν είναι το κέρδος. Δεν είναι σαφές αν οι εταίροι θα επεκταθούν στις καλύψεις υγείας των υπαλλήλων τους ή απλά θα διαπραγματευτούν για χαμηλότερες τιμές φαρμάκων και υπηρεσιών. Αλλά αν αυτή η συμμαχία επιτύχει, μπορεί να αποτελέσει το πρότυπο για άλλες επιχειρήσεις που θα θελήσουν να τις μιμηθούν. Ο Jamie Dimon, διευθύνων σύμβουλος της JPMorgan Chase, δήλωσε ότι η προσπάθεια θα μπορούσε ενδεχομένως να επεκταθεί για να ωφελήσει όλους τους Αμερικανούς.

Η Amazon έχει αναφερθεί εδώ και καιρό από τους αναλυτές της υγειονομικής περίθαλψης ως πιθανός νέος παίκτης στον τομέα. Ορισμένοι σημείωσαν ότι οι εταιρείες συχνά χρησιμοποιούν τους δικούς τους εργαζόμενους ως πεδίο δοκιμών για μελλοντικές πρωτοβουλίες.

Ο Warren Buffett της Berkshire Hathaway, ο Jeff Bezos της Amazon και ο Jamie Dimon της JPMorgan Chase.

“Το σύστημα της υγειονομικής περίθαλψης είναι περίπλοκο και μπαίνουμε σε αυτή την πρόκληση με ανοιχτό μάτι για το βαθμό δυσκολίας”, δήλωσε ο Jeff Bezos, ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος του Amazon. “Όσο δύσκολο κι αν είναι, η μείωση της επιβάρυνσης της υγειονομικής περίθαλψης στην οικονομία και η βελτίωση των αποτελεσμάτων για τους εργαζόμενους και τις οικογένειές τους αξίζει την προσπάθεια”.

Η ανακοίνωση, που προκάλεσε κατρακύλισμα των μετοχών των ασφαλιστικών και άλλων εταιρειών υγείας, περιβλήθηκε από ένα κύμα εικασιών σχετικά με το τι θα μπορούσε να κάνει η νέα εταιρεία, δεδομένης της μεγάλης πρόσβασης της Amazon στην καθημερινή ζωή των Αμερικανών – από την οποία αγοράζουν οτιδήποτε βλέπουν στην τηλεόραση. Η Amazon, η οποία αγόρασε πρόσφατα την αλυσίδα παντοπωλείων Whole Foods, μπορεί να χρησιμοποιήσει τα καταστήματά της για να πουλάει μη συνταγογραφούμενα φάρμακα (ΜΗΣΥΦΑ).

Σύμφωνα με τον Ed Kaplan από το Segal Group, ο οποίος διαπραγματεύεται καλύψεις υγείας για λογαριασμό μεγάλων εργοδοτών, “αυτοί οι τρεις μεγάλοι παίκτες, εάν εισέλθουν στην ασφάλιση υγείας ή στον χώρο κάλυψης της υγειονομικής περίθαλψης, θα υπάρξει μεγάλος αντίκτυπος”.

Οι Bezos, Buffett και Dimon, οι οποίοι είναι φίλοι, δεν φαίνεται να είναι σίγουροι για το πώς να ανατρέψουν την υγειονομική περίθαλψη. Συζήτησαν τις προκλήσεις της ασφάλισης των υπαλλήλων τους και αποφάσισαν ότι η συνδυασμένη πρόσβαση σε δεδομένα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι καταναλωτές κάνουν επιλογές και η κατανόηση των περιπλοκών της ασφάλισης υγείας θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε μια βελτίωση της αποδοτικότητας.

“Το αυξημένο κόστος της υγειονομικής περίθαλψης λειτουργεί σαν ένα πεινασμένο σκουλήκι της αμερικανική οικονομίας”, δήλωσε ο κ. Buffett. “Η ομάδα μας δεν έχει τις απαντήσεις σε αυτό το πρόβλημα αλλά δεν το αποδεχόμαστε ως αναπόφευκτο”.

Τους τελευταίους μήνες, οι τρεις είχαν συναντηθεί -μαζί με τον Todd Combs, επενδυτικό σύμβουλο στη Berkshire Hathaway, ο οποίος είναι επίσης στο συμβούλιο της JPMorgan- για να συζητήσουν την ιδέα.

Ελέχθη ότι η παρακίνηση για τον 87άχρονο Buffett προήλθε εν μέρει από συνομιλίες που είχε με δύο δικά του άτομα τα οποία διαγνώστηκαν με σκλήρυνση κατά πλάκας.

Ο Buffett πιστεύει ότι η κατάσταση του συστήματος υγείας στις ΗΠΑ είναι μια βασική αιτία της οικονομικής ανισότητας, με τους πλουσιότερους να απολαμβάνουν καλύτερη ζωή επειδή μπορούν να αντέξουν οικονομικά την κάλυψη.

Ο προγραμματισμός της νέας εταιρείας καθοδηγείται από τον Marvelle Sullivan Berchtold, διευθύνοντα σύμβουλο της JPMorgan, ο οποίος ήταν προηγουμένως επικεφαλής της στρατηγικής για τις συγχωνεύσεις και εξαγορές της ελβετικής φαρμακευτικής Novartis. Μια πιθανή πρώτη κίνηση της νέας εταιρείας μπορεί να είναι ένας online οδηγός που θα συνδέει τους υπαλλήλους με τον πλησιέστερο και καλύτερο γιατρό που ειδικεύεται σε οποιαδήποτε ασθένεια επιλέγουν.

“Κάθε μία από αυτές τις εταιρείες έχει εκτεταμένη εμπειρία χρησιμοποιώντας την τεχνολογία στη δική της επιχείρηση”, είπε ο John Sculley, πρώην διευθύνων σύμβουλος της Apple, ο οποίος είναι σήμερα πρόεδρος μιας start-up υγείας, της RxAdvance. «Νομίζω ότι είναι ένα μεγάλο αντίβαρο σε αυτό που η κυβέρνηση δεν έχει κάνει, και θα επικεντρωθεί στο πώς θα γίνει το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης βιώσιμο”.

Ο Erik Gordon, καθηγητής στο Ross School of Business του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, προέβλεψε ότι οι εταιρείες θα προσπαθούσαν να εκσυγχρονίσουν την περίπλοκη διαδικασία των ιατρικών ραντεβού, κάνοντάς την περισσότερο σαν μια ηλεκτρονική κράτηση εστιατορίων. “Νομίζω ότι θα φέρουν τα θέματα που αντιμετωπίζει ο πελάτης στο smartphone του”, δήλωσε.

Ο Robert Andrews, διευθύνων σύμβουλος της Healthcare Transformation Alliance, μιας ομάδας 46 εταιρειών που περιλαμβάνει την Coca-Cola and American Express, ανέφερε: “Οι ισολογισμοί των μελών μας μιλούν από μόνοι τους. Η υγειονομική περίθαλψη είναι ένα αυξανόμενο κόστος σε μια εποχή που τα άλλα κόστη είτε δεν αυξάνονται είτε μειώνονται”.

Το ζήτημα της ποιότητας της υγιειονομικής περίθαλψης και του κόστους της δεν είναι καινούργιο. Για παράδειγμα, το 1915, ο Henry Ford ανησυχούσε ολοένα και περισσότερο για την ποιότητα της υγειονομικής περίθαλψης που παρέχεται στο αναπτυσσόμενο εργατικό δυναμικό του στο Ντιτρόιτ, οπότε άνοιξε το νοσοκομείο Henry Ford το οποίο εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι σήμερα.

Στο παρελθόν, μεγάλοι εργοδότες, από την Walmart μέχρι την Caterpillar, έχουν προσπαθήσει να αντιμετωπίσουν το υψηλό κόστος και την πολυπλοκότητα της υγειονομικής περίθαλψης στις ΗΠΑ. Η Walmart συνεργάστηκε με κλινικές όπως της Κλίβελαντ και της Mayo για να φροντίσει του εργαζόμενούς της που χρειάζονται μεταμόσχευση οργάνων και θεραπείες γα την καρδιά τους και τη σπονδυλική στήλη. Η Caterpillar έθεσε τους δικούς της κανόνες για την φαρμακευτική κάλυψη, εξοικονομώντας εκατομμύρια δολάρια ετησίως.

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Δείτε επίσης