Ποια λιπαρά ανεβάζουν τη χοληστερόλη

Όταν οι πρώτες εργαστηριακές μελέτες στη δεκαετία του 1950 έδειξαν ότι η χοληστερόλη ανεβαίνει στο αίμα με την κατανάλωση των κορεσμένων λιπαρών προτάθηκε μια διατροφή με πολλά λαχανικά και φρούτα και λίγο κρέας, βούτυρο, αυγά και γαλακτοκομικά – τα κορεσμένα λιπαρά υπάρχουν κυρίως στα ζωικά προϊόντα.

Επίσης προτάθηκε η κατανάλωση των πολυακόρεστων φυτικών ελαίων όπως είναι το καλαμποκέλαιο και το σογιέλαιο τα οποία ρίχνουν τη χοληστερόλη όταν αντικαθιστούσαν τα κορεσμένα λιπαρά.

Από τις χειρότερες τροφές θεωρήθηκαν το βούτυρο -100 γρ. βούτυρο περιέχουν 54 γρ. κορεσμένα λιπαρά και 220 mg χοληστερόλη- και προτάθηκε η αντικατάστασή του από τις μαργαρίνες που περιείχαν ακόρεστα λιπαρά. Τα αυγά που περιέχουν 200 mg χοληστερόλη στον κρόκο τους και έγιναν το σύμβολο της καρδιακής προσβολής.

Αυτή η “Συνετή Διατροφή” όπως ονομάστηκε αποτέλεσε τη βάση της υγιεινής διατροφής μέχρι τα μέσα της δεκαετίες του 1990, όταν άρχισε να γίνεται αντιληπτό ότι η πραγματικότητα ήταν περίπλοκη.

Φάνηκε ότι τα πολυακόρεστα φυτικά έλαια ίσως δεν ήταν καλύτερα για την υγεία από το μονοακόρεστο ελαιόλαδο και ειδικά από το έξτρα παρθένο που δεν υπόκειται σε θερμική ή χημική επεξεργασία.

Επίσης φάνηκε ότι μια κατηγορία ακόρεστων λιπαρών, τα τρανς λιπαρά, που προέκυπταν μέσω μιας βιομηχανικής επεξεργασίας που ονομάζεται μερική υδρογόνωση ήταν πολύ χειρότερα από τα κορεσμένα λίπη. Οι μαργαρίνες ήταν γεμάτες με τρανς λιπαρά και στην πραγματικότητα ήταν χειρότερες από το βούτυρο. Ενώ τα κορεσμένα λίπη αυξάνουν την LDL, συγχρόνως αυξάνουν και την HDL ενώ τα τρανς λιπαρά αυξάνουν την LDL χοληστερόλη και μειώνουν την ΗDL. Σήμερα, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, τα τρανς λιπαρά είναι περίπου πέντε φορές χειρότερα για την καρδιά απ’ ό,τι τα κορεσμένα.

Τα τρανς λιπαρά υπάρχουν σε κουλουράκια, φρυγανιές, μπισκότα, τυρόπιτες, ντόνατς, κέικ, τσιπς, γαριδάκια, σοκολάτες, κρουασάν, γκοφρέτες, κράκερς, τηγανητές πατάτες και άλλα επεξεργασμένα τρόφιμα – εξαρτάται βέβαια από το είδος των λιπαρών που χρησιμοποιεί ο παρασκευαστής. Τα τρόφιμα αυτά δεν έχουν χοληστερόλη και έτσι είχαν θεωρηθεί υγιεινά ή τουλάχιστον ουδέτερα. Περιείχαν βέβαια αρκετή ζάχαρη αλλά αυτό πριν από 30 χρόνια δεν είχε μεγάλη σημασία καθώς ένα τρόφιμο με λίγα λιπαρά έχει αναγκαστικά πολλούς υδατάνθρακες. Ανακαλύφθηκε όμως ότι η ζάχαρη μπορεί να κάνει τα σωματίδια LDL πιο αθηρογόνα.

Τα σωματίδια LDL δεν είναι πανομοιότυπα και όσο μικρότερα είναι τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος για αθηροσκλήρωση. Ορισμένες μελέτες έδειξαν ότι μια διατροφή με πολλούς υδατάνθρακες ίσως κάνει πιο μικρά τα σωματίδια LDL από μια διατροφή πλούσια σε κορεσμένα λιπαρά.

Οι κατευθυντήριες οδηγίες προτείνουν -ακόμα και σήμερα- τον περιορισμό της πρόσληψης των κορεσμένων λιπαρών λόγω της ικανότητάς τους να αυξάνουν τα επίπεδα της LDL χοληστερόλης. Ωστόσο, ορισμένες πρόσφατες μετα-αναλύσεις κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το κορεσμένο λίπος δεν συνδέεται με μεγαλύτερο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου. Αυτό μπορεί να οφείλεται εν μέρει στο ότι τα κορεσμένα λιπαρά δεν αυξάνουν τον αριθμό των μικρών σωματιδίων LDL, σε αντίθεση με μια διατροφή πλούσια σε ζάχαρη που μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο.

Επί 50 χρόνια, είχε παρουσιαστεί τόσο στους γιατρούς όσο και στο ευρύ κοινό ένα απλοποιημένο μοντέλο αθηροσκλήρωσης  επισημαίνοντας τη συσσώρευση της χοληστερόλης μέσα στα τοιχώματα των αρτηριών ως την κύρια αιτία. Σήμερα φαίνεται ότι ο αριθμός των σωματιδίων LDL έχει μεγαλύτερη σημασία από την ποσότητα της χοληστερόλης που μεταφέρουν. Έτσι έχει προταθεί ως καλύτερος προγνωστικός παράγοντας της στεφανιαίας νόσου η μέτρηση της αθηρογόνου απολιποπρωτεΐνης Β (Apo B) αντί της χοληστερόλης.

Κάθε μια από τις λιποπρωτεΐνες που κυκλοφορούν στο αίμα είναι συνδεδεμένες με ένα μόριο απολιποπρωτεΐνης Β. Υπάρχουν δύο μορφές της Apo B, η Apo B-100 και η Apo B-48. H Apo B-100 βρίσκεται στις λιποπρωτεΐνες VLDL, IDL, LDL και στη λιποπρωτεΐνη α ενώ η Apo B-48 βρίσκεται στα χυλομικρά.

Η μέτρηση της Apo B φαίνεται να είναι πιο σχετική με την αθηροσκλήρωση από ό, τι η χοληστερόλη που μεταφέρουν οι λιποπρωτεΐνες. Oι τιμές της Apo B είναι φυσιολογικές κάτω από 90 mg/dL, υψηλές μεταξύ 120-140 mg/dL και πολύ ψηλές πάνω από 140 mg/dL. Η Apo B μπορεί να είναι αυξημένη ακόμη και αν η LDL χοληστερόλη είναι φυσιολογική. Οι τιμές δεν επηρεάζεται έντονα από τη διατροφή.

Δύο εξώφυλλα του περιοδικό ΤΙΜΕ που απεικονίζουν τη διαφορά στις διατροφικές αντιλήψεις σε διάστημα 30 ετών.

Μια άλλη αλλαγή στην προτεινόμενη διατροφή προήλθε από την αναγνώριση των τριγλυκεριδίων ως παράγοντα κινδύνου για στεφανιαία νόσο. Η ελάττωση των τριγλυκεριδίων κατά 50 mg/dl (π.χ. από 165 mg/dl σε 115 mg/dl) μειώνει την πιθανότητα για έμφραγμα ή εγκεφαλικό επεισόδιο κατά 5%. Μέχρι σήμερα δεν φαίνεται ότι τα τριγλυκερίδια εμπλέκονται στην αθηροσκλήρωση αλλά αντιπροσωπεύουν έναν σημαντικό βιοδείκτη κινδύνου. Τα τριγλυκερίδια νηστείας που είναι κάτω από τα 150 mg/ dL θεωρούνται φυσιολογικά, μεταξύ 150-199 mg/dL είναι οριακά υψηλά, μεταξύ 200-499 mg/dL είναι υψηλά, και πάνω από 500 mg/dL είναι πολύ υψηλά.

Μια διατροφή πλούσια σε ζάχαρη και υδατάνθρακες αυξάνει τα τριγλυκερίδια νηστείας. Από την άλλη μεριά, τα ωμέγα-3 λιπαρά που υπάρχουν στα ψάρια ρίχνουν τα τριγλυκερίδια και την πίεση του αίματος.

Δείτε επίσης