Διάλογος Ελλήνων γλωσσολόγων για τα «ρωμαίικα» στην Πύλη για την ελληνική γλώσσα- τι «απαντούν» στην Ελληνίδα ερευνήτρια του Κέμπριτζ.

Ευρύ διάλογο μεταξύ μελών της ελληνικής γλωσσολογικής κοινότητας, μέσω του ιστοτόπου της Πύλης για την ελληνική γλώσσα (www.greek-language.gr), πυροδότησαν τα πρόσφατα δημοσιεύματα για το θέμα της ποντιακής διαλέκτου των μουσουλμάνων του Όφεως, με αφορμή δηλώσεις της Ελληνίδας ερευνήτριας, Ιωάννας Σιταρίδου, σε βρετανική εφημερίδα, περί των «Ρωμαίικων» που ομιλούνται στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.

Σε πρόσφατο άρθρο της, το οποίο αναδημοσιεύτηκε στον ελληνικό και ξένο Τύπο, η Independent αναφέρει ότι τα ποντιακά που μιλούν οι περίπου 5.000 κάτοικοι χωριών κοντά στην Τραπεζούντα είναι μια διάλεκτος αξιοσημείωτα κοντά στα αρχαία ελληνικά και θα μπορούσε να δώσει πολλά στοιχεία για την ίδια τη γλώσσα του Σωκράτη και του Πλάτωνα.

Και επικαλούμενη δηλώσεις της κ. Σιταρίδου, καθηγήτριας στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, σημειώνει: «(Τα Ρωμαίικα) Διατηρούν έναν εντυπωσιακό αριθμό χαρακτήρων της γραμματικής, που δίνουν μια αύρα αρχαίων ελληνικών, χαρακτηριστικών που έχουν εντελώς χαθεί από τις άλλες παραλλαγές των σύγχρονων ελληνικών. Η χρήση του απαρεμφάτου χάθηκε από τις άλλες ελληνικές διαλέκτους. Στα ρωμαίικα, όχι μόνο διατηρήθηκε το απαρέμφατο, αλλά βρίσκουμε επίσης και απαρεμφατικές δομές, που δεν είχαν παρατηρηθεί προηγουμένως και που μόνο σε λατινογενείς γλώσσες έχουν το αντίστοιχό τους».

Επιστήμονες της ελληνικής γλωσσολογικής κοινότητας αντικρούουν τη σύνδεση των «Ρωμαίικων» με τα Αρχαία Ελληνικά και τοποθετούνται επί του απαρεμφάτου, που απαντάται στη γλώσσα αυτή, που μιλούν οι κάτοικοι χωριών της Τραπεζούντας.

Σε διευκρινίσεις για το θέμα προβαίνει το Κέντρο Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών (ΚΕΝΔΙ), με επιστολή του, την οποία υπογράφουν η Διευθύντρια και οι ερευνητές του Κέντρου και δημοσιεύεται στον ιστότοπο της Πύλης για την ελληνική γλώσσα.

Στην επιστολή, αφού επισημαίνεται πως η ύπαρξη της συντακτικής δομής του απαρεμφάτου στην ποντιακή διάλεκτο δεν είναι «νέα ανακάλυψη», καθώς ήταν γνωστή και από παλαιότερες έρευνες, τονίζεται ότι «το απαρέμφατο της Ποντιακής κακώς συνδέθηκε από την κ. Σιταρίδου απευθείας με την Αρχαία Ελληνική και όχι με τη γενικότερη ιστορία της Ελληνικής γλώσσας και των διαλέκτων της και με τη Μεσαιωνική Ελληνική ειδικότερα».

«Βεβαίως, πράγματι έχει εξαφανιστεί (το απαρέμφατο) σήμερα από τις ποντιακές υποδιαλέκτους που ομιλούνται από πρόσφυγες στην Ελλάδα και πράγματι έχει ιδιαίτερη αξία η σύγχρονη μελέτη του φαινομένου επιτοπίως- δεν πρόκειται για ανακάλυψη», τονίζεται.

Σημειώνεται δε ότι «η ύπαρξη των μουσουλμάνων ομιλητών της ποντιακής στην περιοχή του Όφεως ήταν γνωστή στην ελληνική γλωσσολογική κοινότητα και πριν τη δημοσιοποίηση της επιτόπιας έρευνας της κ. Σιταρίδου» και προστίθεται πως η διόγκωση του όλου ζητήματος θα είχε αποφευχθεί, εάν από την αρχή, τα στοιχεία είχαν παρουσιασθεί αυστηρά επιστημονικά, τεκμηριωμένα και στην ορθή τους διάσταση”.

Τη θέση ότι τα Ρωμαίικα «δεν είναι αρχαία Ελληνικά», αλλά μια τοπική παραλλαγή της Ποντιακής, διατυπώνει από την πλευρά της η Αγγελική Ράλλη, Διευθύντρια του Εργαστηρίου Νεοελληνικών Διαλέκτων, καθηγήτρια Γλωσσολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών.

Μια θέση, με την ποία συμφωνεί, με δική του επιστολή-παρέμβαση στον ίδιο ιστότοπο ο Πίτερ Μακρίτζ (Peter Mackridge), από τους παλαιότερους ερευνητές των ελληνικών γλωσσικών ποικιλιών του Πόντου.

«Η Ρωμαίικη είναι μια τοπική παραλλαγή της Ποντιακής», τονίζει στην επιστολή της η κ. Ράλλη και προσθέτει πως «οι λίγες διαφορές που παρουσιάζει από αυτήν που μεταφέρθηκε στην Ελλάδα οφείλονται κυρίως στη μακροχρόνια και εντονότερη επαφή της με την τουρκική γλώσσα”.

Ανήκει δε, όπως επισημαίνει, στις νεοελληνικές διαλέκτους, όπως και τα Ποντιακά της Ελλάδας. «Δεν είναι αρχαία Ελληνικά. Είναι αποδεδειγμένο ότι όλες οι νεοελληνικές διάλεκτοι ανάγονται στην Ελληνιστική Κοινή, συμπεριλαμβανομένης και της Ρωμαίικης. Μόνη εξαίρεση αποτελεί η Τσακωνική διάλεκτος, για την οποία υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι προήλθε από τη Δωρική της Λακωνίας» , τονίζει.

Η καθηγήτρια Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών υπογραμμίζει ακόμη ότι «στοιχεία και δομές της Αρχαίας Ελληνικής, που δεν απαντούν στην Κοινή Νεοελληνική, υπάρχουν στις περισσότερες νεοελληνικές διαλέκτους, σε άλλες λιγότερο και σε άλλες περισσότερο.

Ενώ σε σχέση με το απαρέμφατο, το οποίο αναφέρεται στα σχετικά δημοσιεύματα, επισημαίνει ότι «είναι γνωστό ότι όχι μόνον η Ρωμαίικη αλλά και οι ελληνικές διάλεκτοι της Κάτω Ιταλίας διασώζουν την τελευταία φάση της ύπαρξής του».

Το δικό τους προβληματισμό σχετικά με τα Ρωμαίικα και τις κατά καιρούς ενθουσιώδεις, όπως τονίζουν, απόψεις σχετικά με τις αρχαιοελληνικές καταβολές των σύγχρονων ελληνικών διαλέκτων, «καταθέτουν» η Ανθή Ρεβυθιάδου, Επικ. Καθηγήτρια Γλωσσολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και ο Βασίλειος Σπυρόπουλος, Λέκτορας Γλωσσολογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Οι δύο επιστήμονες τονίζουν ότι με εξαίρεση την Τσακωνική, οι σύγχρονες ελληνικές διάλεκτοι δεν προέρχονται απευθείας από την Αρχαία Ελληνική. Με αφορμή δε το βασικό επιχείρημα της κ. Σιταρίδου για τη σύνδεση των Ρωμαίικων με την αρχαία ελληνική, [ύπαρξη απαρεμφατικών τύπων, όπως κεθέλεσα γράψεινα (δεν ήθελα να γράφω), οι οποίοι θα μπορούσαν να αναχθούν στο απαρέμφατο της Αρχαίας Ελληνικής ούκε ήθελον γράψαι/γράφειν] θέτουν ορισμένα βασικά ερωτήματα:

«Είναι το απαρέμφατο των Ρωμαίικων ίδιο με αυτό της Αρχαίας Ελληνικής ή μήπως είναι πλησιέστερο με ανάλογες δομές της πρώιμης Βυζαντινής Κοινής;». Και σημειώνουν: «Τα δεδομένα πάντως από τις προηγούμενες καταγραφές της διαλέκτου δείχνουν ότι το απαρέμφατο των Ρωμαίικων διαφέρει ριζικά από το απαρέμφατο της Αρχαίας Ελληνικής».

Οι δύο επιστήμονες διατυπώνουν, επίσης, το ερώτημα κατά πόσον η ύπαρξη και μόνο του απαρεμφάτου είναι επαρκές κριτήριο για να επικαλεστεί ένας επιστήμονας την άμεση συγγένεια ανάμεσα στα Ρωμαίικα και την Αρχαία Ελληνική, επισημαίνοντας ότι αφενός μεν «το απαρέμφατο έχει σχεδόν απολιθωμένη χρήση και γενικά αποφεύγεται» , αφετέρου δε ότι «η ίδια η διάλεκτος παρουσιάζει πολλά άλλα γραμματικά χαρακτηριστικά, που, αν μη τι άλλο, τη συνδέουν με άλλες διαλέκτους που μιλιούνταν στη Μικρά Ασία και την απομακρύνουν όχι μόνο από την Αρχαία αλλά και από την Κοινή Νέα Ελληνική».

Τα πλήρη κείμενα των επιστολών-τοποθετήσεων όλων των παραπάνω επιστημόνων είναι προσβάσιμα στον ιστότοπο www.greek-language.gr.

Σ. Παπαδοπούλου

Δείτε επίσης