Η παχυσαρκία προκαλεί στένωση αορτικής βαλβίδας και άλλες καρδιακές παθήσεις

Το υπερβολικό σωματικό λίπος προκαλεί μια σειρά ασθενειών της καρδιάς και των αιμοφόρων αγγείων, σύμφωνα με την πρώτη μελέτη που έγινε για να διερευνηθεί αυτή η σχέση χρησιμοποιώντας μια μέθοδο που ονομάζεται Μεντελιανή τυχαιοποίηση. Οι ερευνητές βρήκαν ότι ο κίνδυνος καρδιαγγειακών παθήσεων αυξάνεται όταν υπάρχουν γενετικές παραλλαγές που προβλέπουν αύξηση της λιπώδους μάζας.

Ο μεγαλύτερος αυξημένος κίνδυνος ήταν η στένωση αορτικής βαλβίδας (κατά 46%), ακολουθούμενη από ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο, κολπική μαρμαρυγή, καρδιακή ανεπάρκεια, περιφερική αρτηριακή νόσο, εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, υψηλή αρτηριακή πίεση και στεφανιαία νόσο.

H μελέτη δείχνει ότι όσο αυξάνεται ο δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ) και η λιπώδης μάζα, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος στένωσης αορτικής βαλβίδας – μια κατάσταση στην οποία η βαλβίδα που ελέγχει τη ροή του αίματος από την καρδιά στο μεγαλύτερο αιμοφόρο αγγείο του σώματος, την αορτή, στενεύει και αδυνατεί να ανοίξει πλήρως.

Στένωση της αορτικής βαλβίδας σημαίνει ότι λιγότερο αίμα αφήνει την καρδιά όταν χτυπάει κι έτσι η καρδιά πρέπει να εργαστεί σκληρότερα για να στείλει περισσότερο αίμα στο σώμα. Το αίμα μπορεί να επιστρέφει προς την καρδιά και μερικές φορές στους πνεύμονες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε δύσπνοια, κόπωση, λιποθυμία, θωρακικό πόνο και ακανόνιστο καρδιακό ρυθμό.

Η Μεντελιανή τυχαιοποίηση είναι ένας τρόπος για να φανεί εάν οι μεμονωμένοι παράγοντες κινδύνου προκαλούν πραγματικά ασθένεια, η απλώς συνδέονται με αυτήν. Χρησιμοποιεί γενετικές παραλλαγές που είναι ήδη γνωστό ότι συνδέονται με πιθανούς παράγοντες κινδύνου, όπως ο ΔΜΣ και το λίπος του σώματος. Αυτό επιτρέπει στους ερευνητές να ανακαλύψουν εάν ένας παράγοντας κινδύνου είναι πράγματι η αιτία της νόσου (και όχι αποτέλεσμα της νόσου). Η μέθοδος μειώνει τη μεροληψία επειδή οι γενετικές παραλλαγές καθορίζονται κατά τη σύλληψη και δεν μπορούν να επηρεαστούν από περιβαλλοντικούς παράγοντες ή από την ανάπτυξη μιας νόσου.

Ερευνητές από το Ινστιτούτο Karolinska, στη Στοκχόλμη της Σουηδίας, με επικεφαλής την αναπληρώτρια καθηγήτρια Susanna Larsson, μελέτησαν 96 γενετικές παραλλαγές που σχετίζονται με τον ΔΜΣ και το σωματικό λίπος για να εκτιμήσουν την επίδρασή τους σε 14 καρδιαγγειακές παθήσεις για 367.703 συμμετέχοντες βρετανικής καταγωγής οι οποίοι περιλαμβάνονται στην UK Biobank – μια βάση δεδομένων για 500.000 άτομα ηλικίας 40-69 ετών.

Η Larsson είπε: «Η αιτιώδης συσχέτιση μεταξύ λιπώδους μάζας και αρκετών ασθενειών της καρδιάς και των αιμοφόρων αγγείων, ιδιαίτερα της στένωσης της αορτικής βαλβίδας, ήταν άγνωστη. Χρησιμοποιώντας την Μεντελιανή τυχαιοποίηση διαπιστώσαμε ότι ο υψηλότερος ΔΜΣ και η υψηλότερη λιπώδης μάζα σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο στένωσης αορτικής βαλβίδας και των περισσότερων άλλων καρδιαγγειακών παθήσεων, γεγονός που υποδηλώνει ότι το υπερβολικό σωματικό λίπος είναι αιτία καρδιαγγειακής νόσου».

Οι άνθρωποι που είχαν γενετικές παραλλαγές οι οποίες προβλέπουν υψηλότερο ΔΜΣ διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο στένωσης αορτικής βαλβίδας, καρδιακής ανεπάρκειας, βαθιάς φλεβικής θρόμβωσης, υψηλής αρτηριακής πίεσης, περιφερικής αρτηριακής νόσου, στεφανιαίας νόσου, κολπικής μαρμαρυγής και πνευμονικής εμβολής.

Για κάθε γενετικά προβλεπόμενη αύξηση του ΔΜΣ κατά 1 μονάδα, ο αυξημένος κίνδυνος κυμάνθηκε από 6% για την πνευμονική εμβολή έως 13% για τη στένωση της αορτικής βαλβίδας. Να σημειωθεί ότι για έναν ΔΜΣ που θεωρείται «υγιής» (20-25 kg / m2) κάθε 1 μονάδα αύξηση για κάποιον που έχει ύψος 170 εκατοστά ύψος, αντιστοιχεί σε αύξηση σωματικού βάρους σχεδόν 3 κιλά.

Η Larsson δήλωσε: «Τα γονίδια μπορεί να μας προδιαθέτουν να κερδίσουμε βάρος, αλλά οι παράγοντες του τρόπου ζωής, όπως η υπερκατανάλωση τροφής και η έλλειψη σωματικής δραστηριότητας, είναι οι κύριοι καθοριστικοί παράγοντες του υπερβολικού βάρους. Οι άνθρωποι που έχουν προδιάθεση για έναν υψηλότερο ΔΜΣ μπορεί να χρειαστεί να εργαστούν λίγο σκληρότερα για να διατηρήσουν ένα υγιές βάρος».

Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο European Heart Journal.

Δείτε επίσης