Μεταβολικό σύνδρομο: Γιατί η βιταμίνη C είναι σημαντική

Μια υψηλότερη πρόσληψη βιταμίνης C είναι ζωτικής σημασίας για όσους έχουν μεταβολικό σύνδρομο και προσπαθούν να σταματήσουν αυτήν τη διαταραχή, σύμφωνα με τον Maret Traber καθηγητή στο Oregon State University.

Πρόκειται για μια σημαντική είδηση για το 35% του ενήλικου πληθυσμού που πάσχει από μεταβολικό σύνδρομο στις αναπτυγμένες χώρες όπως είναι οι ΗΠΑ.

Κάποιος θεωρείται ότι έχει μεταβολικό σύνδρομο εάν έχει τουλάχιστον τρεις από τις ακόλουθες πέντε καταστάσεις: κοιλιακή παχυσαρκία, υψηλή αρτηριακή πίεση, υψηλή περιεκτικότητα γλυκόζη αίματος, χαμηλά επίπεδα “καλής” χοληστερόλης και υψηλά επίπεδα τριγλυκεριδίων.

Θεωρείται πως μια διατροφή με υψηλή περιεκτικότητα σε κορεσμένα λιπαρά έχει ως αποτέλεσμα τη χρόνια φλεγμονή χαμηλού βαθμού στο σώμα. Η φλεγμονή συνεισφέρει στην ανάπτυξη του μεταβολικού συνδρόμου, μια κατάσταση που συνδέεται με τη γνωστική δυσλειτουργία και την άνοια, ενώ αποτελεί παράγοντα κινδύνου για καρδιαγγειακές παθήσεις και διαβήτη τύπου 2.

Τα ευρήματα που δημοσιεύθηκαν στο Redox Biology υποδηλώνουν ότι ο τύπος των φαγητών που οδηγεί σε μεταβολικό σύνδρομο μπορεί να προκαλέσει ανισορροπίες στο μικροβίωμα του εντέρου. Αυτό με τη σειρά του προκαλεί εξασθενημένη λειτουργία του εντέρου κάτι που έχει ως συνέπεια να κυκλοφορούν τοξίνες στο αίμα και να εξαντλείται η βιταμίνη C.

Τα αντιοξειδωτικά όπως οι βιταμίνες C και E προσφέρουν άμυνα ενάντια στο οξειδωτικό στρες που προκαλείται από τη φλεγμονή και τις ελεύθερες ρίζες.

«Όταν έχετε υπεροξείδωση λιπιδίων, η βιταμίνη Ε εξαντλείται αλλά η βιταμίνη C μπορεί να την αναγεννήσει», δήλωσε ο Traber. «Εάν δεν έχετε βιταμίνη C, η βιταμίνη Ε χάνεται και αυτό καταλήγει σε καταστροφή της αντιοξειδωτική προστασίας».

Η υπεροξείδωση των λιπιδίων είναι η οξειδωτική αποικοδόμηση των πολυακόρεστων λιπαρών οξέων τα οποία αποτελούν σημαντικό συστατικό των κυτταρικών μεμβρανών.

«Εάν υπάρχει υπερβολικό λίπος στη διατροφή, προκαλεί τραυματισμό του εντέρου», λέει ο Traber. «Τα βακτηριακά κυτταρικά τοιχώματα μπορούν στη συνέχεια να διαρρεύσουν από το έντερο στην κυκλοφορία του αίματος και μετά θα καταδιωχτούν από τα ουδετερόφιλα». Τα ουδετερόφιλα είναι ο πιο άφθονος τύπος λευκών αιμοσφαιρίων, ένα βασικό τμήμα του ανοσοποιητικού συστήματος. Επιτίθενται στα βακτήρια με υποχλωριώδες οξύ, δηλαδή χλωρίνη.

«Τα λευκά αιμοσφαίρια “σφουγγαρίζουν” με χλωρίνη και αυτό καταστρέφει τη βιταμίνη C», αναφέρει ο Traber. «Το σώμα καταστρέφει την προστασία του λόγω της εντερικής δυσβίωσης θεωρώντας ότι υπάρχει βακτηριακή εισβολή». Και χωρίς παρέμβαση, η διαδικασία επαναλαμβάνεται.

«Τα άτομα με μεταβολικό σύνδρομο μπορεί να καταναλώνουν την ίδια ποσότητα βιταμίνης C όπως τα άτομα χωρίς μεταβολικό σύνδρομο, αλλά έχουν χαμηλότερες συγκεντρώσεις στο αίμα τους», επισημαίνει ο Traber. «Θεωρούμε ότι αυτό οφείλεται στην ολίσθηση των βακτηριακών κυτταρικών τοιχωμάτων κάνοντας ολόκληρο το σώμα να ξεκινήσει μια αντιφλεγμονώδη αντίδραση».

Η βιταμίνη C βρίσκεται στα φρέσκα λαχανικά και τα φρούτα. Πηγές βιταμίνης Ε περιλαμβάνουν ξηρούς καρπούς όπως είναι τα αμύγδαλα, το φύτρο σιταριού και διάφορα έλαια. Οι συστάσεις είναι 65-90 mg ημερησίως για τη βιταμίνη C και 15 mg για τη βιταμίνη Ε.

Ορισμένοι πιστεύουν ότι η βιταμίνη C πρέπει να λαμβάνεται σε πολύ μεγαλύτερες ποσότητες κάτω από κάποιες καταστάσεις όπως π.χ. όταν είμαστε άρρωστοι. Ο Traber προτείνει την κατανάλωση 5-10 μερίδων φρούτων και λαχανικών την ημέρα. Αυτή η διατροφή παρέχει όχι μόνο επαρκή βιταμίνη C αλλά και φυτικές ίνες έτσι ώστε να προληφθεί η εντερική δυσβίωση και η διαρροή των βακτηριακών τοιχωμάτων στο αίμα.

Δείτε επίσης