Διατροφική χοληστερόλη: Έχει σημασία ή όχι;

Το μεγαλύτερο μέρος της χοληστερόλης που κυκλοφορεί στο αίμα παράγεται από το συκώτι. Η χοληστερόλη ενσωματώνεται στα κύτταρα, όπου παίζει σημαντικό ρόλο, ή χρησιμοποιείται για την παραγωγή ορμονών. Ωστόσο η υπερβολική χοληστερόλη στο αίμα έχει συσχετιστεί στατιστικά με τις καρδιακές προσβολές και τα ισχαιμικά εγκεφαλικά. Θεωρείται επίσης ότι αποτελεί την σημαντικότερη αιτία σχηματισμού αθηρωματικής πλάκας στο εσωτερικό των αρτηριών, μια διαδικασία που προκαλεί τις περισσότερες καρδιακές παθήσεις και εγκεφαλικά επεισόδια.

Ωστόσο, το αν πραγματικά η χοληστερόλη είναι η κύρια αιτία της αθηρωματικής πλάκας έχει αμφισβητηθεί διότι αυτό που εισέρχεται μέσα στις αρτηρίες είναι το σωματίδιο που μεταφέρει τη χοληστερόλη και όχι η χοληστερόλη από μόνη της. Έτσι θα μπορούσε (και) κάτι άλλο πλην της χοληστερόλης να είναι η αιτία της αθηροσκλήρωσης. Επίσης είναι γνωστό ότι η φλεγμονή, δηλαδή η αθηρωματική πλάκα, προκαλείται από τη συμμετοχή του ανοσοποιητικού συστήματος.

Το 2013, η οδηγία για τη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου της American Heart Association μαζί με το American College of Cardiology [AHA/ACC Guideline on Lifestyle Management to Reduce Cardiovascular Risk] δεν συμπεριέλαβε κάποια σύσταση για τη διατροφική χοληστερόλη, αναφέροντας: “Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να διαπιστωθεί εάν η μείωση της χοληστερόλης στη διατροφή μειώνει την LDL-C. [There is insufficient evidence to determine whether lowering dietary cholesterol reduces LDL-C].

Η πρόταση αυτή έμοιαζε με “βόμβα” γιατί επί δεκαετίες η σύσταση προς το κοινό ήταν μην τρώει τρόφιμα που έχουν πολλή χοληστερόλη. και ξαφνικά, με τον πιο επίσημο τρόπο, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να υποστηρίζουν ότι διατροφική χοληστερίνη έχει επίπτωση στην LDL χοληστερόλη. Η προηγούμενη σύσταση της Αμερικανικής Καρδιολογικής Εταιρείας, από τις αρχές της δεκαετίες του 1960, ήταν ότι η χοληστερόλη που λαμβάνει κάποιος από τη διατροφή δεν πρέπει να ξεπερνά τα 300 mg την ημέρα. Δηλαδή, όλες αυτές τις δεκαετίες, τα στοιχεία ήταν λάθος; Είχαν υπερτιμηθεί; Βρέθηκαν νέα στοιχεία;

Το 2015, η αμερικανική Dietary Guidelines Advisory Committee, ακολουθώντας την προ διετίας οδηγία των AHA / ACC παρείχε, ελαφρώς διαφοροποιημένα, την ίδια σύσταση λέγοντας: “Προηγουμένως, οι κατευθυντήριες γραμμές για τους Αμερικανούς συνιστούσαν η πρόσληψη της χοληστερόλης να περιορίζεται κάτω από τα 300 mg ημερησίως. Η 2015 η DGAC [Συμβουλευτική Επιτροπή Διαιτητικών Οδηγιών] δεν θα υποβάλλει αυτή τη σύσταση, διότι τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν μη αξιοσημείωτη σχέση μεταξύ κατανάλωσης διαιτητικής χοληστερόλης και χοληστερόλης στο αίμα, σύμφωνα με τα συμπεράσματα της αναφοράς AHA / ACC. Η χοληστερόλη δεν αποτελεί θρεπτικό συστατικό που προκαλεί ανησυχία για υπερκατανάλωση”. [The 2015 DGAC [Dietary Guidelines Advisory Committee] will not bring forward this recommendation because available evidence shows no appreciable relationship between consumption of dietary cholesterol and serum cholesterol, consistent with the conclusions of the AHA/ACC report. Cholesterol is not a nutrient of concern for overconsumption”. [1]

Ορισμένες διευκρινήσεις επί του θέματος προσπάθησε να κάνει ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο περιοδικό Circulation από μια Επιστημονική Συμβουλευτική Επιτροπή της American Heart Association [2]. Το άρθρο λέει μεν ότι η έρευνα δεν υποστηρίζει ένα συγκεκριμένο ανώτατο όριο για την πρόσληψη της διατροφικής χοληστερόλη, και άρα υπονοεί ότι καλώς καταργήθηκε το αριθμητικό όριο των 300 mg ημερησίως αλλά συγχρόνως λέει ότι η διατροφική χοληστερόλη παίζει σημαντικό ρόλο στη χοληστερόλη του αίματος και άρα πρέπει να μας απασχολεί. Με άλλα λόγια, φαίνεται πως η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία διαφωνεί σήμερα με τη σύστασή της, το 2013.

Η επιστημονική έρευνα σχετικά με το ρόλο της διατροφικής χοληστερόλης δεν έχει βρει μια αναμφισβήτητη σχέση μεταξύ της διαιτητικής χοληστερόλης και της υψηλότερης LDL χοληστερόλης στο αίμα. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν άνθρωποι που καταναλώνουν αρκετή χοληστερόλη αλλά έχουν χαμηλή χοληστερόλη αίματος και το αντίθετο. Όμως η διατροφική χοληστερόλη ανεβάζει τη χοληστερόλη του αίματος σε πολλούς ανθρώπους.

Επίσης, η επιστημονική έρευνα δείχνει, γενικά, μια συσχέτιση μεταξύ της διατροφικής χοληστερόλης και της καρδιαγγειακής νόσου. Τα ευρήματα από μελέτες παρατήρησης θα μπορούσαν να επηρεαστούν από διάφορους παράγοντες όπως είναι τα κορεσμένα λιπαρά διότι τα περισσότερα τρόφιμα που είναι υψηλά σε χοληστερόλη είναι επίσης υψηλά σε κορεσμένα λιπαρά -τα κορεσμένα λιπαρά ανεβάζουν τη χοληστερόλη του αίματος περισσότερο από τη διατροφική χοληστερόλη.

«Η εξέταση της σχέσης μεταξύ της διατροφικής χοληστερόλης και του κινδύνου για στεφανιαία νόσο δεν μπορεί να αγνοήσει δύο πτυχές της δίαιτας: Πρώτον, τα περισσότερα τρόφιμα που συμβάλλουν στην άνοδο της χοληστερόλης είναι συνήθως υψηλά σε κορεσμένα λιπαρά τα οποία συνδέονται στενά με αυξημένο κίνδυνο υπερβολικής LDL χοληστερόλης στο αίμα. Γνωρίζουμε από ένα τεράστιο σύνολο επιστημονικών μελετών ότι τα υγιή καρδιακά πρότυπα, όπως η μεσογειακού τύπου διατροφή και η διατροφή DASH (Dietary Approaches to Stop Hypertension) είναι εγγενώς χαμηλές σε χοληστερόλη», δήλωσε η Jo Ann S. Carson, καθηγήτρια διατροφής στο UT Southwestern Medical Center, στο Ντάλας του Τέξας, και πρόεδρος της συμβουλευτικής επιτροπής της ΑΗΑ.

Η χοληστερόλη της διατροφής και η χοληστερόλη του αίματος

Γιατί όμως δεν μας απασχολεί η υπερκατανάλωση της χοληστερόλης; Δεν μας απασχολεί επειδή η διατροφική χοληστερόλη δεν έχει επίδραση στη χοληστερόλη του αίματος ή δεν μας απασχολεί επειδή οι άνθρωποι δεν καταναλώνουν στις μέρες μας πολλή χοληστερόλη; Το παρόν άρθρο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πολλοί άνθρωποι προσλαμβάνουν αρκετή χοληστερόλη από τη διατροφή και αυτό έχει επίδραση στη χοληστερόλη του αίματος.

Σύμφωνα με τις NHANES (Εθνικές Έρευνες για την Υγεία και τη Διατροφή), το 2013 και το 2014, η πρόσληψη χοληστερόλης στις ΗΠΑ για άτομα άνω των 20 ετών ήταν, κατά μέσο όρο, 293 mg την ημέρα που αντιστοιχεί σε 137 mg  ανά 1.000 θερμίδες. Οι έρευνες το 2001-2002 είχαν βρει 290 mg, οπότε η πρόσληψη της χοληστερόλης τα τελευταία χρόνια παρέμεινε σταθερή. Η μέση πρόσληψη ήταν 242 mg/d (135 mg ανά 1.000 θερμίδες) στις γυναίκες και 348 mg/d (144 mg ανά 1.000 θερμίδες) στους άνδρες.

H ημερήσια πρόσληψη χοληστερόλης σε άνδρες και γυναίκες στις ΗΠΑ (2013-2014). Ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων καταναλώνει πάνω από 300 mg την ημέρα, το 46% των ανδρών και το 28% των γυναικών.

Το 46% των ανδρών και το 28% των γυναικών στις ΗΠΑ καταναλώνουν πάνω από 300 mg χοληστερόλης την ημέρα με βάση στοιχεία του 2013-14. Οι κυριότεροι συντελεστές της διατροφικής χοληστερόλης, κατά φθίνουσα σειρά, ήταν το κρέας, τα αυγά και τα πλήρη λιπαρά γαλακτοκομικά προϊόντα. Κατά μέσο όρο, το κρέας (συμπεριλαμβανομένων των πουλερικών, των μεταποιημένων και των θαλασσινών) συνέβαλε στο 42% της συνολικής πρόσληψης χοληστερόλης, τα αυγά συνέβαλαν στο 25% και οι άλλες ομάδες τροφίμων στο υπόλοιπο. Μεταξύ των ανθρώπων που κατανάλωναν πολλή χοληστερόλη, τα αυγά έπαιζαν τον κύριο ρόλο (ένα μεγάλο αυγό περιέχει 186 mg χοληστερόλη, αποκλειστικά στον κρόκο του).

Σύμφωνα με το άρθρο, λαμβάνοντας υπόψη την κατανάλωση των κορεσμένων, των μονοακόρεστων και των πολυακόρεστων λιπαρών, το στατιστικό μοντέλο παλινδρόμησης δείχνει ότι για κάθε 100 mg αύξηση της διατροφικής χοληστερόλης ημερησίως, αυξάνεται η συγκέντρωση της LDL χοληστερόλης στο αίμα κατά 1,90 mg / dL (με βάση ένα γραμμικό μοντέλο), κατά 4,46 mg / dL (με βάση ένα άλλο γραμμικό μοντέλο που προέρχεται από την εξίσωση Michaelis-Menten) και κατά 4,58 mg / dL (με βάση ένα μη γραμμικό μοντέλο). Αυτά τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η διατροφική χοληστερόλη αυξάνει την LDL χοληστερόλη του αίματος ακόμα και όταν λαμβάνεται υπόψη η κατανάλωση των διαφόρων τύπων διατροφικού λίπους. Οι συγγραφείς του άρθρου έκαναν επίσης μια δική τους ανάλυση που βασίστηκε σε 11 μελέτες και βρήκαν μια σημαντική σχέση μεταξύ της διατροφικής χοληστερόλης και της LDL χοληστερόλης (και της HDL χοληστερόλης).

Με βάση τα παραπάνω, οι συγγραφείς φαίνεται πως αμφισβητούν τη διατύπωση ότι η διατροφική χοληστερόλη δεν αποτελεί λόγο ανησυχίας, γράφοντας πως η υγιεινή διατροφή είναι εκ φύσεως χαμηλή σε χοληστερόλη. Σημειώνουν επίσης ότι ορισμένα οστρακοειδή (π.χ. οι γαρίδες) είναι σχετικά υψηλά σε διατροφική χοληστερόλη και πολύ χαμηλά σε κορεσμένο λίπος.

Η Carson ανέφερε: “Υγιεινή είναι μια διατροφή που δίνει έμφαση στα φρούτα, τα λαχανικά, τα δημητριακά ολικής αλέσεως, τα γαλακτοκομικά προϊόντα χωρίς πολλά λιπαρά ή χωρίς καθόλου λιπαρά, τα άπαχα τεμάχια κρέατος, τα πουλερικά, τα ψάρια, τις φυτικές πρωτεΐνες, τα καρύδια και τους σπόρους. Τα κορεσμένα λίπη, τα οποία απαντώνται κυρίως σε ζωικά προϊόντα όπως το κρέας και τα πλήρη λιπαρά γαλακτοκομικά προϊόντα, καθώς και στα τροπικά έλαια, θα πρέπει να αντικατασταθούν από πολυακόρεστα λιπαρά όπως το καλαμπόκι, το έλαιο κράμβης ή σόγιας. Τα τρόφιμα με υψηλή περιεκτικότητα σε προστιθέμενα σάκχαρα και νάτριο (αλάτι) πρέπει να περιοριστούν”.

Πηγές:

  1. Dietary Guidelines Advisory Committee. Scientific report of the 2015 Dietary Guidelines Advisory Committee: advisory report to the Secretary of Health and Human Services and the Secretary of Agriculture. 2015. https://health.gov/dietaryguidelines/2015-scientific-report/. Accessed June 14, 2019.
  2. Dietary Cholesterol and Cardiovascular Risk: A Science Advisory From the American Heart Association.

Δείτε επίσης