Πιρενζεπίνη διυδροχλωρική

H πιρενζεπίνη είναι ένα αντιόξινο φάρμακο – τα αντιόξινα εξουδετερώνουν το υδροχλωρικό οξύ της γαστρικής έκκρισης.

H πιρενζεπίνη, τρικυκλική ένωση δομικώς όμοια της ιμιπραμίνης, σε μικρές δόσεις δρα ως εκλεκτικός ανταγωνιστής των M1 μουσκαρινικών υποδοχέων των τοιχωματικών κυττάρων του στομάχου με αποτέλεσμα τη μείωση της γαστρικής έκκρισης.

Eνδείξεις: Γαστροδωδεκαδακτυλικό έλκος, γενικώς καταστάσεις γαστρικής υπερέκκρισης.

Aντενδείξεις: Γλαύκωμα κλειστής γωνίας, υπερτροφία προστάτη, κύηση (ιδιαιτέρως το 1ο τρίμηνο), γαλουχία.

Παρενέργειες: Ξηροστομία (13.5%), κατάργηση προσαρμογής (6.5%), δυσκοιλιότητα (2.6%) οι συχνότερες. Eπίσης αναφέρονται ναυτία, έμετοι, διάρροια, ανορεξία, ζάλη, κεφαλαλγία, σύγχυση, επίσχεση ούρων, αδυναμία, ίλιγγος, μείωση της libido.
Aλληλεπιδράσεις: Mε H2-ανταγωνιστές εμφανίζει συνεργική δράση στην αναστολή της γαστρικής έκκρισης. Η πιρενζεπίνη ενισχύει την αντιμουσκαρινική δράση της προκαρβαζίνης.

Προσοχή στη χορήγηση: Σε νεφρική ανεπάρκεια και σε ηλικιωμένα άτομα να μειώνεται η δόση. Σε παιδιά δεν υπάρχει κλινική εμπειρία.

Δοσολογία: Συνήθως 50 mg 2-3 φορές ημερησίως για 4-6 εβδομάδες (σε ανθεκτικές περιπτώσεις μέχρι 3 μήνες). Tο φάρμακο να λαμβάνεται 30 περίπου λεπτά πριν από τα γεύματα.

Σημειώστε ότι τα αντιόξινα παρά την ικανοποιητική σχετικώς επουλωτική δράση (συγκρίσιμη με την των H2-ανταγωνιστών) και το χαμηλό κόστος τους ελάχιστα χρησιμοποιούνται σήμερα. Oι λόγοι είναι η ανάγκη συχνής χορήγησής τους, με αποτέλεσμα τη μη εύκολη συμμόρφωση του ασθενή, το μεγάλο ποσοστό παρενεργειών (διάρροια ή δυσκοιλιότητα) και η μη ταχεία υποχώρηση των ενοχλημάτων σε σχέση με τους H2-ανταγωνιστές και τους αναστολείς της αντλίας πρωτονίων.

Επειδή μπορεί να επηρεάσουν την απορρόφηση πολλών φαρμάκων δεν πρέπει να μη λαμβάνονται ταυτόχρονα με άλλα φάρμακα.