Τα λοιμώδη ξεσπάσματα και η αντοχή στα αντιμικροβιακά συχνά χαρακτηρίζονται ως παγκόσμιες κρίσεις υγείας. Ωστόσο, μια πιο ήσυχη αλλά εξίσου απειλητική κρίση συγκεντρώνει δυνάμεις εδώ και δεκαετίες. Ο καρκίνος αυξάνεται σταθερά σε κάθε περιοχή του κόσμου, με τον παγκόσμιο αριθμό περιστατικών να έχει υπερδιπλασιαστεί τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Οι πιο απότομες αυξήσεις καταγράφονται πλέον σε χώρες με τους λιγότερους πόρους, όπου τα συστήματα υγείας είναι λιγότερο προετοιμασμένα να ανταποκριθούν.
Στο πλαίσιο της συνεργασίας Global Burden of Disease 2023 Cancer, μιας παγκόσμιας σύμπραξης εκατοντάδων επιστημόνων, αναλύθηκαν δεδομένα από 204 χώρες και περιοχές για την περίοδο 1990–2023, με προβολές έως το 2050. Η μελέτη αυτή αποτελεί μία από τις πιο ολοκληρωμένες αποτυπώσεις της παγκόσμιας επιβάρυνσης από καρκίνο που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα.
Η παγκόσμια αποτύπωση του καρκίνου: δεδομένα και προβολές
Για πολλά χρόνια, ο καρκίνος θεωρούνταν νόσος της ευημερίας, συνδεδεμένη κυρίως με χώρες υψηλού εισοδήματος. Σήμερα είναι σαφές ότι το βάρος μετατοπίζεται ραγδαία. Πάνω από το 70% των νέων περιστατικών και των θανάτων από καρκίνο αναμένεται σύντομα να αφορά χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. Οι χώρες αυτές βιώνουν ταυτόχρονα γήρανση του πληθυσμού, αστικοποίηση, αλλαγές στη διατροφή, αύξηση της παχυσαρκίας και επιδείνωση της περιβαλλοντικής ρύπανσης, χωρίς όμως την αντίστοιχη ανάπτυξη υπηρεσιών πρόληψης, έγκαιρης διάγνωσης και θεραπείας. Η μετάβαση αυτή εξελίσσεται ταχύτερα από την ικανότητα των συστημάτων υγείας να προσαρμοστούν.
Το 2023 εκτιμήθηκαν περίπου 18,5 εκατομμύρια νέες διαγνώσεις καρκίνου και 10,4 εκατομμύρια θάνατοι παγκοσμίως. Ο καρκίνος ευθύνεται πλέον για σχεδόν έναν στους έξι θανάτους παγκοσμίως, ξεπερνώντας πολλές λοιμώδεις νόσους. Περισσότεροι από τα δύο τρίτα αυτών των θανάτων σημειώθηκαν σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, όπου η πρόσβαση σε απεικονιστικές εξετάσεις, παθολογοανατομικές υπηρεσίες, ακτινοθεραπεία και σύγχρονες θεραπείες παραμένει περιορισμένη ή ανύπαρκτη.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι το 41,7% των θανάτων από καρκίνο το 2023 αποδόθηκε σε τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου. Το κάπνισμα εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο μεμονωμένο παράγοντα, ευθυνόμενο για περίπου έναν στους τέσσερις θανάτους από καρκίνο. Ακολουθούν το αλκοόλ, η ανθυγιεινή διατροφή, η παχυσαρκία, η ατμοσφαιρική ρύπανση και οι επαγγελματικές ή περιβαλλοντικές εκθέσεις σε καρκινογόνες ουσίες. Η πρόληψη εκατομμυρίων περιστατικών ετησίως είναι εφικτή, όχι μόνο μέσω ατομικών επιλογών, αλλά κυρίως μέσω πολιτικών αποφάσεων που καθορίζουν το περιβάλλον στο οποίο ζουν οι άνθρωποι – τον αέρα που αναπνέουν, την τροφή που καταναλώνουν και τις συνθήκες εργασίας τους.
Οι προβολές έως το 2050 είναι αποκαλυπτικές. Οι νέες διαγνώσεις καρκίνου ενδέχεται να φτάσουν τα 30,5 εκατομμύρια ετησίως, ενώ οι θάνατοι να ανέλθουν σε 18,6 εκατομμύρια τον χρόνο, σχεδόν διπλάσιοι από τους σημερινούς αριθμούς. Αν και η αύξηση και η γήρανση του πληθυσμού εξηγούν μέρος της τάσης, σημαντικό ρόλο παίζουν και οι αλλαγές στον τρόπο ζωής, η υποβάθμιση της ποιότητας του αέρα και οι κοινωνικοοικονομικές ανισότητες.
Τροποποιήσιμοι παράγοντες κινδύνου και η πολιτική της πρόληψης
Η αντιμετώπιση αυτής της κρίσης απαιτεί συστημικές παρεμβάσεις. Η έγκαιρη διάγνωση μπορεί να μειώσει τη θνησιμότητα από ορισμένους καρκίνους έως και 30–50%, ωστόσο οργανωμένα προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου παραμένουν ανύπαρκτα για μεγάλο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού. Παράλληλα, η ανεπάρκεια παθολογοανατομικών εργαστηρίων και εξειδικευμένου ογκολογικού προσωπικού αποτελεί βασικό φραγμό στη σωστή διάγνωση και θεραπεία.
Ο έλεγχος του καπνού, η βελτίωση της ποιότητας του αέρα, η πρόληψη της παχυσαρκίας και η προστασία στον χώρο εργασίας συγκαταλέγονται στις πιο αποδοτικές παρεμβάσεις δημόσιας υγείας, με υψηλή σχέση κόστους-οφέλους. Ωστόσο, η εφαρμογή τους παραμένει άνιση. Παράλληλα, η απουσία αξιόπιστων μητρώων καρκίνου σε πολλές χώρες δυσχεραίνει τον σχεδιασμό πολιτικών και την αξιολόγηση της προόδου.
Ο καρκίνος δεν αφορά πλέον μόνο τους ηλικιωμένους. Σε πολλές χώρες παρατηρείται αύξηση καρκίνων πρώιμης έναρξης, ιδιαίτερα του παχέος εντέρου, του μαστού και του θυρεοειδούς, με σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις. Για τους νεότερους ασθενείς, η νόσος διακόπτει την εκπαίδευση, την εργασία και τη δημιουργία οικογένειας, μετατρέποντας τον καρκίνο σε βαθύ κοινωνικό ζήτημα.
Το μέλλον δεν είναι προδιαγεγραμμένο. Τα επόμενα 25 χρόνια αποτελούν κρίσιμο παράθυρο δράσης. Η γνώση υπάρχει, τα δεδομένα είναι σαφή. Αυτό που απομένει είναι η πολιτική και κοινωνική βούληση να μετατραπεί η πρόληψη και η ισότιμη πρόσβαση στη φροντίδα του καρκίνου σε παγκόσμια προτεραιότητα. Μια μεγάλη πρόκληση είναι η άνοδος της παχυσαρκίας.
Η παχυσαρκία αναδεικνύεται πλέον σε έναν από τους ταχύτερα αυξανόμενους και υποτιμημένους παράγοντες κινδύνου για καρκίνο παγκοσμίως. Σύμφωνα με επιδημιολογικά δεδομένα, ο αυξημένος δείκτης μάζας σώματος συνδέεται αιτιολογικά με περισσότερους από 13 διαφορετικούς τύπους καρκίνου, μεταξύ των οποίων ο καρκίνος του μαστού (μετά την εμμηνόπαυση), του παχέος εντέρου, του ήπατος, του παγκρέατος, του ενδομητρίου και του νεφρού. Εκτιμάται ότι 4–8% όλων των καρκίνων παγκοσμίως αποδίδονται στην παχυσαρκία, ποσοστό που αυξάνεται ταχύτερα στις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, όπου η διατροφική μετάβαση οδηγεί σε αυξημένη κατανάλωση υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων και καθιστική ζωή. Οι βιολογικοί μηχανισμοί περιλαμβάνουν τη χρόνια χαμηλού βαθμού φλεγμονή, την ινσουλινοαντίσταση, την υπερινσουλιναιμία, τις ορμονικές διαταραχές (ιδίως στα οιστρογόνα) και την απορρύθμιση αυξητικών παραγόντων που ευνοούν την καρκινογένεση. Καθώς τα ποσοστά παχυσαρκίας αυξάνονται και στα παιδιά και στους νέους ενήλικες, η παχυσαρκία λειτουργεί ως «επιταχυντής» μελλοντικών καρκίνων, μετατοπίζοντας τη νόσο σε νεότερες ηλικίες και επιβαρύνοντας περαιτέρω τα συστήματα υγείας. Η πρόληψη της παχυσαρκίας δεν αποτελεί πλέον μόνο ζήτημα καρδιαγγειακής υγείας, αλλά κεντρικό πυλώνα της στρατηγικής πρόληψης του καρκίνου.
























