Γονόκοκκος – Οι λοιμώξεις που προκαλεί

gonokokkos

Ο γονόκοκκος.

Ο γονόκοκκος (Neisseria gonorrhoeae) είναι ένας Gram-αρνητικός κόκκος (είδος βακτηρίου) με χαρακτηριστική διάταξη σε ζευγάρια σαν τους κόκκους χρώματος καφέ. Ανακαλύφθηκε το 1879. Προκαλεί τη γονόρροια (λέγεται και βλεννόρροια) μια σεξουαλικά μεταδιδόμενη ασθένεια.

Το μικρόβιο μολύνει τόσο τους άντρες, όσο και τις γυναίκες αλλά δεν προκαλεί πάντα συμπτώματα. Συνήθως προσβάλλει τις υγρές και ζεστές περιοχές των βλεννογόνων, την ουρήθρα, τον τράχηλο της μήτρας, το ορθό, τον φάρυγγα, και τα μάτια. Η θεραπεία (με αντιβίωση) είναι απαραίτητη προκειμένου να μην προκαλέσει σοβαρές βλάβες.

Το βακτήριο βρίσκεται μόνο στον άνθρωπο και δεν ζει στο εξωτερικό περιβάλλον. Δεν αποτελεί μέρος της φυσιολογικής χλωρίδας του ανθρώπου. Η παρουσία του στους άνδρες τις περισσότερες φορές σημαίνει λοίμωξη. Το ίδιο δεν συμβαίνει όμως με τις γυναίκες, όπου οι περισσότερες από τις μισές που έχουν μολυνθεί δεν εκδηλώνουν συμπτώματα.

Μετάδοση

Ο γονόκοκκος μεταδίδεται με τη σεξουαλική επαφή. Οι γυναίκες έχουν 50% πιθανότητα να μολυνθούν κατόπιν σεξουαλικής επαφής, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στους άνδρες εκτιμάται στο 20%. Ο χρόνος επώασης είναι 2-5 ημέρες στον άνδρα και 3-21 ημέρες στη γυναίκα.

Ποιες λοιμώξεις προκαλεί

Στους άνδρες προκαλεί ουρηθρίτιδα (γονοκοκοκκική βλεννόρροια) που χαρακτηρίζεται από μεγάλη έκκριση πύου από την ουρήθρα και δυσουρία (δυσκολία κατά την ούρηση). Σπάνια, όταν δεν δοθεί κατάλληλη θεραπεία μπορεί να παρατηρηθούν: επιδιδυμίτιδα, προστατίτιδα ή περιουρηθρικά αποστήματα.

Στα κορίτσια, στην προεφηβική ηλικία, ο γονόκοκκος μπορεί να προκαλέσει κολπίτιδα, ενώ στις γυναίκες προκαλεί λοίμωξη του τραχήλου της μήτρας (τραχηλίτιδα) χωρίς να προσβάλλει τον κόλπο. Η έκκριση που παρατηρείται από τον κόλπο και οφείλεται στο γονόκοκκο, προέρχεται από τον τράχηλο. Η τραχηλίτιδα αν δεν θεραπευτεί, μπορεί να προκαλέσει σαλπιγγίτιδα, αποστήματα των σαλπίγγων και των ωοθηκών (οξεία πυελική φλεγμονώδης νόσος). Η κατάσταση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε εξωμήτριο κύηση ή μείωση της γονιμότητας.

Το βακτήριο προκαλεί κυρίως τοπική λοίμωξη. Σπάνια όμως μπορεί να προκληθεί σηψαιμία (κυκλοφορία του γονόκοκκου στο αίμα) ή αρθρίτιδα και περιηπατίτιδα. Στα νεογνά ο γονόκοκκος μπορεί να προκαλέσει επιπεφυκίτιδα (οφθαλμία των νεογνών) όταν κατά τον τοκετό υπάρχει γονοκοκκική τραχηλίτιδα. Έχει επίσης παρατηρηθεί ορθοπρωκτική γονόρροια ενώ όταν γίνεται στοματικός έρωτας μπορεί να προκληθεί φαρυγγίτιδα.

Μια άλλη πάθηση που προκαλεί είναι η γονοκοκκαιμία η οποία χαρακτηρίζεται από ένα αιμορραγικό φυσαλιδοφλυκταινώδες εξάνθημα, πυρετικά επεισόδια και αρθραλγία ή αληθή αρθρίτιδα μίας ή περισσότερων αρθρώσεων.

Δείτε τα συμπτώματα της γονόρροιας εδώ.

Διαγνωστική προσέγγιση

Η διάγνωση της γονοκοκκικής ουρηθρίτιδας στους άνδρες μπορεί να γίνει άμεσα με μικροσκοπική εξέταση του ουρηθρικού εκκρίματος.

Στις γυναίκες η διάγνωση της γονοκοκκικής λοίμωξης στον τράχηλο της μήτρας γίνεται με μικροσκοπική εξέταση επιχρίσματος του τραχήλου. Σε συστηματική λοίμωξη γίνεται καλλιέργεια αίματος.

Στην αρθρίτιδα η εξέταση γίνεται σε υγρό που λαμβάνεται με παρακέντηση από την άρθρωση.

Σε κάθε περίπτωση γονοκοκκικής λοίμωξης γίνεται και καλλιέργεια για την απομόνωση του μικροβίου και στη συνέχεια έλεγχος ευαισθησίας στα αντιβιοτικά (αντιβιόγραμμα). Η καλλιέργεια, ως μέσο διαγνωστικό, επιβάλλεται να γίνεται στις περιπτώσεις λοίμωξης περιοχών που υπάρχει φυσιολογική χλωρίδα, όπως φάρυγγα (στοματικός έρωτας) ή πρωκτός.

Θεραπεία και πρόληψη

Χορηγούνται αντιβιοτικά σύμφωνα με το αντιβιόγραμμα (μερικοί γονόκοκκοι είναι ανθεκτικοί σε κάποια αντιβιοτικά) και τη θέση της λοίμωξης. Oρισμένα στελέχη του μικροβίου παρουσιάζουν αντοχή σε πολλά αντιβιοτικά κι έτσι μετά από την αρχική χορήγηση πρέπει να ξαναγίνεται έλεγχος γιατί μπορεί να χρειάζεται προσαρμογή της θεραπείας.

Δεν υπάρχει εμβόλιο. Λαμβάνονται προφυλάξεις κατά τη σεξουαλική επαφή (προφυλακτικό).

Στα νεογνά αμέσως μετά τον τοκετό γίνεται ενστάλαξη στα μάτια διαλύματος 1% νιτρικού αργύρου ή χρήση αλοιφής τετρακυκλίνης ή ερυθρομυκίνης, προς αποφυγή επιπεφυκίτιδας (μέτρο όχι υποχρεωτικό αλλά συνιστώμενο).

Οι προσπάθειες για την πρόληψη πρέπει να επικεντρώνονται στην εκπαίδευση και ενημέρωση του πληθυσμού και τον περιοδικό έλεγχο ατόμων υψηλού κινδύνου.