Των Laura Elin Pigott και Siobhan Mclernon, The Conversation.
Για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα, οι επιστήμονες πίστευαν ότι ο ενήλικος ανθρώπινος εγκέφαλος ήταν κατά βάση σταθερός. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, ο εγκέφαλος αναπτυσσόταν κατά την παιδική ηλικία, έφτανε σε μια σταθερή μορφή στην πρώιμη ενηλικίωση και στη συνέχεια αντιστεκόταν σε ουσιαστικές αλλαγές για το υπόλοιπο της ζωής.
Σήμερα, η έννοια της νευροπλαστικότητας –η ικανότητα του εγκεφάλου να αλλάζει τη δομή και τη λειτουργία του ως απάντηση στην εμπειρία– αποτελεί βασική αρχή της νευροεπιστήμης. Ο εγκέφαλος μπορεί να αλλάζει καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής, αλλά όχι χωρίς όρια, ούτε στιγμιαία και χωρίς προσπάθεια.
Η νευροπλαστικότητα αναδεικνύει τον εγκέφαλο ως ένα ζωντανό σύστημα που διαμορφώνεται από την εμπειρία, την προσπάθεια και τον χρόνο, ούτε άκαμπτο ούτε απεριόριστα εύπλαστο.
Οι ρίζες της νευροπλαστικότητας εντοπίζονται στα μέσα του 20ού αιώνα. Το 1949, ο ψυχολόγος Donald Hebb πρότεινε ότι οι συνδέσεις μεταξύ των νευρώνων –των κυττάρων του εγκεφάλου– γίνονται ισχυρότερες όταν ενεργοποιούνται επανειλημμένα μαζί.
Αυτή η αρχή έγινε γνωστή ως «Hebbian learning» και αρχικά θεωρούνταν ότι αφορούσε κυρίως την ανάπτυξη κατά την παιδική ηλικία, καθώς οι ενήλικες εγκέφαλοι θεωρούνταν σχετικά αμετάβλητοι. Στη συνέχεια, ωστόσο, μελέτες έδειξαν ότι οι ενήλικες εγκέφαλοι μπορούν να αναδιοργανώνονται ως απάντηση σε μάθηση, αλλαγές στην αισθητηριακή εισροή ή τραυματισμό.
Η νευροπλαστικότητα λειτουργεί μέσω αλλαγών στον τρόπο επικοινωνίας των υπαρχόντων εγκεφαλικών κυττάρων. Κατά τη μάθηση μιας νέας δεξιότητας, συγκεκριμένες συνάψεις γίνονται ισχυρότερες και πιο αποτελεσματικές, ενώ τα δίκτυα νευρώνων οργανώνονται καλύτερα και η επικοινωνία μεταξύ των σχετικών περιοχών του εγκεφάλου βελτιώνεται. Σε κυτταρικό επίπεδο, αλλάζει η δομή των συνάψεων, η έκκριση νευροδιαβιβαστών και η ευαισθησία των υποδοχέων τους. Σε ορισμένες περιοχές, όπως ο ιππόκαμπος, εμφανίζεται περιορισμένη νευρογένεση, δηλαδή δημιουργία νέων νευρώνων, επηρεαζόμενη από παράγοντες όπως στρες, ύπνος και σωματική δραστηριότητα.
Η νευροπλαστικότητα είναι εξαρτώμενη από την εμπειρία: ο εγκέφαλος αλλάζει πιο αξιόπιστα μέσω επαναλαμβανόμενης, εστιασμένης και ουσιαστικής δραστηριότητας που απαιτεί προσοχή, προσπάθεια και ανατροφοδότηση. Η φυσική άσκηση, ο ύπνος και η επαναλαμβανόμενη πρόκληση ενισχύουν τη νευροπλαστικότητα, ενώ το χρόνιο στρες την υπονομεύει.
Η πλαστικότητα δεν είναι αξιακά προσανατολισμένη· ο εγκέφαλος μαθαίνει από κάθε εμπειρία, είτε χρήσιμη είτε επιζήμια. Αυτό εξηγεί γιατί καταστάσεις όπως χρόνιος πόνος, άγχος ή εθισμός γίνονται αυτοενισχυόμενες, ενώ η θετική αξιοποίηση της πλαστικότητας μπορεί να υποστηρίξει αποκατάσταση, όπως στη γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία ή την αποκατάσταση μετά από εγκεφαλικό.
Οι μύθοι ότι η νευροπλαστικότητα επιτρέπει άμεσες ή απεριόριστες αλλαγές ή ότι εξαφανίζεται μετά την παιδική ηλικία είναι λανθασμένοι. Οι πραγματικές αλλαγές απαιτούν χρόνο, επανάληψη και επίμονη προσπάθεια. Δραστηριότητες όπως η εκμάθηση γλωσσών, η σωματική άσκηση, η μουσική ή η σύνθετη κοινωνική αλληλεπίδραση είναι πιο αποτελεσματικές από εφαρμογές «brain training».
Η νευροεπιστήμη έχει αποδείξει ότι ο εγκέφαλος μπορεί να αλλάζει καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής, αλλά η αλλαγή είναι σταδιακή και επιλεκτική. Όπως έγραψε πριν από έναν αιώνα ο Santiago Ramón y Cajal, ο καθένας μπορεί να γίνει γλύπτης του δικού του εγκεφάλου· η σύγχρονη επιστήμη δείχνει ότι αυτό το γλυπτό δεν τελειώνει ποτέ, απαιτώντας προσπάθεια, υπομονή και επιμονή.

























