Καρκίνος του στόματος: Aνησυχητική αύξηση στις γυναίκες

Ο καρκίνος του στόματος αποτελεί μία από τις 10 πιο συχνές μορφές της ασθένειας, αφού αντιπροσωπεύει περίπου το 3-5% του συνολικού αριθμού των συμβάντων. «Η νόσος προσβάλλει συνήθως άτομα άνω των 40 ετών, αλλά παρατηρείται ανησυχητική αύξηση σε μικρότερες ηλικίες», τονίζει ο αναπληρωτής καθηγητής Στοματολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Κλινικής Στοματολογίας, Γεώργιος Λάσκαρης. «Η σχέση ανδρών – γυναικών με τον καρκίνο στόματος ήταν 6:1 τη δεκαετία του 1950, για να φθάσει σήμερα στην Ελλάδα στη σχέση 1,3:1 – δηλαδή έχουμε τάση εξίσωσης μεταξύ των δύο φύλων. Η μεγάλη αυτή άνοδος στις γυναίκες αποδίδεται κυρίως στην αύξηση του καπνίσματος και της κατανάλωσης αλκοόλ».

«Τον καθοριστικό ρόλο του καπνίσματος στην εμφάνιση του καρκίνου του στόματος στην Ελλάδα δείχνει η μελέτη 404 δικών μας ασθενών με καρκίνο του στόματος», λέει ο κ. Λάσκαρης. «Το 86,5% των ασθενών ήταν καπνιστές και μόνο το 13,5% δεν κάπνιζαν». Πρόσφατα εξάλλου ερευνητικά δεδομένα εστιάζουν το ενδιαφέρον σε γονιδιακές μεταβολές που ευθύνονται για τη μετατροπή του φυσιολογικού κυττάρου σε καρκινικό, υπό την επίδραση περιβαλλοντικών παραγόντων (κάπνισμα, οινόπνευμα, ιοί, HPV κ.ά.). Ερευνητικά δεδομένα της δεκαετίας 2000 – 2010 καταδεικνύουν τον σημαντικό ρόλο των ιών HPV, και ιδιαίτερα των τύπων 16 και 18, στην εμφάνιση του καρκίνου του στόματος, ιδιαίτερα σε ηλικιακές ομάδες κάτω των 40 ετών που δεν κάπνισαν ποτέ.

«Η αυξημένη αυτή συσχέτιση αποδίδεται στη διασπορά και μετάδοση του HPV 16 με στοματογεννητική επαφή (oral sex) σε σεξουαλικούς συντρόφους, που τις τελευταίες δεκαετίες αποτελεί συνήθη σεξουαλική πρακτική. Πιστεύεται ότι οι HPV 16 και 18 θεωρούνται υψηλού κινδύνου παράγοντες στην καρκινογένεση του στόματος σε άτομα κάτω των 50 ετών, με δεύτερη αιτία το κάπνισμα. Αντίθετα, σε άτομα άνω των 50 ετών το κάπνισμα κατέχει την πρώτη θέση ως παράγων καρκινογένεσης».

Υπάρχουν πάνω από 120 τύποι ιών HPV, η μεγάλη πλειονότητα των οποίων είναι ακίνδυνοι. «Εντούτοις, 1% των ατόμων που μολύνονται με ιούς HPV, έχουν τους τύπους 16, 18 που έχουν τη βασική ευθύνη για τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, του πρωκτού και του πέους», επισημαίνει ο κ. Λάσκαρης. «Σε αυτή την ομάδα τελευταία περιλαμβάνεται και ο καρκίνος του στόματος».

Συμπτώματα – διάγνωση

Το ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα αφορά περίπου το 95% των κακοηθών όγκων του στόματος. Συνήθως στο πρώιμο στάδιο ανώδυνο και εμφανίζεται ως ερυθρή πλάκα, λευκή πλάκα, συνύπαρξη και των δύο, ως διάβρωση ή και έλκωση και ως μικρό ογκίδιο. Ενα κοινό χαρακτηριστικό σε πρώιμο και όψιμο στάδιο είναι η χρονιότητα της βλάβης, η οποία επιμένει και δεν δείχνει καμία τάση για επούλωση. Σε πάνω από το 50% των περιπτώσεων, ο καρκίνος του στόματος αναπτύσσεται στα πλάγια χείλη της γλώσσας στα δύο οπίσθια τριτημόρια και στην κάτω επιφάνεια.

Παρά το γεγονός ότι το στόμα είναι κοιλότητα ανοικτή και εύκολα προσιτή σε εξέταση και οι ασθενείς επισκέπτονται συχνά τον οδοντίατρο για προβλήματα δοντιών, η διάγνωση του καρκίνου συνήθως καθυστερεί. Υπολογίζεται ότι στο 50% – 60% των ασθενών υπάρχουν ήδη μεταστάσεις κατά τη στιγμή της διάγνωσης.

«Η πρώιμη διάγνωση αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο για επιλογή θεραπείας και επιβίωση του ασθενή», προειδοποιεί ο κ. Λάσκαρης. «Οι ασθενείς πρέπει να προσέρχονται στον γιατρό για στοματολογική εξέταση για κάθε ύποπτο σημείο ή σύμπτωμα που ανακαλύπτουν στο στόμα ή ακόμα για την προληπτική εξέταση του στόματος κάθε 6 μήνες. Ο οδοντίατρος από την πλευρά του, στον οποίο συνήθως θα προσφύγει πρώτα ο ασθενής για βοήθεια, πρέπει να έχει υψηλό δείκτη υποψίας και να γνωρίζει τους πρώιμους κλινικούς χαρακτήρες του καρκίνου του στόματος. Κατόπιν, ο ασθενής πρέπει να αποστέλλεται στον ειδικό στοματολόγο για τελική διάγνωση».

Επιπλέον, η εντόπιση και η γρήγορη αντιμετώπιση προκαρκινικών βλαβών του στόματος, όπως η λευκοπλακία και η ερυθροπλακία, στερούν μια σημαντική πηγή τροφοδοσίας του καρκίνου του στόματος. Η βασική θεραπεία είναι η χειρουργική αφαίρεση και ακολουθούν η ακτινοθεραπεία ή η χημειοθεραπεία ή ο συνδυασμός τους. Πολλές ελπίδες στηρίζονται στις στοχευμένες θεραπείες με μονοκλωνικά αντισώματα, καθώς και στις βιολογικές θεραπείες.

 

Share Button