Παιδί και διαταραχή ταυτότητας φύλου

identity child 55Σε κάθε κοινωνία υπάρχει ένα πολύπλοκο σύστημα άγραφων κανόνων σχετικά με τις μορφές συμπεριφοράς που θεωρούνται αρμόζουσες για τους άντρες και τις γυναίκες.

Οι κανόνες αυτοί καλύπτουν ποικίλους τομείς, από τον τρόπο ένδυσης και την επιλογή δραστηριοτήτων και ενασχολήσεων, έως τις κινήσεις του σώματος και τον τρόπο έκφρασης των συναισθημάτων. Η τήρηση των κανόνων αυτών και η ικανοποίηση των κοινωνικών προσδοκιών για το στερεότυπο ρόλο του κάθε φύλου είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για την ομαλή ένταξη του ατόμου στο κοινωνικό σύνολο και την αποδοχή του από τους συνανθρώπους του.

Η διαμόρφωση συμπεριφοράς ανάλογης με το φύλο είναι μια διαδικασία που ξεκινά από τη βρεφική ηλικία και συνεχίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής (Katz & Boswell, 1986). Έχει διαπιστωθεί ότι ήδη από την ηλικία των δύο ετών, το νήπιο έχει στοιχειώδεις γνώσεις που αφορούν τα κοινωνικά στερεότυπα του φύλου, ενώ σε ηλικία πέντε ετών, το παιδί έχει ήδη διαμορφώσει κοινωνικά στερεότυπα αντίστοιχα με αυτά των ενηλίκων (Weinraub et al., 1984).

Σύμφωνα με τον Thompson (1975), η διαδικασία αυτή περνά από τρεις φάσεις:

  1. Στην πρώτη φάση, το παιδί κατανοεί την ύπαρξη των δύο φύλων και μαθαίνει να διακρίνει τους άντρες από τις γυναίκες και τα αγό¬ρια από τα κορίτσια.
  2. Στη δεύτερη φάση, το παιδί αναγνωρίζει ότι και το ίδιο ανήκει σε ένα από αυτά τα δύο φύλα.
  3. Στην τρίτη φάση κατανοεί ότι το φύλο αποτελεί μια σταθερή, μη μεταβαλλόμενη κατάσταση και προσαρμόζει τη συμπεριφορά του στις κοινωνικές προσδοκίες που είναι ανάλογες με το φύλο του.

Σε ορισμένες περιπτώσεις ωστόσο, η αναγνώριση από το παιδί ότι ανήκει σε ένα από τα δύο φύλα δεν σημαίνει ταυτόχρονη αποδοχή του φύλου αυτού. Φαίνεται δηλαδή ότι η μετάβαση από τη δεύτερη στην τρίτη φάση δεν γίνεται ομαλά για όλα τα παιδιά. Στις περιπτώσεις αυτές, το παιδί αισθάνεται δυσφορία με το γεγονός ότι ανήκει στο ένα ή το άλλο φύλο και εκφράζει, τόσο λεκτικά όσο και με τη συμπεριφορά του, την επιθυμία να ανήκεi στο αντίθετο φύλο. Όταν η δυσφορία αυτή είναι έντονη, επίμονη στο χρόνο και εκδηλώνεται με γενικευμένο τρόπο στη συμπεριφορά του παιδιού, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για τη διάγνωση της διαταραχής της ταυτότητας του φύλου.

Tα κριτήρια για τη διάγνωση της διαταραχής της ταυτότητας του φύλου δεν διαφοροποιούνται για τα παιδιά και τους ενήλικες. Δίνονται ωστόσο ορισμένες διευκρινίσεις για την ιδιαίτερη μορφή που μπορούν να πάρουν τα βασικά συμπτώματα της διαταραχής στα παιδιά. Τα κριτήρια αυτά είναι τα εξής:

  • Ισχυρή και επίμονη ταύτιση με το άλλο φύλο.
  • Επίμονη δυσφορία του ατόμου για το φύλο του ή αίσθηση απροσφορότητας στο ρόλο αυτού του φύλου.
  • Η διαταραχή δεν συνυπάρχει με μία σωματική διαφυλική κατάσταση.
  • Η διαταραχή προκαλεί κλινικά σημαντική ενόχληση ή έκπτωση των κοινωνικών, επαγγελματικών ή άλλων σημαντικών τομέων της λειτουργικότητας.

Στα παιδιά με αυτή τη διαταραχή, η δυσφορία για το φύλο τους και η επίμονη ταύτιση με το αντίθετο φύλο εκδηλώνονται με ποικίλες μορφές συμπεριφοράς. Για παράδειγμα, το παιδί μπορεί να εκδηλώνει επανειλημμένως την επιθυμία να ανήκει στο αντίθετο φύλο. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί ακόμη να βιώνει επίμονες φαντασιώσεις ότι όντως ανήκει στο άλλο φύλο. Το παιδί με αυτή τη διαταραχή δηλώνει συνήθως έντονη επιθυμία συμμετοχής σε στερεότυπα παιχνίδια και δραστηριότητες του άλλου φύλου καθώς και ισχυρή προτίμηση σε συμπαίκτες του άλλου φύλου.

Ορισμένα από τα συμπτώματα της διαταραχής παίρνουν διαφορετική μορφή σε αγόρια και κορίτσια. Τα αγόρια δηλώνουν συνήθως ότι προτιμούν να ντύνονται με κοριτσίστικα ρούχα και πολλές φορές στο παιχνίδι τους χρησιμοποιούν πετσέτες και μαντίλια, προκειμένου να αναπαραστήσουν φούστες και μακριά μαλλιά. Επιπλέον, τα αγόρια με αυτή τη διαταραχή συνήθως αποφεύγουν το βίαιο παιχνίδι και τις στερεότυπες αγορίστικες δραστηριότητες. Αντίθετα, ασχολούνται επίμονα με τυπικά κοριτσίστικα παιχνίδια, όπως κούκλες και κουζινικά. Σε παιχνίδια ρόλων, προτιμούν συνήθως τους κοριτσίστικους ρόλους. Σε σπανιότερες περιπτώσεις, μπορεί επίσης να ισχυρίζονται ότι το πέος ή οι όρχεις τους είναι αηδιαστικοί ή ότι θα εξαφανιστούν.

Τα κορίτσια δυσανασχετούν συνήθως με το γεγονός ότι πρέπει να φορούν φούστες και φορέματα και πολλές φορές αρνούνται να παραστούν σε σχολικές ή άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις όπου είναι απαραίτητο να ντυθούν με αυτόν τον τρόπο. Προτιμούν τα αγορίστικα ρούχα και τα κοντά μαλλιά και μπορεί να επιμένουν να αποκαλούνται με αγορίστικο όνομα. Οι ήρωες των παιχνιδιών τους είναι συχνά αγορίστικα πρότυπα δύναμης, όπως ο Μπάτμαν και ο Σούπερμαν. Προτιμούν επίσης την παρέα των αγοριών και τα επιθετικά και αθλητικά παιχνίδια μαζί τους. Σε σπανιότερες περιπτώσεις, τα κορίτσια με αυτή τη διαταραχή αντιδρούν στο γεγονός ότι πρέπει να ουρούν καθιστά και ισχυρίζονται ότι έχουν ή θα αποκτήσουν όρχεις και ότι δεν θέλουν να αποκτήσουν στήθος και να έχουν έμμηνο ρύση.

Αιτίες

Οι μελέτες που έχουν διεξαχθεί για τη διερεύνηση της αιτιολογίας της διαταραχής της ταυτότητας του φύλου έχουν επικεντρωθεί σε διαταραχής δύο παράγοντες: τους βιολογικούς και τους ψυχοκοινωνικούς. της ταυτότητας.

Οι ψυχοκοινωνικοί παράγοντες που ενδέχεται να συμβάλλουν στην εμφάνιση της διαταραχής της ταυτότητας του φύλου περιλαμβάνουν κυρίως την ανοχή ή την ενθάρρυνση αυτών των μορφών συμπεριφοράς από τους γονείς. Οι λόγοι οι οποίοι μπορεί να οδηγούν τους γονείς στην ανοχή ή την ενθάρρυνση μορφών συμπεριφοράς χαρακτηριστικών του αντίθετου φύλου είναι ποικίλοι, αλλά μέχρι σήμερα έχουν μελετηθεί κυρίως στις περιπτώσεις των αγοριών.

Ο Zucker (1996) περιγράφει ένα μηχανισμό ανάπτυξης της διαταραχής αυτής, ο οποίος αφορά σε ένα περιορισμένο ποσοστό (περίπου 10%) περιπτώσεων. Πρόκειται για μητέρες οι οποίες αναφέρουν σαφή επιθυμία κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης να γεννήσουν κορίτσι. Χαρακτηριστικό στοιχείο στις οικογένειες αυτές είναι ότι δεν υπάρχει κορίτσι, ενώ αντίθετα υπάρχει τουλάχιστον ένα αγόρι ακόμη. Οι αλληλεπιδράσεις της μητέρας με το νεογέννητο αγόρι χαρακτηρίζονται από έντονα αμφιθυμικά στοιχεία σχετικά με το φύλο του παιδιού. Αυτή η αμφιθυμία μπορεί να εκφράζεται με διάφορους τρόπους, όπως έντονη ζήλια προς φιλικές οικογένειες που έχουν κορίτσια, καθυστέρηση στην επιλογή ονόματος για το παιδί, κατάθλιψη της μητέρας μετά τον τοκετό, φαντασιώσεις νέας κύησης κοριτσιού κ.ά. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αναφέρεται ακόμη και ένδυση του μικρού αγοριού με τυπικά κοριτσίστικα ρούχα.

Ένας άλλος παράγοντας ο οποίος φαίνεται να συμβάλλει στην ανάπτυξη της διαταραχής αυτής σε ορισμένες περιπτώσεις έχει εντοπιστεί από τον Green (1987) και αφορά τη σχέση του αγοριού με τον πατέρα  του. Έχει διαπιστωθεί ότι ο χρόνος που οι πατέρες των αγοριών με αυτή τη διαταραχή ασχολούνται με αυτά τα παιδιά είναι μικρότερος. Ένα ενδιαφέρον εύρημα είναι ότι, στις οικογένειες όπου υπάρχουν και άλλα παιδιά, τα αγόρια με αυτή τη διαταραχή συνήθως έχουν γεννηθεί μετά από τους αδελφούς τους και πριν από τις αδελφές τους. To εύρημα αυτό, σε συνδυασμό με το μικρότερο χρόνο ενασχόλησης του πατέρα με το αγόρι που παρουσιάζει τη διαταραχή, έχει ερμηνευθεί από ορισμένους ειδικούς ως ένδειξη ότι ο πατέρας έχει ήδη επενδύσει συναισθηματικά σε ένα άλλο αγόρι και επομένως είναι λιγότερο διαθέσιμος, ως άρρεν πρότυπο ταύτισης για το γιο που αναπτύσσει τη διαταραχή.

Συνοδά προβλήματα

Η ύπαρξη της διαταραχής επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τις διαπροσωπικές σχέσεις του παιδιού. Οι τάσεις αποφυγής των στερεότυπων δραστηριοτήτων του φύλου του και η υιοθέτηση χαρακτηριστικών μορφών συμπεριφοράς του αντίθετου φύλου, δημιουργεί ιδιαίτερες δυσκολίες στη διαμόρφωση θετικών κοινωνικών σχέσεων με συνομηλίκους του ίδιου φύλου. Εξαιτίας αυτών των δυσκολιών, πολλές φορές τα παιδιά με αυτή τη διαταραχή απομονώνονται ή περιθωριοποιούνται. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις των αγοριών, η θηλυπρεπής τους συμπεριφορά προκαλεί συχνά σκληρά πειράγματα εκ μέρους των άλλων παιδιών. Αυτές οι δυσκολίες στις διαπροσωπικές τους σχέσεις συντελούν στη διαμόρφωση χαμηλού επιπέδου αυτοεκτίμησης και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορούν να οδηγήσουν ακόμα και στην αποφυγή του σχολείου.

Σε ό,τι αφορά στη συννοσηρότητα της διαταραχής της ταυτότητας του φύλου με άλλες διαταραχές, έχει διαπιστωθεί ότι συχνά συνυπάρχει με διαταραχές άγχους και πολλές φορές συνοδεύεται από καταθλιπτικά συμπτώματα. Επιπλέον, έχει διαπιστωθεί ότι ιδιαίτερα οι έφηβοι με αυτή τη διαταραχή αποτελούν ομάδα υψηλού κινδύνου για αυτοκτονική συμπεριφορά.

Η ηλικία πρώτης εμφάνισης χαρακτηριστικών μορφών συμπεριφοράς του αντίθετου φύλου σε κλινικό δείγμα παιδιών υπολογίζεται μεταξύ δύο και τεσσάρων ετών, αν και ορισμένοι γονείς αναφέρουν ότι τα παιδιά τους εμφάνιζαν τέτοιες μορφές συμπεριφοράς ακόμα και σε μικρότερη ηλικία. Τις περισσότερες φορές τα παιδιά αυτά παραπέμπονται στους ειδι¬κούς στην ηλικία έναρξης του σχολείου, διότι τότε πλέον οι γονείς αρχίζουν να ανησυχούν μήπως η συμπεριφορά του παιδιού τους δεν είναι ένα παροδικό φαινόμενο στα πλαίσια της φυσιολογικής ανάπτυξης, το οποίο θα ατονήσει καθώς το παιδί μεγαλώνει.

Συνήθως, οι μορφές συμπεριφοράς που χαρακτηρίζουν το αντίθετο φύλο γίνονται πιο συγκαλυμμένες με το πέρασμα του χρόνου, ως αποτέλεσμα των παραινέσεων των γονέων και των πειραγμάτων που δέχονται αυτά τα παιδιά από τους συνομηλίκους τους. Κατά την εφηβεία, ορισμένα από τα αγόρια με αυτή τη διαταραχή ζητούν τη χειρουργική αλλαγή φύλου. Στο τέλος της εφηβείας πάντως, τα τρία τέταρτα των αγοριών με ιστορικό αυτής της διαταραχής κατά την παιδική ηλικία δεν πληρούν πλέον τα κριτήρια για τη διάγνωση της διαταραχής αλλά αναφέρουν διαμορφωμένες ομοφυλοφιλικές ή αμφιφυλοφιλικές σεξουαλικές προτιμήσεις.

Σχετικά άρθρα