Ινδαπαμίδη

Η ινδαπαμίδη (indapamide) είναι σουλφοναμιδικό παράγωγο και δρα αναστέλλοντας την επαναπορρόφηση νατρίου στο επίπεδο του φλοιώδους τμήματος αραίωσης.

Ενδείξεις: Iδιοπαθής υπέρταση

Αντενδείξεις: Γνωστή υπερευαισθησία στο φάρμακο και γενικά στις σουλφοναμίδες, ανουρία, βαριά νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια.

Ανεπιθύμητες ενέργειες – παρενέργειες: Υποκαλιαιμία με ή χωρίς κλινικά συμπτώματα. Κεφαλαλγία, ζάλη, αδυναμία, εύκολη κόπωση, κακουχία, λήθαργος, ίλιγγος, αϋπνία, κατάθλιψη, θάμβος οράσεως, μυϊκές κράμπες, ευερεθιστότητα, ανησυχία, ναυτία, έμετοι, δυσκοιλιότητα, διάρροια, κοιλιακά άλγη, ανορεξία, ορθοστατική υπόταση, αίσθημα παλμών, αρρυθμία, νυκτουρία, πολυουρία, εξανθήματα, κνησμός, αγγειίτιδα, ανικανότητα, ρινόρροια, ερυθρότητα προσώπου. Υπερουριχαιμία, υπονατριαιμία, υποχλωραιμία, αζωθαιμία, υπερασβεστιαιμία.

Αλληλεπιδράσεις: Η ινδαπαμίδη ενισχύει την αντιυπερτασική δράση των άλλων αντιϋπερτασικών. Αυξάνει τα επίπεδα λιθίου στο αίμα (μέχρι τοξικότητας). Ελαττώνει τη δράση στα αγγεία των συμπαθητικομιμητικών αμινών. Με καρβενοξολόνη και θειαζίδες αυξημένος κίνδυνος υποκαλιαιμίας.

Προσοχή στη χορήγηση: Σε κύηση ή γαλουχία (να χορηγείται μόνο σε απόλυτη ανάγκη). Επίσης σε ασθενείς με υπερουριχαιμία, ουρική αρθρίτιδα, σακχαρώδη διαβήτη, υπερασβεστιαιμία, που έχουν υποστεί συμπαθεκτομή ή λαμβάνουν λίθιο ή καρδιακούς γλυκοσίδες (κίνδυνος τοξικού δακτυλιδισμού από υποκαλιαιμία). Κατά τη χορήγηση του φαρμάκου επιβάλλεται τακτικός προσδιορισμός των ηλεκτρολυτών και ιδιαιτέρως του καλίου. Σε ασθενείς με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο μπορεί να προκαλέσει έξαρση των συμπτωμάτων.

Δοσολογία: 2.5 mg ή 1.5 mg της μορφής τροποπ/νης αποδέσμευσης εφάπαξ ημερησίως κατά προτίμηση το πρωί.