Μια μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Diabetologia (το περιοδικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Μελέτη του Διαβήτη) το 2014 δείχνει ότι, σε άτομα με διαβήτη τύπου 2, όσοι καταναλώνουν ένα μεγάλο πρωινό και ένα μικρό δείπνο έχουν καλύτερο έλεγχο του σακχάρου στο αίμα τους από εκείνους που κάνουν το αντίστροφο. Η προσαρμογή της διατροφής με αυτόν τον τρόπο μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη επιπλοκών του διαβήτη τύπου 2.
Οι συγγραφείς της μελέτης περιλαμβάνουν την καθηγήτρια Daniela Jakubowicz και τον καθηγητή Julio Wainstein, από το Ιατρικό Κέντρο Wolfson, Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ, Ισραήλ, τον καθηγητή Bo Ahren, Πανεπιστήμιο Lund, Σουηδία και τον καθηγητή Oren Froy, από το Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ, Ισραήλ.
Ένα πρωινό με περισσότερες θερμίδες και ένα δείπνο με λιγότερες θερμίδες -οι συγγραφείς ονόμασαν αυτή τη δίαιτα Β από το breakfast- μειώνει τις μεταγευματικές αιχμές γλυκόζης στο αίμα σε σύγκριση με ένα πρωινό λίγων θερμίδων και δείπνο πολλών θερμίδων -δίαιτα D από το dinner. Η μελέτη περιέλαβε 18 άτομα (οκτώ άνδρες, 10 γυναίκες), με διαβήτη τύπου 2 διάρκειας μικρότερης των 10 ετών, ηλικία 30-70 ετών και δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) 22-35 kg/m2.
Οι εθελοντές τυχαιοποιήθηκαν είτε στη δίαιτα Β είτε στη δίαιτα D για μια εβδομάδα. Η δίαιτα Β περιείχε 700 θερμίδες για πρωινό, 600 θερμίδες για μεσημεριανό και 200 θερμίδες για βραδινό. Η δίαιτα D περιείχε συνολικά τις ίδιες θερμίδες αλλά το πρωινό και το βραδινό ήταν ανάποδα. Το μεγαλύτερο από τα δύο γεύματα περιελάμβανε γάλα, τόνο, μπάρα γκρανόλα, ομελέτα, γιαούρτι και δημητριακά, ενώ το μικρότερο γεύμα περιείχε φέτες στήθος γαλοπούλας, μοτσαρέλα, σαλάτα και καφέ. Το πρωινό λαμβανόταν στις 08:00 π.μ., το μεσημεριανό στις 13:00 μ.μ. και το δείπνο στις 19:00 μ.μ.
Οι εθελοντές κατανάλωναν το καθορισμένο πρόγραμμα γευμάτων τους στο σπίτι τους για 6 ημέρες και την έβδομη το κατανάλωσαν στην κλινική όπου ελήφθησαν δείγματα αίματος λίγο πριν το πρωινό (0 λεπτά) καθώς επίσης στα 15, 30, 60, 90, 120, 150 και 180 λεπτά μετά το πρωινό. Η δειγματοληψία επαναλήφθηκε στα ίδια χρονικά σημεία μετά το μεσημεριανό και το βραδινό γεύμα. Μετρήθηκε η γλυκόζη, η ινσουλίνη, το C-πεπτίδιο (συστατικό της ινσουλίνης) και η ορμόνη GLP-1 (προσομοιάζον με γλυκαγόνη πεπτίδιο 1) που διεγείρει την απελευθέρωση της ινσουλίνης. Μετά από δύο εβδομάδες οι εθελοντές άλλαξαν πρόγραμμα διατροφής και οι εξετάσεις επαναλήφθηκαν.
Οι εξετάσεις αίματος που έγιναν την έβδομη ημέρα έδειξαν ότι τα επίπεδα γλυκόζης μετά το γεύμα ήταν 20% χαμηλότερα. Τα επίπεδα ινσουλίνης, C-πεπτιδίου και GLP-1 ήταν 20% υψηλότερα με στη δίαιτα του πλούσιου πρωινού σε σύγκριση με τη δίαιτα του πλούσιου βραδινού. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι τα δύο πλάνα παρείχαν τις ίδιες συνολικά θερμίδες. Και παρότι το μεσημεριανό γεύμα δεν άλλαζε στα δύο πλάνα, στη δίαιτα Β είχε ως αποτέλεσμα χαμηλότερη γλυκόζη αίματος 21-25% και υψηλότερη ινσουλίνη 23% σε σύγκριση με το μεσημεριανό γεύμα στη δίαιτα D.
«Αυτές οι παρατηρήσεις υποδηλώνουν ότι μια αλλαγή στο χρόνο των γευμάτων επηρεάζει τον συνολικό ημερήσιο ρυθμό της ινσουλίνης και της GLP-1 μετά από ένα γεύμα και οδηγεί σε σημαντική μείωση των ημερήσιων επιπέδων γλυκόζης», είπε ο καθηγητής Froy. «Το πρόγραμμα των γευμάτων ενός ατόμου μπορεί να είναι ένας κρίσιμος παράγοντας για τη μείωση της γλυκόζης και την πρόληψη των επιπλοκών στον διαβήτη τύπου 2, προσφέροντας περαιτέρω υποστήριξη στον ρόλο του κιρκάδιου συστήματος στη μεταβολική ρύθμιση».
Η Jakubowicz ανέφερε: «Ο μηχανισμός της καλύτερης ανοχής στη γλυκόζη μετά από πρωινό υψηλότερων θερμίδων σε σχέση με ένα πανομοιότυπο δείπνο μπορεί να είναι, εν μέρει, αποτέλεσμα της ρύθμισης του βιολογικού ρολογιού που ενεργοποιεί υψηλότερη ανταπόκριση των βήτα κυττάρων και έκκριση ινσουλίνης το πρωί και αύξηση της πρόσληψης γλυκόζης από τους μυς που προκαλείται από την ινσουλίνη το πρωί. Η λήψη περισσότερων θερμίδων στο πρωινό, όταν η ανταπόκριση των βήτα κυττάρων και η πρόσληψη γλυκόζης από τους μυς που προκαλείται από την ινσουλίνη βρίσκονται σε βέλτιστα επίπεδα, φαίνεται να είναι μια καλή στρατηγική για τη μείωση των αιχμών γλυκόζης μετά τα γεύματα σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2. Το πλούσιο πρωινό σχετίζεται με σημαντική μείωση των συνολικών επιπέδων γλυκόζης μετά το γεύμα σε διαβητικούς τύπου 2 καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Αυτή η προσαρμογή μπορεί να έχει θεραπευτικό πλεονέκτημα για την επίτευξη βέλτιστου μεταβολικού ελέγχου και μπορεί να έχει τη δυνατότητα να είναι προληπτική για καρδιαγγειακές και άλλες επιπλοκές του διαβήτη τύπου 2».
Πρωτεϊνούχο πρωινό και απώλεια βάρους
Μια άλλη μελέτη από την ίδια ερευνητική ομάδα έδειξε ότι ενα μεγάλο πρωινό που περιέχει πρωτεΐνη ορού γάλακτος μπορεί να βοηθήσει στη διαχείριση του διαβήτη τύπου 2 και στην απώλεια βάρους. «Ένα πρωινό με υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες, ένα μεσημεριανό γεύμα μικρότερου μεγέθους και ένα μικρό δείπνο είναι μια αποδεδειγμένα επιτυχημένη στρατηγική για την απώλεια βάρους, τη βελτίωση του κορεσμού και τη μείωση των αιχμών γλυκόζης καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας σε άτομα με παχυσαρκία και διαβήτη τύπου 2», δήλωσε η Daniela Jakubowicz, καθηγήτρια ιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ.
«Ωστόσο, τα οφέλη της υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη στο πρωινό εξαρτώνται επίσης από την πηγή και την ποιότητα της πρωτεΐνης», δήλωσε η Jakubowicz. «Η πρωτεΐνη ορού γάλακτος, η οποία είναι υποπροϊόν του γάλακτος κατά την παραγωγή τυριού, προκάλεσε μεγαλύτερο κορεσμό και μείωση των αιχμών γλυκόζης μετά τα γεύματα σε σύγκριση με άλλες πηγές πρωτεΐνης, όπως τα αυγά, η σόγια ή ο τόνος».
Η Jakubowicz και οι συνεργάτες της διερεύνησαν εάν σε υπέρβαρα και παχύσαρκα άτομα με διαβήτη τύπου 2, η πρωτεΐνη ορού γάλακτος για πρωινό είναι πιο αποτελεσματική από άλλες πρωτεΐνες για την απώλεια βάρους, τον κορεσμό και τη μείωση των αιχμών γλυκόζης και των επιπέδων HbA1C (γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης).
Οι ερευνητές τυχαιοποίησαν 48 υπέρβαρους ή παχύσαρκους διαβητικούς τύπου 2, οι οποίοι ήταν, κατά μέσο όρο, 59 ετών, σε μία από τις τρεις δίαιτες που περιείχαν τον ίδιο αριθμό θερμίδων. Όλοι έτρωγαν ένα μεγάλο πρωινό, ένα μεσημεριανό γεύμα μεσαίου μεγέθους και ένα μικρό δείπνο, αλλά η σύνθεση, η ποσότητα και η πηγή των πρωτεϊνών του πρωινού διέφεραν μεταξύ των ομάδων. Οι εθελοντές κατανάλωναν τον ίδιο αριθμό θερμίδων στο πρωινό (660 θερμίδες), το μεσημεριανό (567 θερμίδες) και το μικρότερο βραδινό δείπνο (276 θερμίδες).
Μια ομάδα κατανάλωνε κυρίως ροφήματα πρωτεΐνης ορού γάλακτος (n=17), μια άλλη ομάδα κυρίως πρωτεΐνες από αυγά, σόγια ή τόνο (n=16) και μια τρίτη ομάδα κατανάλωνε ένα πρωινό πλούσιο σε υδατάνθρακες ή άμυλο (n=15). Οι συμμετέχοντες στις ομάδες πρωτεΐνης κατανάλωναν 42 γραμμάρια πρωτεΐνης στο πρωινό. Στη μία η πρωτεΐνη ορού γάλακτος ήταν 28 γραμμάρια και στην άλλη ήταν από διάφορες πηγές. Στην ομάδα των υδατανθράκων το πρωινό περιείχε 17 γραμμάρια πρωτεΐνης.
Μετά από 12 εβδομάδες, η ομάδα που κατανάλωνε πρωτεΐνη ορού γάλακτος έχασε το μεγαλύτερο βάρος: 7,6 κιλά, σε σύγκριση με 6,1 κιλά για όσους έτρωγαν άλλες πρωτεΐνες, και 3,1 κιλά για όσους έτρωγαν υδατάνθρακες. Το αποτέλεσμα αυτή ήταν εκπληκτικό γιατί ο αριθμός των θερμίδων ήταν ο ίδιος.
Οι συμμετέχοντες στην ομάδα της πρωτεΐνης ορού γάλακτος ένιωθαν πιο χορτάτοι και λιγότερο πεινασμένοι καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας και είχαν χαμηλότερες αιχμές γλυκόζης μετά τα γεύματα. Οι μειώσεις στην HbA1c ήταν 11,5% στην ομάδα πρωτεΐνης ορού γάλακτος, 7,7% στην άλλη ομάδα των άλλων πρωτεϊνών και μόλις 2,9% στην ομάδα των υδατανθράκων.
«Η δίαιτα με πρωτεΐνη ορού γάλακτος καταστέλλει σημαντικά την ορμόνη της πείνας, τη γκρελίνη. Ένα ρόφημα πρωτεΐνης ορού γάλακτος παρασκευάζεται εύκολα και παρέχει τα πλεονεκτήματα ενός πρωινού υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνες στην απώλεια βάρους, τη μείωση της πείνας, τις αιχμές γλυκόζης και την HbA1c», δήλωσε ο Jakubowicz.
Περισσότερες πληροφορίες: High-energy breakfast based on whey protein reduces body weight, postprandial glycemia and HbA1C in Type 2 diabetes.

























