Σπάνια ένας ογκολόγος θα ρωτήσει διεξοδικά μια ασθενή με καρκίνο του μαστού για τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα της, το σωματικό της βάρος, το λιπιδαιμικό της προφίλ ή τα φάρμακα που λαμβάνει για τον διαβήτη και τα καρδιαγγειακά νοσήματα. Αντίθετα, αυτά τα ζητήματα συνήθως αποτελούν αντικείμενο φροντίδας του γιατρού πρωτοβάθμιας περίθαλψης του ασθενούς.
Ωστόσο, οι ειδικοί της ιατρικής έχουν αναγνωρίσει ότι η παχυσαρκία, που ορίζεται ως δείκτης μάζας σώματος 30 ή μεγαλύτερος, αυξάνει τον κίνδυνο για αρκετούς καρκίνους. Σε αυτούς περιλαμβάνονται οι καρκίνοι του μαστού, του οισοφάγου, του νεφρού, της χοληδόχου κύστης, του ήπατος, του παχέος εντέρου και αρκετών άλλων οργάνων. Γνωρίζουμε αυτή τη σχέση εδώ και περίπου 20 χρόνια. Παρά αυτή τη γνώση, η ιατρική εξακολουθεί να στερείται μιας ολιστικής θεώρησης των ανθρώπων με καρκίνο.
Κατά τη δοκιμή νέων αντικαρκινικών φαρμάκων, οι κλινικές μελέτες παραδοσιακά αποκλείουν ασθενείς με ιστορικό καρδιοπάθειας, νεφρικής νόσου, διαβήτη ή παρόμοιων χρόνιων παθήσεων που σχετίζονται με την παχυσαρκία. Στόχος είναι να γίνονται ευκολότερα ερμηνεύσιμα τα αποτελέσματα των μελετών. Όμως αυτή η πρακτική αφήνει τους ερευνητές του καρκίνου με περιορισμένη κατανόηση του πώς μπορούν να παρακολουθούνται και να θεραπεύονται οι καρκίνοι που τροφοδοτούνται από την παχυσαρκία.
Τα λιποκύτταρα με αντίσταση στην ινσουλίνη φαίνεται να παίζουν κρίσιμο ρόλο στο να ωθούν τα καρκινικά κύτταρα του μαστού να μετακινηθούν από τον αρχικό όγκο σε απομακρυσμένα όργανα, όπως οι πνεύμονες, το ήπαρ, τα οστά ή ο εγκέφαλος. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι στη μικροσκοπική «γειτονιά» μέσα ή κοντά σε έναν όγκο, τα καρκινικά κύτταρα και τα μη καρκινικά λιποκύτταρα βρίσκονται ακριβώς δίπλα-δίπλα, σαν γείτονες σε ένα παγκάκι πάρκου. Η έρευνα έχει δείξει ότι αυτοί οι δύο τύποι κυττάρων εμπλέκονται σε ενεργό «διασταυρούμενη επικοινωνία». Αυτή η επικοινωνία μπορεί να αναστέλλει ή να προάγει την ικανότητα ενός όγκου να αναπτύσσεται και να εξαπλώνεται. Το πώς ακριβώς συμβαίνει αυτό δεν είναι καλά κατανοητό, εν μέρει επειδή οι ογκολόγοι -είτε μελετούν τον καρκίνο είτε τον θεραπεύουν- γενικά δεν λαμβάνουν υπόψη τα γειτονικά λιποκύτταρα.
Η αναγνώριση της σχέσης μεταξύ λιποκυττάρων και καρκινικών κυττάρων προσφέρει ευκαιρίες για λιγότερο επεμβατική ανίχνευση και θεραπεία του καρκίνου. Με μόρια που απομονώνονται από μόλις ένα κουταλάκι του γλυκού ή και λιγότερο από το αίμα ενός ασθενούς, οι ειδικοί μπορούν να εκτιμήσουν τον κίνδυνο ότι ο καρκίνος αναπτύσσεται και εξαπλώνεται. Αυτά τα μόρια, που ονομάζονται βιοδείκτες, μπορούν επίσης να δείξουν ποιοι ασθενείς διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο αποτυχίας της θεραπείας.
Η παχυσαρκία δεν αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου απλώς επειδή «κουβαλάμε περισσότερα κιλά». Το πρόβλημα είναι ότι αλλάζει βαθιά τη βιολογία του σώματος. Ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία αυτής της αλλαγής είναι η αντίσταση στην ινσουλίνη –μια κατάσταση στην οποία τα κύτταρα δεν ανταποκρίνονται σωστά στην ινσουλίνη και το πάγκρεας αναγκάζεται να παράγει ολοένα και περισσότερη. Αυτό οδηγεί σε χρόνια υπερινσουλιναιμία: υψηλά επίπεδα ινσουλίνης στο αίμα για χρόνια. Και εδώ αρχίζει η ιστορία του καρκίνου.
Η ινσουλίνη δεν είναι απλώς «ορμόνη του σακχάρου». Είναι και ισχυρός αυξητικός παράγοντας. Στέλνει στα κύτταρα το μήνυμα ότι υπάρχει αφθονία ενέργειας και ότι «μπορούν να μεγαλώσουν, να διαιρεθούν, να χτίσουν». Όταν αυτό το σήμα είναι συνεχώς ενεργό, δημιουργείται ένα περιβάλλον που ευνοεί την ανεξέλεγκτη κυτταρική ανάπτυξη-δηλαδή την καρκινογένεση.
Σε αυτό το σημείο μπαίνει στο παιχνίδι ο IGF-1 (Insulin-Like Growth Factor 1), ένας από τους πιο σημαντικούς συνδέσμους ανάμεσα στην παχυσαρκία, την αντίσταση στην ινσουλίνη και τον καρκίνο. Ο IGF-1 είναι ένας αυξητικός παράγοντας που μοιάζει δομικά με την ινσουλίνη και ενεργοποιείται έντονα όταν τα επίπεδα ινσουλίνης είναι υψηλά. Ο ρόλος του στη ζωή είναι απολύτως φυσιολογικός και απαραίτητος: συμβάλλει στην ανάπτυξη στην παιδική ηλικία, στη διατήρηση μυών και ιστών, στην επούλωση. Το πρόβλημα είναι η χρόνια υπερδιέγερσή του γιατί ο IGF-1 ενεργοποιεί μονοπάτια μέσα στα κύτταρα που λένε δύο πράγματα: να διαιρούνται πιο γρήγορα και να μην πεθαίνουν όταν θα έπρεπε. Η δεύτερη λειτουργία είναι κομβική. Ένα υγιές σώμα βασίζεται στην απόπτωση -τον «προγραμματισμένο θάνατο» των κυττάρων που έχουν υποστεί βλάβες. Ο IGF-1 μπλοκάρει αυτή τη διαδικασία. Έτσι, κύτταρα με γενετικές αλλοιώσεις επιβιώνουν, συσσωρεύουν νέες μεταλλάξεις και έχουν περισσότερο χρόνο να εξελιχθούν σε καρκινικά.
Αξίζει να σημειωθεί ότι χαμηλότερη δραστηριότητα του άξονα ινσουλίνης–IGF-1 συνδέεται με μακροζωία σε πολλά είδη, από σκουλήκια και ποντίκια μέχρι ανθρώπους. Άτομα με γενετικά χαμηλότερη σηματοδότηση IGF-1 φαίνεται να έχουν χαμηλότερα ποσοστά καρκίνου και σε ορισμένες μελέτες καλύτερη επιβίωση.
Αντίσταση στην ινσουλίνη
Η παχυσαρκία και η αντίσταση στην ινσουλίνη κρατούν αυτόν τον «διακόπτη ανάπτυξης» μόνιμα ανοιχτό. Παράλληλα, ο λιπώδης ιστός δεν είναι απλώς αποθήκη λίπους. Είναι ενδοκρινικό όργανο. Παράγει ορμόνες, φλεγμονώδεις ουσίες και σήματα που επηρεάζουν άμεσα το μικροπεριβάλλον των όγκων. Στον μαστό, στο έντερο, στο ήπαρ, τα λιποκύτταρα βρίσκονται σε άμεση γειτνίαση με καρκινικά κύτταρα και «συνομιλούν» μαζί τους, ενισχύοντας την επιθετικότητα και τη μεταστατική τους ικανότητα.
Ταυτόχρονα, η παχυσαρκία συνοδεύεται από χρόνια χαμηλόβαθμη φλεγμονή. Δεν είναι κάτι που φαίνεται στις εξετάσεις· είναι ένα μόνιμο υπόστρωμα φλεγμονωδών σημάτων που αυξάνουν το οξειδωτικό στρες, προκαλούν βλάβες στο DNA και επιταχύνουν τη μετάβαση από το φυσιολογικό κύτταρο στο καρκινικό.
Όλα αυτά εξηγούν γιατί η παχυσαρκία συνδέεται πλέον αιτιολογικά -όχι απλώς στατιστικά- με καρκίνους όπως του μαστού (ιδίως μετά την εμμηνόπαυση), του παχέος εντέρου, του ήπατος, του παγκρέατος, του ενδομητρίου και του νεφρού. Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι ο καρκίνος δεν “εμφανίζεται” απλώς σε ένα παχύ σώμα. Αναπτύσσεται μέσα σε ένα μεταβολικό περιβάλλον που τον διευκολύνει σε κάθε βήμα: από τη γέννηση του πρώτου μεταλλαγμένου κυττάρου, μέχρι την ανάπτυξη, την επιβίωση και τη μετάσταση. Γι’ αυτό και η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας και της αντίστασης στην ινσουλίνη δεν είναι απλώς πρόληψη διαβήτη ή καρδιοπάθειας. Είναι, όλο και περισσότερο, στρατηγική πρόληψης του καρκίνου.
























