Ψυχογενής (νευρική) βουλιμία

voulimia 5Η ψυχογενής (ή νευρογενής ή νευρική) βουλιμία  εκδηλώνεται συνήθως στην εφηβεία. Εμφανίζεται με πολύ μεγαλύτερη συχνότητα από την ψυχογενή ανορεξία και το κυρίαρχο σύμπτωμα της είναι η υπερφαγία. Απαιτείται πολύπλευρη αντιμετώπιση.

Η υπερφαγίαα διαγνωστικά αναφέρεται στην κατανάλωση, σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο (π.χ. μέσα σε δύο ώρες), μιας ποσότητας τροφής, η οποία είναι εμφανώς μεγαλύτερη από αυτήν που θα μπορούσαν να καταναλώσουν οι περισσότεροι άνθρωποι κατά τη διάρκεια της ίδιας χρονικής περιόδου και κάτω από παρόμοιες συνθήκες.

Την υπερφαγία συνήθως διαδέχεται αλλαγή στη διάθεση και άγχος. Για την αντιστάθμιση της ενοχής και της δυσφορίας που προκαλεί η υπερφαγία, το άτομο καταφεύγει συνήθως στην κάθαρση με αυτοπροκαλούμενους εμετούς, με καθαρτικά, διουρητικά, νηστεία, υπερβολική σωματική άσκηση κ.ά. Η κάθαρση αυτή κάνει το άτομο αμέσως να νιώσει καλύτερα και απομακρύνει το φόβο που το κυριαρχεί για την αύξηση του βάρους του.

Συμπτώματα

Η ψυχογενής βουλιμία χαρακτηρίζεται από επανειλημμένα επεισόδια υπερφαγίας με αίσθηση της έλλειψης ελέγχου στην κατανάλωση τροφής κατά τη διάρκεια του επεισοδίου και επανειλημμένη απρόσφορη αντισταθμιστική συμπεριφορά προκειμένου να αποτραπεί η αύξηση του βάρους. Τόσο τα επεισόδια υπερφαγίας όσο και η απρόσφορη αντισταθμιστική συμπεριφορά εμφανίζονται κατά μέσον όρο τουλάχιστον δυο φορές την εβδομάδα για διάστημα τριών μηνών. Η αυτοαξιολόγηση επηρεάζεται υπέρμετρα από το βάρος του σώματος.

Διακρίνονται δύο τύποι νευρικής βουλιμίας:

  • α) Ο καθαρτικός τύπος, όπου κατά τη διάρκεια του τρέχοντος επεισοδίου ψυχογενούς βουλιμίας, το άτομο καταφεύγει τακτικά σε αυτοπροκαλούμενους εμετούς ή σε κακή χρήση καθαρτικών, διουρητικών ή υποκλυσμών και
  • β) ο μη καθαρτικός τύπος, όπου κατά τη διάρκεια του τρέχοντος επεισοδίου ψυχογενούς βουλιμίας, το άτομο χρησιμοποιεί άλλες απρόσφορες, αντισταθμιστικές συμπεριφορές, όπως νηστεία ή υπερβολική σωματική άσκηση, αλλά δεν καταφεύγει τακτικά σε αυτοπροκαλούμενους εμετούς ή σε κακή χρήση καθαρτικών, διουρητικών ή υποκλυσμών.

Οι έφηβοι και ενήλικες με βουλιμία συχνά περιγράφονται ως άτομα ανελαστικά και απόλυτα τόσο στη σκέψη όσο και στη συμπεριφορά και διακρίνονται από τη στάση «όλα ή τίποτα» (Butow et al., 1993). Άλλοτε πιστεύουν για τον εαυτό τους πως έχουν τον απόλυτο έλεγχο και άλλοτε πως χάνουν εντελώς τον έλεγχο. Όπως και τα άτομα με ανορεξία, τα άτομα με βουλιμία δεν είναι ικανοποιημένα με τις αναλογίες του σώματος τους. Είναι συνήθως άτομα παρορμητικά, εξωστρεφή και έχουν δυσκολίες στην αυτορύθμιση όχι μόνο στο θέμα του φαγητού αλλά και στη γενικότερη συμπεριφορά τους.

Επειδή οι διαταραχές διατροφής συχνά επικαλύπτονται από άλλες ψυχικές διαταραχές, όπως για παράδειγμα με την κατάθλιψη και τη σχιζοφρένεια, σε αρκετές περιπτώσεις κάποια συμπτώματα της νευρογενούς βουλιμίας μπορεί να επισκιάζονται από τα συμπτώματα των άλλων διαταραχών και γι’ αυτό να δημιουργούνται δυσκολίες στη διάγνωση. Όπως στην περίπτωση της νευρικής ανορεξίας, η συχνότητα εμφάνισης της νευρικής βουλιμίας διαφοροποιείται σημαντικά ανάλογα με τον πληθυσμό στον οποίο αναφερόμαστε και εκδηλώνεται σε σπάνιες περιπτώσεις στον ανδρικό πληθυσμό.

Έχει διαπιστωθεί πως η υπερφαγία συχνά πρωτοεμφανίζεται κατά τη διάρκεια ή μετά από μια προσπάθεια αυστηρής ψυχογενή δίαιτας που κάνει το άτομο για να χάσει βάρος (Hsu, 1990). Λόγω της ενοχής και της δυσφορίας που προκαλεί η υπερφαγία, το άτομο για αντιστάθμισμα καταφεύγει στην κάθαρση με αυτοπροκαλούμενους εμετούς, με καθαρκτικά, διουρητικά κ.ά. (Wilson et al., 1996).Η βουλιμία μπορεί να είναι μια χρόνια κατάσταση ή να εμφανίζεται περιστασιακά και η αναπτυξιακή της πορεία είναι δύσκολο να περιγραφεί.

Οι Collings και King (1994), σε μια διαχρονική τους έρευνα παρακολούθησαν 50 άτομα με ψυχογενή βουλιμία και διαπίστωσαν πως μετά από δέκα χρόνια στο 52% από αυτά οι δυσκολίες είχαν αποκατασταθεί πλήρως, ενώ μόνο το 10% εξακολουθούσε να πληροί τα κριτήρια για τη διάγνωση της διαταραχής. Διαπιστώθηκε επίσης πως η έκβαση ήταν καλύτερη στις περιπτώσεις όπου η διαταραχή εκδηλώθηκε νωρίς και όπου τα άτομα προέρχονταν από οικογένειες υψηλότερου κοινωνικοοικονομικού επιπέδου.

Αιτίες

Η κατανόηση των αιτιών της αιτιολογίας της ψυχογενούς βουλιμίας συναντά τις ίδιες δυσκολίες όπως και αυτή της ανορεξίας, αφού υπάρχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά στις δυο αυτές διαταραχές.

Έχει βρεθεί πως σε περιπτώσεις ατόμων με βουλιμία τα επίπεδα της νορεπινεφρίνης ήταν χαμηλά αλλά δεν είναι γνωστό αν αυτό αποτελεί την αιτία ή το αποτέλεσμα της βουλιμίας. Διαπιστώθηκε επίσης πως τα επίπεδα της νορεπινεφρίνης επανέρχονται στα πλαίσια του φυσιολογικού όταν το άτομο ανακτήσει το βάρος του (Kaye & Weltzin, 1991).

Τα περιορισμένα ευρήματα για νευροβιολογικές και ενδοκρινολογικές δυσλειτουργίες σε άτομα με διαταραχές διατροφής φαίνεται να αποτελούν μάλλον το αποτέλεσμα παρά την αιτία του υποσιτισμού και της καθαρτικής συμπεριφοράς που χαρακτηρίζουν τα άτομα με διαταραχές διατροφής.

Έχει βρεθεί επίσης πως η παιδική παχυσαρκία, τα προβλήματα στις σχέσεις παιδιού-γονέων καθώς και η σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών αποτελούν παράγοντες οι οποίοι αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης διαταραχών διατροφής στην εφηβεία (Garfinkel et al., 1995). Στο ιστορικό των ατόμων με βουλιμία συχνά αναφέρεται πως ήταν υπέρβαρα ή παχύσαρκα τα ίδια ή οι γονείς τους και πως όσο μεγαλύτερο ήταν το πρόβλημα της παχυσαρκίας τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα για την εκδήλωση βουλιμίας (Fairburn et al., 1995).

Αντιμετώπιση

Η παρουσία συναισθηματικών και οργανικών προβλημάτων στις περιπτώσεις διαταραχών διατροφής απαιτεί πολύπλευρη αντιμετώπιση. Η ιδανική αντιμετώπιση θα προϋπέθετε τη συνεργασία ομάδας ειδικών στην οποία να συμμετέχουν παθολόγος, διαιτολόγος και ψυχοθεραπευτής.

Στην περίπτωση που γίνει η διάγνωση κάποιας διαταραχής διατροφής και αποκλειστεί το ενδεχόμενο ύπαρξης κάποιου άλλου οργανικού προβλήματος, τότε ο ειδικός θα πρέπει να αποφασίσει για την ψυχοθεραπευτική προσέγγιση την οποία θα ακολουθήσει. Σε κάθε περίπτωση όμως, η εμπλοκή της οικογένειας στη θεραπευτική διαδικασία είναι ιδιαίτερης σημασίας γιατί αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες επιτυχούς έκβασης της θεραπευτικής προσπάθειας (Dare & Eisler, 1997).

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η επίλυση ενδοοικογενειακών προβλημάτων, όπως για παράδειγμα προβλημάτων που αφορούν τις σχέσεις του παιδιού με τους γονείς του, την ψυχοπαθολογία ή την απομόνωση της οικογένειας, μπορεί να είναι καθοριστικής σημασίας προκειμένου να ξεπεραστούν οι διαταραχές διατροφής.

Σήμερα, οι πιο αποτελεσματικές θεραπείες για τη ψυχογενή βουλιμία, είναι αυτές οι οποίες στηρίζονται σε γνωσιακές-συμπεριφορικές προσεγγίσεις. Η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία ενθαρρύνει την εκδήλωση επιθυμητών μορφών συμπεριφοράς σε σχέση με το φαγητό, ενώ παράλληλα εστιάζεται στην τροποποίηση των διαταραγμένων και ανελαστικών αντιλήψεων που σχετίζονται με την ψυχαναγκαστική συμπεριφορά του ατόμου.

Στόχος της γνωσιακής-συμπεριφορικής θεραπείας είναι η τροποποίηση των διαταραγμένων αντιλήψεων που σχετίζονται με το σχήμα και το βάρος του σώματος καθώς επίσης και η αντικατάσταση των διαιτητικών συνηθειών και των προσπαθειών κάθαρσης με πιο υγιείς διατροφικές συνήθειες και δραστηριότητες (Johnson et al., 1996).

Σχετικά άρθρα