Μεθαδόνη: Θεραπεία συντήρησης και παρενέργειες

methadonh5Η μεθαδόνη είναι ένα συνθετικό αναλγητικό με μακρά δράση, με δραστικότητα παρόμοια με αυτή της μορφίνης και με επίδραση παρόμοια με εκείνη της ηρωίνης. Γι’ αυτόν το λόγο είναι περισσότερο γνωστή ως υποκατάστατο των οπιούχων, που χορηγείται σε άτομα με χρόνιο εθισμό στην ηρωίνη, για να τους βοηθήσει στην προσπάθεια τους να αποτοξινωθούν. Η μεθαδόνη είναι χρήσιμη σε αυτή την εφαρμογή, καθώς δεν προκαλεί το «φτιάξιμο» που συσχετίζεται με τα αναλγητικά, όπως η ηρωίνη, και γι’ αυτό θεωρείται ότι είναι λιγότερο εθιστική από την ηρωίνη, την οποία υποκαθιστά.

ΙΣΤΟΡΙΑ

Η μεθαδόνη παρασκευάστηκε πρώτη φορά από Γερμανούς επιστήμονες, κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, όταν οι δυνάμεις των ΗΠΑ και των συμμάχων τους ανέστειλαν τις προμήθειες οπίου στη Γερμανία. Οι επιστήμονες ανακάλυψαν την ουσία, ενώ πειραματίζονταν με έναν αριθμό διαφορετικών χημικών ενώσεων, στην προσπάθεια τους να βρουν ένα υποκατάστατο για τη μορφίνη, αφού οι προμήθειες τους εξαντλούνταν. Η ίδια ομάδα επιστημόνων ανακάλυψε και την πεθιδίνη.

Μετά τον πόλεμο, η αμερικανική φαρμακευτική εταιρεία Eli-Lilly ξεκίνησε κλινικές δοκιμές με αυτό που τότε ονομαζόταν δολοφίνη – όχι προς τιμή του Αδόλφου (όπως θεωρήθηκε τότε), αλλά μάλλον από τη σύνθεση της λατινικής λέξης dolor (πόνος) και της γαλλικής λέξης fin (τέλος). Αρχικά οι γιατροί πίστευαν ότι η μεθαδόνη θα ήταν ένα νέο επαναστατικό παυσίπονο, αλλά ως τις αρχές της δεκαετίας του 1950 δεν χρησιμοποιούνταν σχεδόν καθόλου.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 η δρ. Μαρί Νισγουάντερ και ο δρ Βίνσεντ Ντόουλ, ένας αξιοσέβαστος Αμερικανός ψυχίατρος και ερευνητής, διαπίστωσαν ότι δεν μπορούσαν να σταθεροποιήσουν τους χρήστες οπιούχων με τη χρήση μορφίνης, χωρίς να χρειάζεται να αυξάνουν συνεχώς τη δοσολογία.

Έκαναν ανασκόπηση της ιατρικής βιβλιογραφίας, καθώς έψαχναν για πιθανές εναλλακτικές λύσεις, και ήταν οι πρώτοι που έκαναν το ριζοσπαστικό βήμα της χορήγησης μεθαδόνης, που ήταν αποτελεσματική με λήψη από το στόμα, και που, όπως φαινόταν από τη μελέτη του πόνου αλλά και από κάποιες εμπειρίες αποτοξίνωσης, η δράση της διαρκούσε περισσότερο. Σύντομα ανακάλυψαν ότι από τη στιγμή που έφταναν σε μια επαρκή θεραπευτική δόση, μπορούσαν να συντηρούν τους ανθρώπους με αυτήν τη δόση για μεγάλες χρονικές περιόδους.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗΣ ΜΕ ΜΕΘΑΔΟΝΗ

Η Νισγουάντερ και ο Ντόουλ ήταν οι πρωτοπόροι στη θεραπεία Συντήρησης με Μεθαδόνη (ΟΣΜ). Η καινοτόμα αυτή αγωγή χορηγήθηκε μόνο σε άτομα με μεγάλο ιστορικό χρήσης ηρωίνης, τα οποία είχαν αποτύχει σε άλλες απόπειρες θεραπείας.

Η Νισγουάντερ και ο Ντόουλ στήριξαν την προσέγγιση τους στη θεωρία ότι όσοι έχουν εθιστεί στα οπιούχα υποφέρουν από μια μεταβολική ανωμαλία, παρόμοια αρχικά με μεταβολικές ανωμαλίες, όπως ο διαβήτης. Όπως η ινσουλίνη ομαλοποιεί τη δυσλειτουργία στο διαβήτη, έτσι και η μεθαδόνη θα ομαλοποιούσε τη δυσλειτουργία του εθισμού στα οπιούχα.

Αυτή η νέα μορφή θεραπείας εξαπλώθηκε γρήγορα στις ΗΠΑ, αν και συχνά εφαρμόστηκε άκαμπτα χάνοντας έτσι μερικά από τα στοιχεία της αρχικής δουλειάς των Νισγουάντερ και Ντόουλ. Λίγα προγράμματα έχουν τόσο καλά αποτελέσματα όσο η πρωταρχική τους δουλειά. Οι τρόποι με τους οποίους εφαρμόστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 επηρεάστηκαν πολύ από πολιτικούς και άλλους παράγοντες, με αποτέλεσμα τον εκτεταμένο κυβερνητικό έλεγχο.

Ο αριθμός των ασθενών που υπόκεινται σε θεραπεία Συντήρησης με Μεθαδόνη στις ΗΠΑ αυξήθηκε: Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 καταγράφηκε ότι υπήρχαν περίπου 160.000 ασθενείς που ακολουθούσαν περίπου 800 προγράμματα συντήρησης.

ΧΡΗΣΗ – ΕΠΙΔΡΑΣΗ – ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ

Με λήψη από το στόμα μία φορά την ημέρα, η μεθαδόνη είναι ικανή να καταστείλει τα συμπτώματα στέρησης για 24 μέχρι 36 ώρες σε ασθενείς που ακολουθούν το πρόγραμμα συντήρησης. Όσοι έχουν ενταχθεί σε προγράμματα μεθαδόνης συνήθως παίρνουν το φάρμακο σε υγρή μορφή από το στόμα (διατίθεται σε δύο τύπους, με ή χωρίς ζάχαρη), αν και χορηγείται και σε ενέσιμη μορφή, που συνήθως χρησιμοποιείται ως ναρκωτικό του δρόμου.

Η σωστή δόση που πρέπει να χορηγηθεί σε ασθενείς που παίρνουν οπιούχα είναι αμφιλεγόμενη. Οι Ντόουλ και Νισγουάντερ ανέφεραν ότι οι ημερήσιες δόσεις πρέπει να ξεκινούν από τα 80 mg, για να σταθεροποιηθούν κανονικά οι ασθενείς και να παραμείνουν στο πρόγραμμα. Όμως πολλοί γιατροί αρνούνται να χορηγήσουν μεθαδόνη σε τόσο υψηλά επίπεδα, ισχυριζόμενοι ότι τότε θα ένιωθαν σαν να χορηγούσαν ναρκωτικά. Σε περιπτώσεις που οι γιατροί επιλέγουν να χορηγούν μεθαδόνη σε χαμηλότερα επίπεδα, ο χρήστης κινδυνεύει να βρεθεί σε ένα φαύλο κύκλο, λαμβάνοντας και παράνομη ηρωίνη μαζί με τη συνταγή του. Αυτό έχει ως συνέπεια να εντοπίζονται στην εξέταση ούρων που γίνεται στην κλινική και τα άτομα αυτά να διώχνονται από το πρόγραμμα.

Η επίδραση είναι παρόμοια με αυτή των άλλων ισχυρών οπιούχων ναρκωτικών, αλλά με δύο σημαντικές διαφορές. Η πρώτη είναι ότι οι επιδράσεις ευφορίας και καταπράυνσης διαρκούν περισσότερο και οι χρήστες δεν νιώθουν την έντονη «έξαψη» που αναφέρεται στη χρήση ηρωίνης. Η δεύτερη διαφορά είναι ότι, αντίθετα με την ηρωίνη ή τη μορφίνη, η μεθαδόνη είναι πολύ αποτελεσματική, όταν χορηγείται από το στόμα. Οι λόγοι αυτοί κάνουν τη μεθαδόνη ένα κατάλληλο υποκατάστατο των οπιούχων στη θεραπεία του εθισμού. Η μεθαδόνη μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων στέρησης από άλλα ναρκωτικά, καθώς και της σφοδρής επιθυμίας γι’ αυτά.

Οι ασθενείς μπορούν να συντηρούνται σε σταθερές δόσεις μεθαδόνης χωρίς υπερβολικό κίνδυνο. Τα θέματα που προκύπτουν από τη μακρόχρονη χρήση είναι ότι η ίδια η ουσία προκαλεί εξάρτηση και οι ασθενείς υποφέρουν από χρόνια δυσκοιλιότητα. Ωστόσο, υπάρχουν και άλλες παρενέργειες που έχουν σχέση με τη χρόνια χρήση μεθαδόνης, όπως είναι η υπερβολική εφίδρωση, η κατακράτηση ούρων και οι ενοχλήσεις στον ύπνο.

Όσον αφορά την υπερδοσολογία, μια δόση των 75 mg μπορεί να αποβεί μοιραία σε έναν ενήλικα που δεν έχει αποκτήσει ανοχή, όμως ακόμα και μια δόση των 10 mg μπορεί να είναι μοιραία για ένα παιδί. Έχουν υπάρξει περιπτώσεις όπου παιδιά έχουν πάρει υπερβολική δόση μεθαδόνης, στην οποία υπήρχε εύκολη πρόσβαση.

ΕΞΑΡΤΗΣΗ

Όταν η μεθαδόνη λαμβάνεται τακτικά από χρήστες που παίρνουν μεγάλες δόσεις, η ανοχή μπορεί να αναπτυχθεί πολύ γρήγορα. Και η σωματική και η ψυχολογική εξάρτηση είναι πιθανόν να προκύψουν στους χρόνιους χρήστες, όμως καθώς η ουσία εκκρίνεται πιο αργά από το σώμα, ο εγκέφαλος έχει περισσότερο χρόνο να προσαρμοστεί στην κατάσταση χωρίς την ουσία, και έτσι η στέρηση και τα συμπτώματα της είναι λιγότερο έντονα. Ωστόσο, αυτό μπορεί να θεωρηθεί μειονέκτημα από τη σκοπιά του χρήστη, γιατί έτσι παρατείνεται η διαδικασία της αποτοξίνωσης.