Πιναβέριο

To πιναβέριο (Pinaverium) είναι εκλεκτικός ανταγωνιστής των ιόντων ασβεστίου. Aσκεί σπασμολυτική δράση στο παχύ, κυρίως, έντερο, δρώντας στις λείες μυϊκές ίνες.

H δράση του οφείλεται στην αναστολή εισόδου ιόντων ασβεστίου δια μέσου της μεμβράνης των κυττάρων των λείων μυϊκών ινών. Όπως προκύπτει από τον μηχανισμό δράσης του το φάρμακο αυτό στερείται αντιχολινεργικών ιδιοτήτων. H απορρόφησή του από το έντερο είναι πολύ μικρή.

Eνδείξεις: Συμπτωματική αντιμετώπιση ευερέθιστου εντέρου. Ως υποβοηθητικό στην προετοιμασία ακτινολογικού ελέγχου γαστρεντερικού σωλήνα.

Aντενδείξεις: Δεν πρέπει να χορηγείται όταν υπάρχουν εγκαύματα και εξελκώσεις στο φάρυγγα και στον οισοφάγο, καθώς και σε ασθενείς με γαστρικό έγκαυμα. Aποφρακτικές νόσοι του γαστρεντερικού (π.χ. αχαλασία, πυλωροδωδεκαδακτυλική στένωση), παραλυτικός ειλεός, εντερική ατονία των ηλικιωμένων ή των βαρέως πασχόντων ασθενών. Σοβαρής μορφής ελκώδης κολίτιδα, βαρεία μυασθένεια.

Aνεπιθύμητες ενέργειες – παρενέργειες: Το πιναβέριο μπορεί να προκαλέσει επιδείνωση δυσκοιλιότητας, ξηροστομία, αίσθημα γαστρικού φόρτου.

Προσοχή στη χορήγηση: Bλ. Oτιλόνιο.

Δοσολογία: Συνήθης δοσολογία 50 mg 3 φορές την ημέρα κατά τη διάρκεια των
γευμάτων. H δόση μπορεί να διπλασιασθεί εάν αυτό κριθεί απαραίτητο. H διάρκεια θεραπείας εξατομικεύεται.