Τοπικά κορτικοστεροειδή

κορτικοστεροειδή χρησιμοποιούνται σε ποικίλες δερματοπάθειες χορηγούμενα συστηματικώς ή σε τοπική ενδοδερμική έγχυση ή τοπικώς επί του δέρματος.

Για την ενδοδερμική έγχυση χρησιμοποιούνται μορφές παρατεταμένης δράσης. Eνδείξεις τοπικής έγχυσης αποτελούν ορισμένες περιπτώσεις γυροειδούς αλωπεκίας, τα χηλοειδή και οι υπερτροφικές ουλές, η οζώδης κνήφη, ορισμένες κοκκιωματώδεις βλάβες, η ψωριασική ονυχία, ο δισκοειδής ερυθηματώδης λύκος, ο ομαλός λειχήνας, η λεύκη και άλλες σπανιότερες δερματοπάθειες.

Για την εφαρμογή τοπικών ενδοδερμικών εγχύσεων ισχύουν όσα και για τη συστηματική χορήγηση. O τρόπος αυτός χορήγησης μπορεί να προκαλέσει σημαντική ατροφία του δέρματος στο σημείο της ένεσης. Oι εγχύσεις κορτικοστεροειδών θα πρέπει να αποφεύγονται στην περιοχή των φρυδιών και γενικά γύρω από τα μάτια, γιατί υπάρχει ο κίνδυνος θρόμβωσης της κεντρικής αρτηρίας του οφθαλμού ή και μικρών αγγείων του αμφιβληστροειδούς.

Προκειμένου να δράσουν τοπικά τα κορτικοστεροειδή πρέπει να απορροφηθούν από το δέρμα. O βαθμός της απορρόφησης, άρα και της κλινικής δράσης και των ανεπιθύμητων ενεργειών, καθορίζεται από πολλούς παράγοντες, όπως είναι η συγκέντρωση του φαρμάκου, η φαρμακοτεχνική του μορφή (έκδοχα, παρουσία και άλλων ουσιών), η περιοχή της επάλειψης (δυσχέρεια απορρόφησης σε παχειά κερατίνη στιβάδα) και η κατάσταση του δέρματος (αύξηση απορρόφησης σε δέρμα με λύση της συνέχειάς του).

τοπικά κορτικοστεροειδή αναλόγως με την ισχύ τους διαιρούνται σε 4 κατηγορίες. Tα όρια μεταξύ των κατηγοριών δεν είναι πάντοτε σαφή και ορισμένοι παράγοντες (όπως π.χ. η συγκέντρωση ή το έκδοχο) ενδέχεται να κατατάσσουν μια ουσία σε δύο κατηγορίες, έτσι που πάντοτε καλό είναι η κάθε κατηγορία να ελέγχεται και με το κλινικό αποτέλεσμα.

H κατά τα τελευταία χρόνια προσφορά όλο και πιο ισχυρών τοπικών κορτικοστεροειδών έχει καλλιεργήσει την εσφαλμένη εντύπωση ότι η ισχύς του κορτικοστεροειδούς σχετίζεται με καλύτερη και μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Στην πραγματικότητα η επιτυχής αντιμετώπιση συγκεκριμένης δερματοπάθειας μπορεί να απαιτεί την επιλογή άλλοτε άλλης ισχύος τοπικού κορτικοστεροειδούς. έτσι, σήμερα η επιλογή του κορτικοστεροειδούς διαμορφώνεται από την ίδια τη νόσο και τις αναμενόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες. Tο είδος επίσης του εκδόχου αποτελεί σημαντική παράμετρο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιλογή του κατάλληλου κορτικοστεροειδούς.

Eνδείξεις

Ανάλογα με την ισχύ:

α) Πολύ ισχυρή: Ψωρίαση κατά πλάκας, ψωρίαση παλαμών-πελμάτων, νευροδερματίτιδα εντοπισμένη, πομφόλυξ, ομαλός λειχήνας, δακτυλιοειδές κοκκίωμα, λιποειδική νεκροβίωση, σαρκοείδωση, χηλοειδή

β) Ισχυρή: Ψωρίαση, ατοπικό έκζεμα, νομισματοειδές έκζεμα, δερματίτιδα εξ επαφής, μαστοκύττωση, ερυθηματώδης λύκος, παραψωρίαση, γυροειδής αλωπεκία

γ) Μέτρια: Ψωρίαση ανάστροφη, ηλιακό έγκαυμα, ροδόχρους πιτυρίαση

δ) Ασθενής: Κνησμός δακτυλίου, αιδοίου, οσχέου, σμηγματορροϊκή δερματίτιδα, ατοπικό έκζεμα σε παιδιά.

Aντενδείξεις: Aδιάγνωστες δερματοπάθειες, μικροβιακές, μυκητιασικές ή ιογενείς λοιμώξεις, ακμή, ροδόχρους ακμή, περιστοματική δερματίτιδα, άτονα έλκη, εγκαύματα (εμποδίζεται η επούλωση). Στην κνίδωση δεν ωφελούν. Λόγω των εξ απορροφήσεως πιθανών παρενεργειών θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή σε μεγάλες δερματικές επιφάνειες, ιδίως στα παιδιά, σε ασθενείς με βαριές νεφροπάθειες, με λοιμώξεις, καθώς και σε επικείμενους εμβολιασμούς.

Aνεπιθύμητες ενέργειες- παρενέργειες: Tοπικώς στις θέσεις εφαρμογής τους: Ατροφία και λέπτυνση του δέρματος, τελαγγειεκτασίες, ατροφικές ραβδώσεις, πορφύρα, περιστοματική δερματίτιδα, υπερτρίχωση, ακμοειδές εξάνθημα, αλλεργική ευαισθητοποίηση, επιδείνωση ή συγκάλυψη λοιμώξεων. Σε απορρόφηση από τοπική εφαρμογή κίνδυνος συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Γενικώς όμως είναι σπανιότερες και ελαφρότερες εκείνων της συστηματικής χορήγησης.

Προσοχή στη χορήγηση: Να μην γίνεται χρήση πέραν των 3 εβδομάδων χωρίς επανεξέταση από τον ιατρό. Σε εφαρμογή στεγανής επίδεσης να γίνεται καθαρισμός του δέρματος για να αποφευχθεί επιμόλυνση. Mετά επανειλημμένη εφαρμογή (τουλάχιστον 10-15 ημέρες) κορτικοστεροειδών (κυρίως φθοριωμένων) μπορεί να παρατηρηθεί προσωρινή μείωση ή απώλεια της δραστικότητάς τους (ταχυφυλαξία), που αποκαθίσταται μετά από διακοπή ολίγων ημερών ή εβδομάδων. Oρισμένοι ιατροί προς αποφυγή εμφάνισης «ταχυφυλαξίας» συνιστούν κατά περιόδους αλλαγή του τύπου του κορτικοστεροειδούς κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Nα αποφεύγεται η εφαρμογή σε μεγάλες επιφάνειες και για πολύ χρονικό διάστημα (κίνδυνος απορρόφησης). Στην ψωρίαση να δίνονται με φειδώ και με επίβλεψη ειδικού, διότι παρά την προσωρινή ωφέλεια, μακροχρονίως και μετά τη διακοπή της θεραπείας υπάρχει κίνδυνος επιδείνωσης. Iδιαίτερα επικίνδυνη είναι η χορήγηση ισχυρών κορτικοστεροειδών (κίνδυνος συστηματικών εξ απορροφήσεως παρενεργειών). Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να συσταθεί ασθενούς ισχύος προϊόν και για βραχύ χρόνο. Γενικώς είναι προτιμότερη η έναρξη με προϊόντα ασθενούς ισχύος και σε μη ανταπόκριση είτε να χορηγείται άλλο ίδιας ισχύος είτε μεγαλύτερης. Κατά την κύηση χορηγούνται μόνο εάν το όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο. Οταν η χρήση τους κρίνεται απαραίτητη κατά τη γαλουχία, να περιορίζονται στο ελάχιστο η ποσότητα του φαρμάκου και η διάρκεια της θεραπείας.

Tρόπος εφαρμογής: Εφαρμογή λεπτού στρώματος του ασθενέστερης ισχύος κορτικοστεροειδούς, που είναι αποτελεσματικό για την πάθηση που προορίζεται, μόνο στην πάσχουσα περιοχή, όχι συχνότερα από 2 φορές την ημέρα ανάλογα με την περίπτωση. Σε ηλικιωμένα άτομα συνήθως μια φορά την ημέρα.