Η επιτυχία μιας δίαιτας μπορεί να εξαρτάται από το DNA σας

Η γενετική καθορίζει το πώς ο οργανισμός ανταποκρίνονται σε μια συγκεκριμένη διατροφή.

Έρευνα σε ποντίκια με διαφορετικό DNA δείχνει ότι η ίδια διατροφή πραγματικά δεν ταιριάζει σε όλους και αυτή που λειτουργεί καλά για κάποιους μπορεί να μην είναι η καλύτερη για άλλους, Αυτό βρήκε με μια μελέτη από το Texas A&M University που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Genetics.

“Οι διαιτητικές συμβουλές, είτε προέρχονται από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών είτε από κάποιο οργανισμό τείνουν να βασίζονται στη θεωρία ότι πρόκειται να υπάρξει μια δίαιτα που βοηθάει όλους τους ανθρώπους”, δήλωσε ο David Threadgill, επικεφαλής της μελέτης. Εν όψει της επιδημίας της παχυσαρκίας, φαίνεται ότι οι κατευθυντήριες γραμμές δεν είναι αποτελεσματικές”. Ο Threadgill πιστεύει ότι ξέρει το γιατί.

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν τέσσερις διαφορετικές ομάδες ζωικών μοντέλων για να εξετάσουν τον τρόπο με τον οποίο πέντε δίαιτες επηρεάζουν την υγεία τους σε μια περίοδο έξι μηνών. Οι γενετικές διαφορές εντός της κάθε ομάδας ποντικών ήταν σχεδόν ανύπαρκτες, ενώ οι γενετικές διαφορές μεταξύ οποιωνδήποτε δύο ομάδων αντιστοιχούσαν στις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ δύο ανθρώπων που δεν είναι συγγενείς.

Οι ερευνητές επέλεξαν τις δίαιτες έτσι ώστε να αντικατοπτρίζουν αυτές που καταναλώνουν οι άνθρωποι. Δόθηκαν δίαιτες που μοιάζουν με αυτές που είναι δημοφιλείς στους ανθρώπους με περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες και βιολογικά ενεργές ενώσεις οι οποίες πιστεύεται ότι είναι σημαντικές για την υγεία. Η ποσότητα κατανάλωσης ήταν απεριόριστη. Οι δίαιτες αυτές ήταν:

  • Μια δίαιτα αμερικανικού τύπου (υψηλότερη σε λιπαρά και επεξεργασμένους υδατάνθρακες, κυρίως από καλαμπόκι)
  • Μια μεσογειακή δίαιτα (με εκχύλισμα σιταριού και κόκκινου κρασιού)
  • Μια ιαπωνική δίαιτα (με εκχύλισμα ρυζιού και πράσινου τσαγιού)
  • Μια κετογόνα δίαιτα παρόμοια με τη δίαιτα Atkins (υψηλή περιεκτικότητα σε λίπος και πρωτεΐνες με πολύ λίγους υδατάνθρακες).
  • Μια πέμπτη δίαιτα δόθηκε στην ομάδα ελέγχου που έτρωγε πρότυπη εμπορική τροφή.

Οι ερευνητές μέτρησαν ορισμένα φυσικά σημεία και ιδιαίτερα στοιχεία για το μεταβολικό σύνδρομο που αποτελεί μια συλλογή σημείων τα οποία σχετίζονται με την παχυσαρκία, συμπεριλαμβανομένης της υψηλής πίεσης του αίματος, των τριγλυκεριδίων, του λιπαρού ήπατος και των αυξημένων επιπέδων σακχάρου στο αίμα. Κατέγραψαν επίσης τυχόν διαφορές συμπεριφοράς, όπως το πόσο κινούνταν τα ζώα και το πόσο έτρωγαν.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι μια δίαιτα που διατηρούσε μια ομάδα ποντικιών αδύνατη και υγιή μπορούσε να έχει αντίθετη επίδραση σε μια άλλη ομάδα.

Διαφορές ανάλογα με το DNA

Παρόλο που ορισμένες από τις λεγόμενες δημοσίως υγιεινές διατροφές (μεσογειακή, ιαπωνική και κετογονική) λειτουργούσαν γενικά καλά, αυτό δεν συνέβαινε και στις τέσσερις ομάδες. Για παράδειγμα η ιαπωνική δίαιτα σε μια από τις ομάδες προκάλεσε αυξημένο λίπος στο συκώτι και σημάδια ηπατικής βλάβης, ανέφερε ο William Barrington, ένας από τους ερευνητές που πήραν μέρος στη μελέτη.

Το ίδιο συνέβη με τη δίαιτα που έμοιασε με κετογονική. Δύο γενετικοί τύποι τα πήγαν καλά με αυτή τη δίαιτα και άλλοι δύο άσχημα. “Ένας γενετικός τύπος έγινε πολύ παχύσαρκος, με λιπαρό συκώτι και υψηλή χοληστερόλη”, ανέφερε ο Barrington. Ένας άλλος είχε μείωση στο επίπεδο δραστηριότητας και περισσότερο σωματικό λίπος, αλλά χωρίς υπερβολικό βάρος κάτι που ισοδυναμεί με αυτό που ονομάζεται ‘κοκαλιάρικο λίπος’ στους ανθρώπους, δηλαδή κάποιος φαίνεται να είναι έχει υγιές βάρος αλλά έχει στην πραγματικότητα υψηλό ποσοστό σωματικού λίπους”.

Όπως έδειξαν και άλλες μελέτες στο παρελθόν, τα ζωικά μοντέλα έτειναν να μην τα πάνε καλά με την τυπική αμερικανική δίαιτα. Δύο ομάδες έγιναν πολύ παχύσαρκες και είχαν σημάδια μεταβολικού συνδρόμου. Άλλες εμφάνισαν λιγότερες αρνητικές επιδράσεις. Με τη μεσογειακή διατροφή, υπήρχε επίσης ένα μείγμα αποτελεσμάτων. Ορισμένες ομάδες ήταν υγιείς, ενώ άλλοι παρουσίασαν αύξηση βάρους, αν και ήταν λιγότερο σοβαρή από ό, τι στην αμερικανική δίαιτα.

“Στους ανθρώπους, βλέπουμε επίσης μια μεγάλη διαφορά στην ανταπόκριση απέναντι στις δίαιτες”, είπε ο Barrington. “Θέλαμε να μάθουμε, με ελεγχόμενο τρόπο, ποια ήταν η επίδραση της γενετικής. Ο στόχος ήταν να βρούμε τη βέλτιστη διατροφή. Αλλά πραγματικά αυτό που βρήκαμε ήταν ότι εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το DNA ενός ατόμου και δεν υπάρχει μια δίαιτα που είναι η καλύτερη για όλους”.

Η μελλοντική εργασία της ερευνητικής ομάδας θα επικεντρωθεί στον προσδιορισμό των γονιδίων που εμπλέκονται στην ανταπόκριση στις δίαιτες. “Μια μέρα, θα θέλαμε να αναπτύξουμε ένα γενετικό τεστ που θα μπορούσε να πει σε κάθε άνθρωπο ποια είναι η καλύτερη διατροφή για το δικό του DNA”, δήλωσε ο Barrington. “Μπορεί να υπάρχει μια γεωγραφική διαφορά με βάση αυτό που οι πρόγονοι κάθε πληθυσμιακής ομάδας έτρωγαν, αλλά δεν ξέρουμε αρκετά γι’ αυτό σήμερα”, πρόσθεσε.

Πηγή: Improving Metabolic Health Through Precision Dietetics in Mice.

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedIn

Δείτε επίσης