Τα αποτελέσματα των τυπικών εργαστηριακών εξετάσεων που πραγματοποιούνται σε ενήλικες εξωτερικούς ασθενείς, με στόχο να αποτυπώσουν τη συνολική εικόνα της υγείας τους, είναι σε μεγάλο βαθμό παρόμοια μεταξύ ατόμων με παχυσαρκία και των πιο αδύνατων συνομηλίκων τους, αναφέρουν οι ερευνητές.
Το εύρημα αυτό αναιρεί μία από τις βασικές εξηγήσεις πίσω από αυτό που είναι γνωστό ως «παράδοξο της παχυσαρκίας». Σύμφωνα με το παράδοξο αυτό, τα άτομα με παχυσαρκία είναι γνωστό ότι διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για πλήθος προβλημάτων υγείας, όπως ο διαβήτης και η υπέρταση, ωστόσο τείνουν να έχουν καλύτερη έκβαση από τα άτομα φυσιολογικού βάρους όταν εμφανίσουν αυτές τις παθήσεις -ακόμη και όταν εισάγονται σε μονάδες εντατικής θεραπείας λόγω σοβαρών επεισοδίων όπως το έμφραγμα ή το εγκεφαλικό.
Μία επικρατούσα υπόθεση ήταν ότι οι ασθενείς με παχυσαρκία καταλήγουν νωρίτερα στην εντατική επειδή οι εργαστηριακές τους εξετάσεις ήταν ήδη πιο επιβαρυμένες σε σύγκριση με εκείνες των πιο αδύνατων ασθενών και ότι τα οξέα αυτά επεισόδια επιδεινώνουν περαιτέρω την εικόνα τους. Ωστόσο, όπως αναφέρεται στη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο The Journal of Applied Laboratory Medicine, τα δεδομένα δεν υποστηρίζουν αυτή την εξήγηση.
«Τα άτομα με παχυσαρκία έχουν συχνότερα υπέρταση, εμφανίζουν συχνότερα διαβήτη, παθαίνουν περισσότερα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια και περισσότερα εμφράγματα, αλλά όταν εμφανίζουν αυτά τα προβλήματα τείνουν να τα πηγαίνουν καλύτερα σε σύγκριση με τα άτομα φυσιολογικού βάρους», δηλώνει ο δρ Gurmukh Singh, αναπληρωτής πρόεδρος του Τμήματος Παθολογίας του Medical College of Georgia και κύριος συγγραφέας της μελέτης. «Σκεφτήκαμε ότι ίσως οι εργαστηριακές εξετάσεις θα μπορούσαν να δώσουν μια εξήγηση», προσθέτει. «Όμως δεν την έδωσαν».
Στην πραγματικότητα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι μόνες στατιστικά σημαντικές διαφορές στις εργαστηριακές τιμές μεταξύ εξωτερικών ασθενών με παχυσαρκία και εκείνων φυσιολογικού βάρους αφορούσαν τα λιπίδια. Τα άτομα με μη επιπλεγμένη παχυσαρκία εμφάνιζαν σταθερά υψηλότερα επίπεδα τριγλυκεριδίων -ενός είδους λίπους στο αίμα που υποδηλώνει αυξημένο κίνδυνο για καρδιαγγειακή νόσο- και χαμηλότερα επίπεδα HDL χοληστερόλης, η οποία θεωρείται προστατευτική για το καρδιαγγειακό σύστημα. Τα χαμηλά επίπεδα HDL και τα υψηλά τριγλυκερίδια έχουν συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο θανάτου από καρδιαγγειακά νοσήματα, όπως το έμφραγμα, η καρδιακή ανεπάρκεια και το εγκεφαλικό επεισόδιο.
Αν και το ακριβές νόημα των ευρημάτων δεν είναι απολύτως σαφές, σύμφωνα με τον Singh, ενδέχεται να υποδηλώνουν ότι συχνά, ανεξάρτητα από τα εργαστηριακά αποτελέσματα, τα άτομα με παχυσαρκία εισάγονται νωρίτερα σε μονάδες εντατικής θεραπείας, πιθανώς λόγω μιας ασυνείδητης προκατάληψης.
Το γιατί τελικά τείνουν να έχουν καλύτερη έκβαση στη μονάδα εντατικής θεραπείας παραμένει άγνωστο και αποτέλεσε το βασικό αντικείμενο της μελέτης. Οι ερευνητές του MCG συνέκριναν αποτελέσματα ενός εκτενούς μεταβολικού προφίλ -που περιλάμβανε δείκτες όπως η ολική χοληστερόλη, τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα και δείκτες της υγείας των λευκών και ερυθρών αιμοσφαιρίων- σε 522 ενήλικες εξωτερικούς ασθενείς στο AU Medical Center, το πανεπιστημιακό νοσοκομείο που συνδέεται με το MCG. Οι συμμετέχοντες είχαν είτε φυσιολογικό βάρος είτε διαφορετικούς βαθμούς υπερβάλλοντος βάρους.
Ασθενείς με χρόνια ή οξεία νόσο δεν συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη κατά τη διάρκεια της περιόδου ενός μήνα στην οποία πραγματοποιήθηκαν οι εξετάσεις. Οι ερευνητές εξέτασαν τέσσερις κατηγορίες δείκτη μάζας σώματος (BMI): 18,5–25 (φυσιολογικό βάρος), 25,1–30 (υπέρβαροι), 30,1–35 και άνω των 35 (παχυσαρκία), σύμφωνα με το National Heart, Lung and Blood Institute. Δεν ελήφθη υπόψη το αν το λίπος ήταν ομοιόμορφα κατανεμημένο στο σώμα ή αν ήταν συγκεντρωμένο στην κοιλιακή χώρα ως σπλαχνικό λίπος, το οποίο θεωρείται πιο φλεγμονώδες και επικίνδυνο.
Η βασική τους υπόθεση ήταν ότι τα άτομα με υπέρβαρο ή παχυσαρκία θα είχαν γενικά υψηλότερες ή πιο παθολογικές βασικές εργαστηριακές τιμές σε σύγκριση με τα άτομα φυσιολογικού βάρους και ότι θα χρειαζόταν ένα μικρότερο παθολογικό γεγονός -όπως ένα έμφραγμα ή ένα εγκεφαλικό- για να επιδεινωθούν οι δείκτες τους σε βαθμό που να απαιτείται εισαγωγή στην εντατική. Με άλλα λόγια, θα φαίνονταν πιο βαριά άρρωστοι νωρίτερα, θα λάμβαναν εντατική φροντίδα ταχύτερα και έτσι η έκβασή τους θα φαινόταν καλύτερη.
Ωστόσο, τα ευρήματα δεν επιβεβαίωσαν αυτή τη θεωρία και, όπως γράφουν οι ερευνητές, «ουσιαστικά αποκλείουν αυτή την εξήγηση του παράδοξου της παχυσαρκίας».
Οι επαγγελματίες υγείας δεν ερωτήθηκαν σχετικά με τις στάσεις τους απέναντι στα άτομα με παχυσαρκία. Παρ’ όλα αυτά, ο Singh εκτιμά ότι μπορεί να υπάρχει μια προκατάληψη -έστω και ασυνείδητη- που οδηγεί στο να εισάγονται τα άτομα με παχυσαρκία νωρίτερα στην εντατική, ενδεχομένως επειδή θεωρούνται γενικά πιο δύσκολοι στη διαχείριση. Αυτή η προκατάληψη θα μπορούσε να δημιουργεί την εικόνα καλύτερων εκβάσεων και να αποτελεί έναν πραγματικό μηχανισμό πίσω από μέρος του παράδοξου της παχυσαρκίας.
Άλλες θεωρίες υποστηρίζουν ότι τα άτομα με παχυσαρκία διαθέτουν μεγαλύτερα ενεργειακά αποθέματα λίπους που τα βοηθούν να αντεπεξέλθουν σε μια κρίσιμη νόσο ή ότι ορισμένοι από τους πιο «αδύνατους» ασθενείς έχουν στην πραγματικότητα χάσει σημαντικό βάρος λόγω νόσου και είναι εξαντλημένοι και όχι υγιείς. Για τον λόγο αυτό, οι ερευνητές απέκλεισαν άτομα που είχαν χάσει ή κερδίσει περισσότερο από 10% του σωματικού τους βάρους τους προηγούμενους τρεις μήνες.
Ως επόμενο βήμα, ο Singh αναφέρει ότι θα μπορούσε να σχεδιαστεί μια ιδιαίτερα απαιτητική μελέτη: η απόκρυψη του σωματικού βάρους των ασθενών από τους επαγγελματίες υγείας, ώστε οι αποφάσεις για εισαγωγή σε μονάδα εντατικής θεραπείας να βασίζονται αποκλειστικά σε αντικειμενικούς δείκτες υγείας, όπως τα εργαστηριακά αποτελέσματα.
Πηγή: Okechukwu V Nwogbo et al. Obesity Paradox: Laboratory Findings in Uncomplicated Obesity. Is Bias a Plausible Explanation?, The Journal of Applied Laboratory Medicine (2020). DOI: 10.1093/jalm/jfaa049.

























