Η κετογονική δίαιτα ξεπερνά τη μεσογειακή στη μάχη κατά του προδιαβήτη και του λιπώδους ήπατος

Για δεκαετίες, η μεσογειακή διατροφή αποτελούσε το χρυσό πρότυπο της υγιεινής διατροφής, με αμέτρητες μελέτες να επιβεβαιώνουν τα οφέλη της για την καρδιά, τον εγκέφαλο και τη μακροζωία. Ωστόσο, μια νέα κλινική δοκιμή που δημοσιεύθηκε στις 27 Αυγούστου 2026 στο κορυφαίο επιστημονικό περιοδικό Cell Metabolism έρχεται να ανατρέψει τα δεδομένα, αναδεικνύοντας την κετογονική δίαιτα ως μια εξαιρετικά αποτελεσματική παρέμβαση για ανθρώπους με παχυσαρκία, προδιαβήτη και λιπώδη νόσο του ήπατος.

Σύμφωνα με τα ευρήματα, περίπου οι μισοί από όσους ακολούθησαν κετογονική διατροφή ανέστρεψαν τον προδιαβήτη τους, ενώ το λίπος στο ήπαρ μειώθηκε κατά 67% -σχεδόν 22 ποσοστιαίες μονάδες περισσότερο από ό,τι στη μεσογειακή και στη φυτική διατροφή.

Η ιστορική διαδρομή των ανταγωνιστικών διατροφικών μοντέλων

Η αντιπαράθεση ανάμεσα σε δίαιτες χαμηλών υδατανθράκων και δίαιτες χαμηλών λιπαρών δεν είναι καινούργια. Ξεκινά ουσιαστικά τον 19ο αιώνα, όταν το 1863 ο Άγγλος κατασκευαστής φερετρών Ουίλιαμ Μπάντινγκ (William Banting) δημοσίευσε το φυλλάδιο «Letter on Corpulence, Addressed to the Public», περιγράφοντας πώς έχασε σχεδόν 23 κιλά ακολουθώντας μια αυστηρή δίαιτα χαμηλή σε υδατάνθρακες. Η λέξη «banting» έγινε για δεκαετίες συνώνυμη με τη δίαιτα, προτού ο όρος αντικατασταθεί από τη «δίαιτα Atkins» τη δεκαετία του 1970.

Στον αντίποδα, η μεσογειακή διατροφή αναδείχθηκε χάρη στο έργο του Αμερικανού φυσιολόγου Άνσελ Κις (Ancel Keys) και της συζύγου του Μάργκαρετ. Τη δεκαετία του 1950, ο Κις ηγήθηκε της περίφημης Μελέτης των Επτά Χωρών (Seven Countries Study), η οποία συνέκρινε τις διατροφικές συνήθειες πληθυσμών σε Ευρώπη, Ιαπωνία και Ηνωμένες Πολιτείες. Η μελέτη έδειξε ότι οι πληθυσμοί της Κρήτης, της Κέρκυρας και της νότιας Ιταλίας, που ακολουθούσαν μια διατροφή πλούσια σε ελαιόλαδο, λαχανικά και ψάρια, παρουσίαζαν σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά καρδιακών παθήσεων σε σύγκριση με τους πληθυσμούς της Βόρειας Ευρώπης και της Αμερικής. Ο όρος «μεσογειακή διατροφή» καθιερώθηκε το 1975 με τη δημοσίευση του βιβλίου του Keys και έκτοτε αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο των διατροφικών συστάσεων παγκοσμίως.

Η κετογονική δίαιτα, από την άλλη, έχει ρίζες που φτάνουν πίσω στον Ιπποκράτη, αλλά η σύγχρονη εκδοχή της γεννήθηκε το 1921, όταν ο γιατρός Ράσελ Γουάιλντερ (Russell Wilder) της κλινικής Mayo δημοσίευσε δύο άρθρα για την επίδραση της κετοναιμίας στην επιληψία. Ο Wilder υποστήριξε ότι μια δίαιτα που μιμείται τον μεταβολισμό της νηστείας -δηλαδή πολύ χαμηλή σε υδατάνθρακες και πλούσια σε λιπαρά- θα μπορούσε να έχει τα ίδια αντιεπιληπτικά οφέλη με τη νηστεία. Μέσα στη δεκαετία του 1920, δημοσιεύθηκαν εννέα μελέτες για την κετογονική δίαιτα, που περιελάμβαναν περισσότερους από 400 ασθενείς με επιληψία. Ωστόσο, με την εμφάνιση αποτελεσματικών αντιεπιληπτικών φαρμάκων, η κετογονική δίαιτα περιθωριοποιήθηκε για το μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα.

Η επιστροφή της στο προσκήνιο ήρθε τη δεκαετία του 1990, όταν η δίαιτα Atkins και άλλες παραλλαγές της έπεισαν εκατομμύρια καταναλωτές ότι η μείωση των υδατανθράκων ήταν το κλειδί για την απώλεια βάρους. Ωστόσο, η επιστημονική κοινότητα παρέμενε διχασμένη, με πολλούς ειδικούς να προειδοποιούν για τους κινδύνους της υψηλής πρόσληψης κορεσμένων λιπαρών.

Τι έδειξε η νέα κλινική δοκιμή

Η νέα μελέτη, με επικεφαλής τον Δρ. Σάμιουελ Κλάιν (Samuel Klein) από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον στο Σεντ Λούις, είχε έναν συγκεκριμένο στόχο: να απομονώσει την επίδραση της σύνθεσης των μακροθρεπτικών συστατικών από την ίδια την απώλεια βάρους. Σε αντίθεση με προηγούμενες μελέτες, όπου η διαφορετική απώλεια βάρους μεταξύ των ομάδων δυσκόλευε την εξαγωγή συμπερασμάτων, οι ερευνητές διασφάλισαν ότι όλοι οι συμμετέχοντες έχασαν περίπου το 10% του σωματικού τους βάρους.

Στη δοκιμή συμμετείχαν 55 άτομα με παχυσαρκία, προδιαβήτη και λιπώδη νόσο του ήπατος. Χωρίστηκαν τυχαία σε τρεις ομάδες, οι οποίες ακολούθησαν αντίστοιχα:

  1. Κετογονική δίαιτα: 4% των θερμίδων από υδατάνθρακες, 73% από λιπαρά.
  2. Μεσογειακή διατροφή: 50% των θερμίδων από υδατάνθρακες, 35% από λιπαρά.
  3. Φυτική δίαιτα χαμηλών λιπαρών: 70% των θερμίδων από υδατάνθρακες, 15% από λιπαρά.

Όλοι οι συμμετέχοντες λάμβαναν το σύνολο των γευμάτων τους από την ερευνητική ομάδα και συναντούσαν εβδομαδιαίως διατροφολόγο, με το ποσοστό συμμόρφωσης να ξεπερνά το 95% σε όλες τις ομάδες. Η κετογονική ομάδα είχε σχεδόν 18 φορές λιγότερους υδατάνθρακες και σχεδόν 5 φορές περισσότερα λιπαρά από τη φυτική ομάδα, ενώ η μεσογειακή βρισκόταν στη μέση.

Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Ενώ η ευαισθησία των μυών στην ινσουλίνη αυξήθηκε κατά περίπου 50% και στις τρεις ομάδες -γεγονός που αποδίδεται στην απώλεια βάρους- η ευαισθησία του ήπατος στην ινσουλίνη ήταν δύο έως τρεις φορές μεγαλύτερη στην κετογονική ομάδα. Το λίπος στο ήπαρ μειώθηκε κατά 67% στην κετογονική ομάδα, έναντι 45% στις άλλες δύο. Παράλληλα, τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα σε διάστημα 24 ωρών μειώθηκαν κατά 20% στην κετογονική ομάδα, έναντι μόλις 8% στις άλλες. Η ινσουλίνη 24ώρου μειώθηκε κατά 74% στην κετογονική ομάδα, έναντι 44% στη μεσογειακή και 27% στη φυτική.

Το πιο εντυπωσιακό εύρημα ήταν η ύφεση του προδιαβήτη: 50% των συμμετεχόντων στην κετογονική ομάδα δεν πληρούσαν πλέον τα κριτήρια για προδιαβήτη, έναντι 29% στη μεσογειακή και μόλις 7% στη φυτική ομάδα. Όπως δήλωσε ο Δρ. Κλάιν, «τα δεδομένα μας υποδηλώνουν ότι αν κάποιος έχει υψηλή περιεκτικότητα λίπους στο ήπαρ και προδιαβήτη, η μείωση της πρόσληψης υδατανθράκων μπορεί να έχει σημαντικά θεραπευτικά αποτελέσματα στον μεταβολισμό πέρα από την απλή απώλεια βάρους».

Μια απροσδόκητη έκπληξη: Η χοληστερόλη δεν αυξήθηκε

Ένα από τα πιο απροσδόκητα ευρήματα της μελέτης ήταν ότι οι συμμετέχοντες στην κετογονική ομάδα δεν παρουσίασαν αύξηση της LDL χοληστερόλης, της απολιποπρωτεΐνης Β ή των τριγλυκεριδίων, παρά την υψηλή κατανάλωση λιπαρών. Όπως σημείωσε ο πρώτος συγγραφέας της μελέτης, Δρ. Μαξ Πίτερσεν (Max Petersen): «Το πιο εκπληκτικό εύρημα ήταν ότι οι συμμετέχοντες στην κετογονική ομάδα δεν παρουσίασαν αύξηση των λιπιδίων του αίματος ή της χοληστερόλης παρά την κατανάλωση των περισσότερων λιπαρών». Αυτό το εύρημα αμφισβητεί μια από τις παλαιότερες και πιο διαδεδομένες αντιρρήσεις κατά των δίαιτων χαμηλών υδατανθράκων.

Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι η κετογονική δίαιτα δεν είναι κατάλληλη για όλους. Είναι ένα αυστηρό διατροφικό μοντέλο που απαιτεί υψηλή συμμόρφωση και μπορεί να είναι δύσκολο να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα. Η μεσογειακή διατροφή εξακολουθεί να διαθέτει τα ισχυρότερα και περισσότερο δοκιμασμένα επιστημονικά δεδομένα για τη μακροπρόθεσμη πρόληψη του διαβήτη και των καρδιαγγειακών παθήσεων, ενώ είναι σαφώς πιο εύκολο να ενσωματωθεί ως μόνιμος τρόπος ζωής.

Ωστόσο, για ανθρώπους με συγκεκριμένες μεταβολικές διαταραχές -παχυσαρκία, προδιαβήτη και λιπώδες ήπαρ- η νέα μελέτη προσφέρει ισχυρές ενδείξεις ότι μια προσωρινή, ελεγχόμενη κετογονική παρέμβαση μπορεί να αποφέρει θεραπευτικά οφέλη που υπερβαίνουν την απλή απώλεια βάρους. Όπως σημείωσε ο Δρ. Πίτερσεν, «τα φάρμακα που βασίζονται στους αγωνιστές GLP-1 έχουν φέρει επανάσταση στη θεραπεία της παχυσαρκίας. Αλλά η μελέτη μας δείχνει ότι η συγκεκριμένη σύνθεση της διατροφής μπορεί να προσφέρει πρόσθετα οφέλη».

Η ιστορική ειρωνεία είναι αξιοσημείωτη: μια δίαιτα που ξεκίνησε ως θεραπεία για την επιληψία τη δεκαετία του 1920, περιθωριοποιήθηκε για δεκαετίες και επανήλθε ως δημοφιλής τάση απώλειας βάρους, φαίνεται τώρα να κερδίζει την επιστημονική της νομιμοποίηση ως μια ισχυρή θεραπευτική παρέμβαση για τον προδιαβήτη και το λιπώδες ήπαρ. Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι πόσο βιώσιμη είναι μακροπρόθεσμα και ποιες παρενέργειες μπορεί να επιφέρει η παρατεταμένη κέτωση.

Όπως δήλωσε ο Δρ. Κλάιν, «για ασθενείς με παχυσαρκία, προδιαβήτη και λιπώδη νόσο του ήπατος, η απώλεια βάρους που προκαλείται από μια δίαιτα πολύ χαμηλή σε υδατάνθρακες προσφέρει πρόσθετα θεραπευτικά αποτελέσματα στον μεταβολισμό της γλυκόζης και των λιπιδίων που θα πρέπει να βοηθήσουν στην πρόληψη της εξέλιξης σε πιο σοβαρές μεταβολικές ασθένειες, πέρα από την απλή απώλεια βάρους».

Περισσότερες πληροφορίες: Effect of Diet Macronutrient Content on the Cardiometabolic Response to Weight Loss: A Randomized Clinical Trial, Cell Metabolism (2026). DOI: 10.1016/j.cmet.2026.07.020www.cell.com/cell-metabolism/f … 1550-4131(26)00293-7.

Δείτε επίσης