Φάρμακα για τη διάρροια, τον μετεωρισμό και τη δυσπεψία

Tα περισσότερα οξέα διαρροϊκά σύνδρομα υποχωρούν με τη λήψη συνήθων διαιτητικών μέτρων και σπανίως θέτουν ιδιαίτερα διαγνωστικά προβλήματα ή απαιτούν ειδική θεραπεία.

Aκόμα και σε περιπτώσεις μικροβιογενούς διάρροιας η χορήγηση αντιμικροβιακών πρέπει να αποφεύγεται (εκτός εξαιρέσεων), γιατί υπάρχει κίνδυνος δημιουργίας ανθεκτικών στελεχών και εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών, που δεν είναι αμελητέες.

Συμπτωματική αντιμετώπιση ενός οξέος ή χρόνιου διαρροϊκού συνδρόμου επιβάλλεται σε περιπτώσεις που δημιουργούνται εμφανή κλινικά προβλήματα ή διαταραχές της ισορροπίας ύδατος και ηλεκτρολυτών ή εφόσον παρατείνεται πέραν του 24ωρου και πάντα κατά την κρίση του θεράποντος ιατρού.

Για τη συμπτωματική αντιμετώπιση της διάρροιας, τη συμπτωματική ανακούφιση διαφόρων άλλων καταστάσεων του πεπτικού, όπως εντερίτιδες, κολίτιδες, τροφικές δηλητηριάσεις, μετεωρισμός, δυσπεπτικά ενοχλήματα κλπ., για την πρόληψη της διάρροιας από αντιβιοτικά ή ως συμπληρωματική αγωγή στις οξείες διάρροιες και για τη διόρθωση των απωλειών από τις διάρροιες μπορούν να χρησιμοποιηθούν ανάλογα και με την περίπτωση:

α) Αδρανείς προσροφητικές ουσίες (ενεργός άνθρακας, διμεθικόνη, διοσμεκτίτης)
β) Φάρμακα ανασταλτικά της εντερικής κινητικότητας (λοπεραμίδη, κωδεΐνη,
οπιούχα)
γ) Προβιοτικά
δ) Διάλυμα δεξτρόζης και ηλεκτρολυτών από το στόμα και
ε) Ανασταλτικά των εντερικών εκκρίσεων. Xρήση αντιχολινεργικών, με αμελητέα αντιδιαρροϊκή δράση, δικαιολογείται μόνο σε περίπτωση που η διάρροια συνοδεύεται από κολικοειδή άλγη.

Αδρανείς προσροφητικές ουσίες

Ως προσροφητικές ουσίες χρησιμοποιούνται αμιγώς ή σε διάφορους συνδυασμούς, ο ενεργός άνθρακας, ο καολίνης (δεν κυκλοφορεί) και διάφορες σιλικόνες (διμεθικόνη, διοσμεκτίτης).

Aπό τις σιλικόνες η χαρακτηρίζεται κυρίως από την ικανότητα προσρόφησης αερίων και φαρμάκων. Με τη δράση του επί του γαστρεντερικού βλεννώδους φραγμού και την υψηλή δεσμευτική του ικανότητα, ο προστατεύει τον γαστρεντερικό βλεννογόνο.

Γενικώς, οι αναφερθείσες ουσίες χορηγούνται ως συμπλήρωμα διαιτητικών μέτρων σε οξεία διάρροια και για τη συμπτωματική ανακούφιση διαφόρων άλλων καταστάσεων του πεπτικού όπως εντερίτιδες, κολίτιδες, τροφικές δηλητηριάσεις, μετεωρισμός, δυσπεπτικά ενοχλήματα κλπ. Tο γεγονός ότι μπορούν να προσροφήσουν πολλά φάρμακα (αλκαλοειδή της ευθάλειας, λινκομυκίνη, σαλικυλικά, βαρβιτουρικά, φαινοθειαζίνες, άλατα σιδήρου, δακτυλίτιδα, παρακεταμόλη, προποξυφαίνη, αγχολυτικά, αντικαταθλιπτικά, καθαρτικά κλπ.) θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη και να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγησή τους.

Ανασταλτικά της εντερικής κινητικότητας

Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται η κωδεΐνη, τα οπιοειδή τα και η λοπεραμίδη.

O όρος «οπιοειδή» (opioids), περιλαμβάνει όλες τις ουσίες, φυσικές και συνθετικές, με δράση όμοια των οπιούχων ουσιών, αλλά που δεν προέρχονται από το όπιον. H χρήση τους ως αντιδιαρροϊκών οφείλεται στην ανασταλτική τους δράση στην κινητικότητα του γαστρεντερικού σωλήνα και την πρόκληση δυσκοιλιότητας. Από τα οπιοειδή χρησιμοποιείται μόνον η κωδεΐνη.

H λοπεραμίδη είναι παράγωγο της αλοπεριδόλης και από άποψη χημικής δομής
μοιάζει με τη μεπεριδίνη. Στις συνήθεις θεραπευτικές δόσεις έχει σημαντικώς μικρότερη επίδραση στο KNΣ από εκείνη της αλοπεριδόλης ή μεπεριδίνης. O τρόπος δράσης της μοιάζει με εκείνον των οπιούχων (ανήκει στην κατηγορία των περιφερικών αγωνιστών που μοιάζουν με αυτούς των οπιούχων), ενώ παραλλήλως μειώνει τις εντερικές εκκρίσεις. Mολονότι δεν έχουν περιγραφεί φαινόμενα εξάρτησης από τη χρήση του φαρμάκου, εντούτοις δεν μπορεί να αγνοηθεί ο ενδεχόμενος κίνδυνος.

Στη χρήση της κωδεΐνης και των οπιούχων θα πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη οι ενδεχόμενοι κίνδυνοι που αναφέρονται στο ειδικό κεφάλαιο. H κωδεΐνη προτιμάται των οπιούχων σε περιπτώσεις που απαιτείται περισσότερο μακροχρόνια χρήση, γιατί προκαλεί δυσκολότερα εξάρτηση.

Γενικώς τα φάρμακα αυτά θα πρέπει να αποφεύγονται σε περιπτώσεις διάρροιας από ελκώδη κολίτιδα και οξεία μικροβιακή ή αμοιβαδική δυσεντερία, γιατί ευνοούν την επιδείνωση των ελκωτικών βλαβών του εντέρου με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης τοξικού μεγακόλου. Eπίσης πρέπει να αποφεύγονται σε ηπατική ανεπάρκεια. Tα οπιούχα συνιστώνται κυρίως για νοσοκομειακή χρήση.

Στη χολορροϊκή διάρροια, που οφείλεται σε πλημμελή επαναπορρόφηση των χολικών αλάτων από τον τελικό ειλεό μπορεί να χορηγηθεί χολεστυραμίνη, η οποία τα δεσμεύει.

Προβιοτικά

Τα προβιοτικά ή ορθότερον ευβιοτικά είναι ζώντες μικροοργανισμοί οι οποίοι αποικίζουν το έντερο, τροποποιούν την εντερική χλωρίδα και μέσω της τροποποίησης αυτής μεταβάλλουν τις λειτουργικές ιδιότητες του εντέρου, προς όφελος του ξενιστή. Έχουν χρησιμοποιηθεί για την πρόληψη της διάρροιας από αντιβιοτικά ή ως συμπληρωματική αγωγή στις οξείες διάρροιες.

Ως προβιοτικά θεωρούνται καλλιεργήματα Lactobacillus rhamosus, Lactobacillus acidophilus, Bifidobacterium longum, Saccharomyces boulardii. Τα προβιοτικά δεν προκαλούν τοπικές ή συστηματικές λοιμώξεις, ούτε αποικίζουν μόνιμα το έντερο. Κυκλοφορεί το λυοφιλοποιημένο καλλιέργημα Saccharomyces boulardii (ULTRA-LEVURE).

Διάλυμα δεξτρόζης – ηλεκτρολυτών από το στόμα

Για τη διόρθωση των απωλειών από τις διάρροιες κυκλοφορούν στο εμπόριο διαλύματα δεξτρόζης και ηλεκτρολυτών, τα οποία χορηγούνται ανάλογα με τις ανάγκες.

Tο διάλυμα δεξτρόζης με ηλεκτρολύτες για χορήγηση από το στόμα παρουσιάζει ορισμένα πλεονεκτήματα. Περιέχει κάλιο σε ικανή ποσότητα για την αντικατάσταση των απωλειών, διττανθρακικό νάτριο για τη διόρθωση της οξέωσης και χλωριούχο νάτριο. Tο τελευταίο και το ύδωρ του διαλύματος απορροφώνται καλύτερα από το έντερο παρουσία δεξτρόζης.