Πνευμονιόκοκκος (στρεπτόκοκκος της πνευμονίας) και λοιμώξεις

Ο πνευμονιόκοκκος ή στρεπτόκοκκος της πνευμονίας (Streptococcus pneumoniae) είναι ένας
αερόβιος κόκκος Gram-θετικός, με χαρακτηριστική διάταξη σε ζευγάρια (διπλόκοκκοι).

Ο πνευμονιόκοκκος είναι βακτήριο που μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ασθένειες (όπως βαριά πνευμονία, μηνιγγίτιδα, σήψη και οξεία μέση ωτίτιδα). Αυτός ο παθογόνος μικροοργανισμός αποικίζει τους βλεννογόνους της μύτης και του φάρυγγα πολλών ανθρώπων σε ποσοστό ως και 40%, ανάλογα με την ηλικία. Φυσιολογικά, χωρίς να προκαλεί λοιμώξεις, στα παιδιά βρίσκεται σε αναλογία 20-40% και στους ενήλικες σε αναλογία 5-10%. Δεν ζει στο περιβάλλον. Ο πνευμονιόκοκκος βρίσκεται στην περιοχή του ρινοφάρυγγα μόνο στον άνθρωπο.

Streptococcus pneumoniaeΠολλά στελέχη διαθέτουν εξωτερικό περίβλημα (έλυτρο, κάψα) από πολυσακχαρίδιο που τα κάνει ιδιαίτερα παθογόνα. Με βάση το πολυσακχαρίδιο του ελύτρου διακρίνεται σε αντιγονικούς τύπους (οροτύπους). Μέχρι σήμερα έχουν αναγνωριστεί 91 διαφορετικοί ορότυποι.

Μετάδοση – συμπτώματα

Ο πνευμονιόκοκκος μεταδίδεται μέσω μολυσμένων σταγονιδίων, κυρίως με το φτάρνισμα και το βήχα και λιγότερο με την ομιλία. Ο χρόνος επώασης του βακτηρίου είναι ι-2 ημέρες.

Η πιθανότητα να μεταδίδεται έμμεσα από μολυσμένες επιφάνειες είναι πολύ μικρή. Οι περισσότερες όμως λοιμώξεις είναι ενδογενείς δηλαδή οφείλονται σε μετατροπή του απλού αποικισμού σε λοίμωξη, όταν για οποιοδήποτε λόγο (μια απλή ίωση, ένα κοινό κρυολόγημα, καπνιστές, ανοσοκαταστολή) η αντίσταση του οργανισμού μειώνεται.

Ο ασθενής ανεβάζει πυρετό με ρίγος, βήχα και συχνά πόνο. Άλλα συμπτώματα είναι ότι η αναπνοή γίνεται πιο γρήγορη, τα πτύελα σκουρόχρωμα και οι υπερήλικες μπορεί να εμφανίσουν σύγχυση.

Η νόσος μπορεί να έχει μια ήπια πορεία και η αντιμετώπιση γίνεται με αντιβίωση από το στόμα, μπορεί όμως να οδηγήσει και σε σήψη, ιδιαίτερα τις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού, όπου σε  τέτοιες περιπτώσεις η θνησιμότητα φτάνει το 25%.

Ποιες λοιμώξεις προκαλεί

Η πνευμονιοκοκκική νόσος είναι παγκοσμίως η πρώτη αιτία παιδικής ασθένειας.

Ο πνευμονιόκοκκος είναι το κυριότερο αίτιο πνευμονίας και βρογχοπνευμονίας (το συχνότερο σε εξωνοσοκομειακούς αρρώστους). Η πνευμονία εμφανίζεται κυρίως σε βρέφη, μικρά παιδιά, και ενήλικα άτομα με αδύναμο ανοσολογικό σύστημα. Στα παιδιά κάτω των πέντε ετών ο πνευμονιόκοκκος ευθύνεται για τα δύο τρίτα των βακτηριακών πνευμονιών.

Η πνευμονιοκοκκική πνευμονία, και ιδιαίτερα η πιο σοβαρή μορφή της που προκαλείται από τη διείσδυση βακτηρίων στο αίμα, έχει κακή πρόγνωση για τους ασθενείς και είναι εξαιρετικά πιθανό να επιφέρει θάνατο. Η ανάρρωση των ασθενών περιλαμβάνει πολυήμερη νοσηλεία ενώ μπορεί να περάσουν και μήνες πριν αποκατασταθεί πλήρως η υγεία τους, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους. Η βακτηριαιμική πνευμονία, η συχνότερη μορφή διεισδυτικής πνευμονιοκοκκικής νόσου, είναι θανατηφόρος σε αναλογία έως και 1 στους 5 ενήλικες που την εμφανίζουν.

Ο πνευμονιόκοκκος προκαλεί επίσης μέση ωτίτιδα, παραρρινοκολπίτιδα και μηνιγγίτιδα (κυρίως σε ενηλίκους).

Στα βρέφη και τα παιδιά ο πνευμονιόκοκκος είναι η συχνότερη αιτία της οξείας μέσης ωτίτιδας. Η οξεία μέση ωτίτιδα είναι μια φλεγμονή του βλεννογόνου του μέσου ωτός, η οποία προκαλείται από βακτήρια ή ιούς και εμφανίζεται κυρίως σε παιδιά και εφήβους.

Για τη βακτηριακή μηνιγγίτιδα, ο πνευμονιόκοκκος είναι το δεύτερο αίτιο μετά το μηνιγγιτιδόκοκκο (φλεγμονή των μηνίγγων που καλύπτουν τον εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό). Η μηνιγγίτιδα εκδηλώνεται με υψηλό πυρετό, έντονους πονοκεφάλους και ανησυχία, αυχενική δυσκαμψία, ζάλη, ναυτία, έμετο, απώλεια προσανατολισμού και φωτοφοβία. H θνητότητα της πνευμονιοκοκκικής μηνιγγίτιδας είναι μεγαλύτερη από όλα τα αίτια μηνιγγίτιδας και μπορεί να φθάσει εως 25%.

Συχνά το βακτήριο προσβάλλει άτομα με σπληνεκτομή, με χρόνια αναπνευστικά προβλήματα, καθώς επίσης υπερήλικες, ηλικιωμένους και ανοσοκατασταλμένους ασθενείς.

Τέλος, μπορεί να προκαλέσει σήψη. Πρόκειται για μια σοβαρή κατάσταση κατά την οποία μικροοργανισμοί και βακτήρια περνούν στο αίμα διαπερνώντας το δέρμα ή τους βλεννογόνους και από εκεί προσβάλλουν διάφορα όργανα.

Διάγνωση

Η διάγνωση των πνευμονοκοκκικών λοιμώξεων βασίζεται στην καλλιέργεια πτυέλων, αίματος ή άλλων παθολογικών υλικών.

Η ανίχνευση του πολυσακχαριδικού αντιγόνου στο αίμα και το εγκεφαλονωτιαίο υγρό με ορολογικές μεθόδους, ή του DNA με μοριακές μεθόδους, είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στις απειλητικές για τη ζωή του ασθενούς λοιμώξεις.

Η ανίχνευση του αντιγόνου στα ούρα είναι χρήσιμη επίσης στη διάγνωση της πνευμονοκοκκικής πνευμονίας. Στην περίπτωση της πνευμονοκοκκικής πνευμονίας άμεση προκαταρκτική διάγνωση προσφέρει επίσης η μικροσκόπηση κατόπιν χρωματισμού των πτυέλων.

Θεραπεία

Ανάλογα με το είδος της λοίμωξης και τη σοβαρότητα της χορηγείται κατάλληλη αντιβίωση, σύμφωνα με τις ιατρικές οδηγίες.

Η πλειονότητα των ασθενών με πνευμονία της κοινότητας, αντιμετωπίζονται με  αντιβιοτικά σχήματα από το στόμα, τα οποία καλύπτουν και τον πνευμονιόκοκκο. Διάφορα σκευάσματα πενικιλλίνης αποτελούν θεραπεία εκλογής. Παρόλα ταύτα, μελέτες δείχνουν ολοένα και πιο πολλά στελέχη πνευμονιόκοκκων με μέση ή και πλήρη ανθεκτικότητα στην πενικιλλίνη.

Πρόληψη – εμβόλιο

Μετά τη λοίμωξη δημιουργούνται αντισώματα τα οποία είναι προστατευτικά. Επειδή όμως υπάρχουν πολλοί τύποι του πνευμονιόκοκκου, είναι δυνατή νέα λοίμωξη από το μικρόβιο. Γι’ αυτό το λόγο όταν υπάρχουν προδιαθεσικοί παράγοντες για λοιμώξεις, γίνονται εμβόλια που περιέχουν πολλούς τύπους.

Για τις επικίνδυνες πνευμονιοκοκκικές λοιμώξεις υπάρχει ένα εμβόλιο του οποίου η εμπορική ονομασία είναι PREVENAR 13 και μπορεί να προστατέψει αποτελεσματικά τα βρέφη και τα παιδιά κάτω των 5 ετών.

Υπάρχουν 2 είδη εμβολίων:

α) το πολυσακχαριδικό, που περιέχει 23 οροτύπους (23-δύναμο), οι οποίοι ευθύνονται για το 90% περίπου των λοιμώξεων. Προκαλεί ανοσία που διαρκεί για περίπου 5 χρόνια. Δεν μπορεί όμως να χρησιμοποιηθεί σε παιδιά κάτω των 2 ετών.

β) Το συζευγμένο εμβόλιο, όπου το πολυσακχαριδικό αντιγόνο είναι συνδεδεμένο με πρωτεΐνη φορέα. Υπάρχουν διάφορα είδη συζευγμένων εμβολίων ανάλογα με τον αριθμό οροτύπων (7, 10 ή 13) που περιέχουν. Τα 13-δύναμα περιέχουν τους τύπους που προκαλούν το 8ο% των λοιμώξεων. Εφαρμόζονται χωρίς κανένα περιορισμό στα παιδιά μέχρι ηλικίας 5 ετών. Στους υπερήλικες παρ’ όλο που μπορεί να χορηγηθούν τα συζευγμένα, συνήθως χρησιμοποιείται το 23-δύναμο πολυσακχαριδικό εμβόλιο.

Να σημειωθεί ότι η κατάχρηση αλκοόλ έχει συσχετισθεί με αυξημένα ποσοστά προσβολής από πνευμονιόκκοκο. Επίσης, το κάπνισμα, ενεργητικό ή παθητικό, αυξάνει τον κίνδυνο. Επίσης, το άσθμα είναι ένας ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου, με τους ασθματικούς να έχουν διπλάσιο ποσοστό προσβολής από το βακτήριο.