Γιατί το αντιγριπικό εμβόλιο είναι φέτος πιο σημαντικό

Γράφει o Ευάγγελος Φραγκούλης, Γενικός Ιατρός, Αναπληρωτής Αρχίατρος του ΕΔΟΕΑΠ 

Οι ειδικοί σε παγκόσμιο επίπεδο δηλώνουν πως το αντιγριπικό εμβόλιο για την περίοδο 2020-2021 με την πανδημία COVID-19 σε εξέλιξη είναι ακόμη πιο σημαντικό από ό, τι στα προηγούμενα «κανονικά» χρόνια. Καθώς υπάρχει ο κίνδυνος η εποχική γρίπη να συμπέσει με μια επιδημική έξαρση της νόσου COVID-19, ο αντιγριπικός εμβολιασμός είναι απόλυτα απαραίτητος για την προστασία των ευπαθών ομάδων, αλλά και για τη βιωσιμότητα του συστήματος υγείας.

Η πρόληψη και η μείωση της σοβαρότητας της γρίπης μέσω του αντιγριπικού εμβολιασμού είναι δυνατόν να οδηγήσει σε μείωση αυτών που θα νοσήσουν από γρίπη στην κοινότητα, των επισκέψεων σε γιατρούς, των νοσηλειών και των εισαγωγών σε ΜΕΘ, ανακουφίζοντας τα συστήματα υγείας από επιπρόσθετη πίεση και ενώ αυτά ήδη κινδυνεύουν να λυγίσουν υπό το βάρος της COVID-19. Ο εκτεταμένος εμβολιασμός έναντι της γρίπης, μειώνοντας τον επιπολασμό της, θα μειώσει και τις περιπτώσεις ασθενών με συμπτώματα που δύσκολα θα μπορούσαν να διακριθούν από αυτά της COVID-19.

Θα είναι σημαντικό να πετύχουμε τον όσο το δυνατόν υψηλότερη εμβολιαστική κάλυψη, να υπερβούμε το 75%, στις ομάδες υψηλού κινδύνου, αυτών δηλαδή που εμφανίζουν ιδιαίτερα αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης επιπλοκών αν νοσήσουν από τη γρίπη, ώστε να αποφύγουμε την υπερβολική επιβάρυνση του συστήματος υγείας.

Η επίτευξη της υψηλής εμβολιαστικής κάλυψης παραμένει μια σημαντική πρόκληση για τη Δημόσια Υγεία. Ενδεικτικά την περίοδο 2018-19 μόνο οι 56 από τα 374 (15%) σοβαρά κρούσματα γρίπης με νοσηλεία σε ΜΕΘ είχαν εμβολιαστεί έναντι της γρίπης, ενώ οι 287 (76,7%) ανήκαν σε ομάδες υψηλού κινδύνου για τις οποίες συνιστάται κατά προτεραιότητα ο αντιγριπικός εμβολιασμός.

Ομάδες αυξημένου κινδύνου στις οποίες συστήνεται κατά προτεραιότητα ο αντιγριπικός εμβολιασμός:

  • Εργαζόμενοι σε χώρους παροχής υπηρεσιών υγείας
  •  ≥ 60 ετών
  • Παιδιά (≥ 6 μηνών) και ενήλικες με ≥1 επιβαρυντικούς παράγοντες ή χρόνια νοσήματα όπως:

– Άσθμα ή άλλες χρόνιες πνευμονοπάθειες
– Καρδιακή νόσο με σοβαρή αιμοδυναμική διαταραχή
– Ανοσοκαταστολή (κληρονομική ή επίκτητη)
– Μεταμόσχευση οργάνων
– Δρεπανοκυτταρική αναιμία (και άλλες αιμοσφαιρινοπάθειες)
– Σακχαρώδη διαβήτη ή άλλο χρόνιο μεταβολικό νόσημα
– Χρόνια νεφροπάθεια
– Νευρολογικά -νευρομυϊκά νοσήματα

  • Έγκυες (ανεξαρτήτου τριμήνου κύησης), λεχωίδες και θηλάζουσες
  • Άτομα με νοσογόνο παχυσαρκία (ΒΜΙ >40Kg/m²) και παιδιά με ΒΜΙ>95η ΕΘ
  • Άτομα που βρίσκονται σε στενή επαφή με παιδιά <6 μηνών ή φροντίζουν άτομα με υποκείμενο νόσημα
  • Οι κλειστοί πληθυσμοί (προσωπικό και εσωτερικοί σπουδαστές σχολείων, στρατιωτικών και αστυνομικών σχολών και τρόφιμοι και προσωπικό ιδρυμάτων κ.ά.).

Το αντιγριπικό εμβόλιο, αν υπάρχει διαθέσιμο και μετά τον εμβολιασμό των ομάδων προτεραιότητας, μπορεί να κάνει οποιοσδήποτε είναι άνω των 6 μηνών και δεν έχει κάποια αντένδειξη.

Χρειάζονται περίπου δύο εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό για την ανάπτυξη αντισωμάτων και την παροχή προστασίας από τη γρίπη και ο εμβολιασμός θα πρέπει να γίνεται πριν ξεκινήσουν να εξαπλώνονται οι ιοί της γρίπης στην κοινότητα. Ο εμβολιασμός συστήνεται να γίνεται κατά προτίμηση από τα μέσα Οκτωβρίου μέχρι και τα μέσα ή τέλη Νοεμβρίου. Ωστόσο, ο εμβολιασμός ακόμα και αργότερα μπορεί να είναι επωφελής και θα πρέπει να συνεχίσει να προσφέρεται καθ ‘όλη τη διάρκεια της εποχής της γρίπης, ακόμη και τον Ιανουάριο ή και αργότερα.

Περί τις 4,2 εκατομμύρια δόσεις αντιγριπικού εμβολίου έχει εξασφαλίσει το υπουργείο Υγείας, ποσότητα μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά, που δύναται να καλύψει την αυξημένη ζήτηση και ειδικά τις ομάδες υψηλού κινδύνου.

Το 2018-19 είχαν γίνει 2.300.000 αντιγριπικοί εμβολιασμοί και την περίοδο 2019-2020, μετά από συντονισμένες προσπάθειες του Υπουργείου Υγείας και εμπλεκόμενων φορέων, πραγματοποιήθηκαν 3.100.000 που αποτελεί επίδοση ρεκόρ.

Ειδικά τη φετινή περίοδο, πιθανώς θα πρέπει να εξετασθεί από την Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών, η επέκταση του εμβολιασμού της γρίπης στα παιδιά και ιδιαίτερα σε αυτά μέχρι 12 ετών, καθώς πέρα από την ατομική προστασία που προσφέρει στα ίδια τα παιδιά, είναι δυνατόν και να μειώσει τη μετάδοση σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. Η πρακτική αυτή ακολουθείται ήδη από αρκετές χώρες. Αποτελέσματα πρόσφατης μελέτης από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, στο Berkeley, συνηγορούν υπέρ αυτής. Η αυξημένη εμβολιαστική κάλυψη σε μαθητές νηπιαγωγείου και δημοτικού συσχετίστηκε με μείωση των νοσηλειών από γρίπη τόσο στα παιδιά, αλλά και σε άτομα κάθε άλλης ηλικιακής ομάδας.

Τα αποτελέσματα αυτά δεν προκαλούν έκπληξη στους ειδικούς της Δημόσιας Υγείας, δεδομένης της δικαιολογημένης φήμης των παιδιών ως σημαντικών φορέων εξάπλωσης των ιογενών νοσημάτων.

Δείτε επίσης