Των Barbara Jacquelyn Sahakian και Christelle Langley, The Conversation.
Η εμμηνόπαυση αποτελεί κομβική περίοδο στη ζωή μιας γυναίκας. Η μετάβαση αυτή συχνά συνοδεύεται από ευρύ φάσμα σωματικών και ψυχολογικών συμπτωμάτων -ορισμένα από τα οποία μπορεί να είναι εξουθενωτικά και να επηρεάζουν την καθημερινότητα. Έχει επίσης συσχετιστεί με γνωστικά προβλήματα, όπως διαταραχές μνήμης, προσοχής και γλώσσας.
Για τον μετριασμό των επιπτώσεων της εμμηνόπαυσης, συμπεριλαμβανομένων των εξάψεων, των καταθλιπτικών συμπτωμάτων και των διαταραχών ύπνου, πολλές γυναίκες καταφεύγουν σε θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης. Στην Αγγλία εκτιμάται ότι περίπου το 15% των γυναικών λαμβάνει θεραπεία για συμπτώματα εμμηνόπαυσης, ενώ στην Ευρώπη το ποσοστό κυμαίνεται από 18% στην Ισπανία έως 55% στη Γαλλία.
Ωστόσο, η κατανόηση των επιδράσεων της εμμηνόπαυσης και της θεραπείας ορμονικής υποκατάστασης στον εγκέφαλο, τη γνωστική λειτουργία και την ψυχική υγεία παραμένει περιορισμένη. Μια μελάτη διερεύνησε το ζήτημα, αναλύοντας δεδομένα σχεδόν 125.000 γυναικών από το UK Biobank, μια μεγάλη βάση δεδομένων που περιλαμβάνει γενετικά και υγειονομικά στοιχεία περίπου 500.000 ατόμων.
Οι συμμετέχουσες κατατάχθηκαν σε τρεις ομάδες: προεμμηνοπαυσιακές, μετεμμηνοπαυσιακές και μετεμμηνοπαυσιακές με χρήση θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης. Η μέση ηλικία εμμηνόπαυσης ήταν περίπου τα 49 έτη, και οι γυναίκες που έλαβαν θεραπεία ξεκίνησαν συνήθως στη ίδια ηλικία.
Διαπιστώθηκε ότι η εμμηνόπαυση σχετίζεται με χειρότερη ποιότητα ύπνου, αυξημένα προβλήματα ψυχικής υγείας και ακόμη και με μεταβολές στη δομή του εγκεφάλου. Οι μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες ήταν πιο πιθανό να αναφέρουν άγχος και κατάθλιψη σε σύγκριση με τις προεμμηνοπαυσιακές. Ήταν επίσης πιθανότερο να απευθυνθούν σε γενικό ιατρό ή ψυχίατρο και να λάβουν αντικαταθλιπτικά. Οι διαταραχές ύπνου ήταν συχνότερες μετά την εμμηνόπαυση. Οι γυναίκες ανέφεραν υψηλότερα ποσοστά αϋπνίας, μικρότερη διάρκεια ύπνου και αυξημένη κόπωση.
Ο εγκέφαλος
Οι απεικονιστικές αναλύσεις εγκεφάλου έδειξαν σημαντικές μειώσεις στον όγκο της φαιάς ουσίας μετά την εμμηνόπαυση. Η φαιά ουσία αποτελεί βασικό συστατικό του κεντρικού νευρικού συστήματος και αποτελείται κυρίως από νευρικά κύτταρα. Οι μειώσεις ήταν εντονότερες σε περιοχές κρίσιμες για τη μάθηση και τη μνήμη -συγκεκριμένα στον ιππόκαμπο και τον ενδορινικό φλοιό- καθώς και σε περιοχές που σχετίζονται με τη ρύθμιση των συναισθημάτων και την προσοχή, όπως ο πρόσθιος φλοιός του προσαγωγίου. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ιππόκαμπος και ο ενδορινικός φλοιός είναι από τις πρώτες περιοχές που προσβάλλονται στη νόσο Αλτσχάιμερ, την πιο συχνή μορφή άνοιας.
Οι παρατηρούμενες μεταβολές υποδηλώνουν ότι οι εγκεφαλικές αλλαγές που σχετίζονται με την εμμηνόπαυση ενδέχεται να συμβάλλουν σε αυξημένη ευαλωτότητα στη νόσο Αλτσχάιμερ αργότερα στη ζωή. Αυτό θα μπορούσε να εξηγεί γιατί η άνοια εμφανίζεται συχνότερα στις γυναίκες.
H θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης μετά την εμμηνόπαυση επηρεάζει τα παραπάνω αποτελέσματα. Δεν φάνηκε να βελτιώνει τη μείωση της φαιάς ουσίας. Επιπλέον, οι γυναίκες που χρησιμοποιούσαν ήταν σε θεραπεία εμφάνιζαν υψηλότερα επίπεδα άγχους και κατάθλιψης σε σύγκριση με όσες δεν είχαν λάβει ποτέ θεραπεία. Περαιτέρω αναλύσεις έδειξαν ότι αυτές οι διαφορές προϋπήρχαν, γεγονός που υποδηλώνει ότι προϋπάρχοντα προβλήματα ψυχικής υγείας πιθανόν επηρέασαν την απόφαση για έναρξη της θεραπείας, αντί τα συμπτώματα να οφείλονται στη θεραπεία.
Ένα πιθανό όφελος της θεραπείας παρατηρήθηκε στη γνωστική απόδοση, ιδίως στην ψυχοκινητική ταχύτητα, ένας δείκτης που συνήθως επιβραδύνεται με τη γήρανση. Οι μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που δεν είχαν λάβει θεραπεία παρουσίαζαν βραδύτερους χρόνους αντίδρασης σε σύγκριση τόσο με τις προεμμηνοπαυσιακές όσο και με τις μετεμμηνοπαυσιακές που είχαν λάβει θεραπεία. Αυτό υποδηλώνει ότι η ορμονική θεραπεία μπορεί να επιβραδύνει τη σχετιζόμενη με την εμμηνόπαυση μείωση της ψυχοκινητικής ταχύτητας.
Παρά τα ευρήματα, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά ερωτήματα σχετικά με τα οφέλη και τους κινδύνους της ορμονικής θεραπείας. Ορισμένες μελέτες συνδέουν τη χρήση της με αυξημένο κίνδυνο άνοιας, ενώ άλλες υποδεικνύουν πιθανή μείωση του κινδύνου.
Χρειάζεται επίσης περαιτέρω έρευνα για να αποσαφηνιστούν οι επιδράσεις διαφορετικών δοσολογιών και τρόπων χορήγησης. Σύμφωνα με μελέτη του UK Biobank σε 538 γυναίκες, τα αποτελέσματα δεν φάνηκαν να διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με τη μορφή, τη διαδρομή χορήγησης ή τη διάρκεια της χρήσης. Ωστόσο, παραμένει δύσκολο να διαπιστωθεί εάν οι γυναίκες λαμβάνουν μια αποτελεσματική δόση. Μία στις τέσσερις γυναίκες που λάμβαναν τη μέγιστη εγκεκριμένη δόση ορμονικής θεραπείας εξακολουθούσε να έχει χαμηλά επίπεδα οιστραδιόλης (περίπου 200 pmol/L), κάτω από το βέλτιστο εύρος 220–550 pmol/L για ανακούφιση των συμπτωμάτων.
Δεδομένου ότι η πλειονότητα των γυναικών θα περάσει από την εμμηνόπαυση, είναι κρίσιμο να διευκρινιστεί εάν η ορμονική θεραπεία μπορεί να προστατεύει τον εγκέφαλο και να μειώνει τον κίνδυνο άνοιας, καθώς και ποια είναι η βέλτιστη δόση και ο κατάλληλος τρόπος χορήγησης.
Υπάρχουν, ωστόσο, ενδείξεις ότι υγιεινές συνήθειες τρόπου ζωής μπορούν να μετριάσουν τις σχετιζόμενες με την εμμηνόπαυση αλλαγές στον εγκέφαλο. Η τακτική άσκηση, η ενασχόληση με γνωστικά απαιτητικές δραστηριότητες (όπως η εκμάθηση νέας γλώσσας ή το σκάκι), η ισορροπημένη διατροφή, ο επαρκής και ποιοτικός ύπνος και οι ισχυροί κοινωνικοί δεσμοί συνδέονται με καλύτερη γνωστική υγεία και μειωμένο κίνδυνο γνωστικής έκπτωσης.
Η συστηματική φυσική δραστηριότητα έχει αποδειχθεί ότι μπορεί να αυξήσει το μέγεθος του ιππόκαμπου, ενώ ο ποιοτικός ύπνος συμβάλλει στη σταθεροποίηση της μνήμης και στην απομάκρυνση τοξικών παραπροϊόντων από τον εγκέφαλο -διεργασίες κρίσιμες για τη μνήμη, την εγκεφαλική υγεία και την ανοσολογική λειτουργία.
Ένας υγιεινός τρόπος ζωής ενδέχεται, επομένως, να αποτελεί προσβάσιμη και αποτελεσματική στρατηγική για την ενίσχυση της εγκεφαλικής υγείας, της γνωστικής εφεδρείας και της ανθεκτικότητας στο στρες κατά τη διάρκεια και μετά τη μετάβαση στην εμμηνόπαυση.

























