Γιατί όλο και περισσότερα παιδιά διαγιγνώσκονται με αυτισμό και ΔΕΠΥ

Η μεγάλη αύξηση στις διαγνώσεις αυτισμού και ΔΕΠΥ δεν είναι απλώς ένας αριθμός. Πίσω από το 86% κρύβεται μια σιωπηλή αλλαγή: τα παιδιά που λαμβάνουν σήμερα διάγνωση μοιάζουν όλο και περισσότερο με τον γενικό πληθυσμό. Μια νέα μελέτη-ορόσημο από το Πανεπιστήμιο του Aarhus, που δημοσιεύθηκε στο JAMA Psychiatry, εξέτασε 71.300 παιδιά και εφήβους στη Δανία και διαπίστωσε ότι τα χαρακτηριστικά των διαγιγνώσκομενων έχουν μεταβληθεί θεμελιωδώς μέσα σε μια δεκαετία.

Ο ετήσιος αριθμός νέων διαγνώσεων αυτισμού και ΔΕΠΥ στη Δανία εκτοξεύθηκε από 4.944 το 2012 σε 9.179 το 2022 – αύξηση 86%. Η αύξηση δεν αφορά μόνο τα αγόρια. Αντιθέτως, είναι πιο έντονη στα κορίτσια, στενεύοντας το ιστορικό χάσμα μεταξύ των φύλων. Μέχρι την ηλικία των 18 ετών, η σωρευτική επίπτωση του αυτισμού είναι 6,5% στα αγόρια και 3,9% στα κορίτσια, ενώ για τη ΔΕΠΥ 9,8% και 7,4% αντίστοιχα. Όταν συνυπολογιστούν και οι συνταγές φαρμάκων για ΔΕΠΥ, η σωρευτική επίπτωση ανεβαίνει περαιτέρω.

Η αλλαγή στο προφίλ των διαγιγνώσκομενων

Το πιο ενδιαφέρον εύρημα αφορά το προφίλ των παιδιών που διαγιγνώσκονται. Το 2012, τα παιδιά με χαμηλό βάρος γέννησης είχαν 54% μεγαλύτερη πιθανότητα να λάβουν διάγνωση αυτισμού ή ΔΕΠΥ σε σύγκριση με παιδιά φυσιολογικού βάρους. Μέχρι το 2022, η διαφορά αυτή είχε συρρικνωθεί στο 17%.

Παρόμοια τάση παρατηρήθηκε και στο μορφωτικό επίπεδο των μητέρων. Το 2012, περίπου ένα στα τέσσερα παιδιά με διάγνωση ΔΕΠΥ είχε μητέρα χαμηλότερου μορφωτικού επιπέδου. Το 2022, το ποσοστό αυτό έπεσε σε ένα στα επτά. Οι διαφορές που παλαιότερα ήταν ευδιάκριτες – βάρος γέννησης, πρόωρος τοκετός, κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο – έχουν γίνει λιγότερο προγνωστικές.

Ο Magnus Elias Tarp, κύριος συγγραφέας της μελέτης, συνοψίζει: «Το κύριο μήνυμα δεν είναι ότι αυτοί οι παράγοντες κινδύνου δεν είναι πλέον σημαντικοί. Αυτό που βρήκαμε είναι ότι τα άτομα που διαγιγνώσκονται τα τελευταία χρόνια μοιάζουν περισσότερο με τον γενικό πληθυσμό από εκείνα που έλαβαν τις ίδιες διαγνώσεις πριν από μια δεκαετία».

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Οι ερευνητές αποφεύγουν απλουστευμένες εξηγήσεις. Τα ευρήματα δεν σημαίνουν ότι οι διαταραχές έχουν γίνει ηπιότερες ή ότι οι διαγνώσεις είναι υπερβολικές. Ο Oleguer Plana-Ripoll, ανώτερος συγγραφέας της μελέτης, τονίζει: «Δεν δείχνουν ότι αυτές οι καταστάσεις υπερδιαγιγνώσκονται ή ότι έχουν γίνει λιγότερο σοβαρές. Αντιθέτως, υποδεικνύουν ότι ο πληθυσμός που λαμβάνει αυτές τις διαγνώσεις έχει αλλάξει με την πάροδο του χρόνου».

Η πιθανότερη εξήγηση είναι η διεύρυνση των διαγνωστικών κριτηρίων και η αυξημένη ευαισθητοποίηση. Χαρακτηριστικά που παλαιότερα δεν οδηγούσαν σε επίσημη διάγνωση, σήμερα αναγνωρίζονται νωρίτερα και οδηγούν σε αξιολόγηση. Αυτό σημαίνει ότι στις σημερινές διαγνώσεις περιλαμβάνονται περισσότερα παιδιά με ηπιότερη εικόνα.

Η κριτική της Uta Frith

Η συζήτηση δεν είναι μόνο ποσοτική. Η Dame Uta Frith, πρωτοπόρος της έρευνας για τον αυτισμό και επίτιμη καθηγήτρια στο University College London, έχει εκφράσει την άποψη ότι ο ορισμός του αυτισμού έχει διευρυνθεί υπερβολικά. Σε πρόσφατη συνέντευξή της, υποστήριξε ότι το φάσμα «έχει φτάσει στο σημείο να καταρρέει». Διακρίνει δύο ομάδες: εκείνα τα παιδιά με τον αρχικό, σοβαρό αυτισμό – συνοδευόμενο από νοητική αναπηρία ή γλωσσικά ελλείμματα – και εκείνα χωρίς τέτοια ελλείμματα, που «μπορεί να αισθάνονται έντονο άγχος σε κοινωνικές καταστάσεις» και είναι κυρίως έφηβες και γυναίκες. Κατά την Frith, πολλά από τα άτομα αυτής της δεύτερης ομάδας μπορεί να έχουν πραγματικές δυσκολίες που θα ήταν καλύτερα κατανοητές και αντιμετωπίσιμες εκτός της ετικέτας του αυτισμού.

Η θέση της Frith δεν είναι καθολικά αποδεκτή. Άλλοι ερευνητές τονίζουν ότι η συγκαλυπτική συμπεριφορά (masking) – η προσπάθεια απόκρυψης αυτιστικών χαρακτηριστικών – συνδέεται με σοβαρές συνέπειες, όπως άγχος, κατάθλιψη και αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικότητας, και δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Τι σημαίνει αυτό για την κλινική πράξη

Η μελέτη δεν αμφισβητεί την εγκυρότητα των διαγνώσεων. Καταγράφει μια πραγματικότητα: το σύστημα υγείας εντοπίζει σήμερα ένα ευρύτερο φάσμα παιδιών. Αυτό μπορεί να είναι θετικό, καθώς περισσότερα παιδιά και οικογένειες έχουν πρόσβαση σε υποστήριξη που παλαιότερα δεν ήταν διαθέσιμη. Ταυτόχρονα, αναδεικνύει την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι τα παιδιά με σοβαρότερες ή πιο σύνθετες ανάγκες δεν θα χάσουν τη στήριξη που δικαιούνται.

Η αύξηση των διαγνώσεων δεν πρέπει να ερμηνεύεται μονοδιάστατα ως απόδειξη αύξησης της υποκείμενης συχνότητας των διαταραχών. Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, απαιτείται περαιτέρω έρευνα σε άλλες χώρες για να διαπιστωθεί αν τα ευρήματα είναι γενικεύσιμα. Το βέβαιο είναι ότι η συζήτηση για τον αυτισμό και τη ΔΕΠΥ έχει περάσει σε μια νέα φάση: από το «πόσα παιδιά διαγιγνώσκονται» στο «ποια παιδιά διαγιγνώσκονται και γιατί».

Δείτε επίσης