Η συχνότητα των γευμάτων —πόσα γεύματα την ημέρα και πόσο μεγάλα— είναι ένα από τα πιο συζητημένα ερωτήματα στη διαχείριση του σακχάρου. Η κλασική σύσταση «πολλά μικρά γεύματα» έχει αμφισβητηθεί τα τελευταία χρόνια, καθώς νέες μελέτες δείχνουν ότι η επίδραση στο σάκχαρο δεν είναι ίδια για όλους και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το αν υπάρχει θερμιδικό έλλειμμα ή διατήρηση βάρους, καθώς και από το αν μιλάμε για υγιείς ή για άτομα με διαβήτη.
Σε άτομα με διαβήτη τύπου 2: Δύο μεγάλες μελέτες, δύο διαφορετικά συμπεράσματα
Η πιο γνωστή μελέτη πάνω στο θέμα είναι η τσεχική δοκιμή των Kahleová και συνεργατών, που δημοσιεύθηκε το 2014 στο περιοδικό Diabetologia. Σε 54 ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που λάμβαναν από του στόματος φάρμακα, συγκρίθηκαν δύο μεγάλα γεύματα (πρωινό και μεσημεριανό) με έξι μικρότερα, με ίδιες θερμίδες και ίδια σύσταση, για 12 εβδομάδες το καθένα. Η δίαιτα ήταν υποθερμιδική, περίπου 500 θερμίδες λιγότερες από τις ανάγκες.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα δύο γεύματα υπερείχαν στο σάκχαρο. Η γλυκόζη νηστείας μειώθηκε περισσότερο με τα δύο γεύματα (κατά 0,78 mmol/L έναντι 0,47 mmol/L με τα έξι). Η HbA1c επίσης μειώθηκε περισσότερο με τα δύο γεύματα, αν και η διαφορά ήταν μικρότερη. Ένα ιδιαίτερα σημαντικό εύρημα αφορούσε τη γλυκαγόνη, μια ορμόνη που ανεβάζει το σάκχαρο: με τα δύο γεύματα μειώθηκε, ενώ με τα έξι αυξήθηκε. Οι ερευνητές σημείωσαν επίσης ότι, παρά τους φόβους των συμμετεχόντων ότι θα πεινούσαν το βράδυ, η πείνα ήταν στην πραγματικότητα μικρότερη με τα δύο μεγαλύτερα γεύματα, επειδή κάθε γεύμα ήταν αρκετά μεγάλο ώστε να προκαλεί κορεσμό.
Ωστόσο, μια άλλη τυχαιοποιημένη δοκιμή, που δημοσιεύθηκε το 2018 στο περιοδικό Diabetes & Metabolism, κατέληξε στο αντίθετο συμπέρασμα. Σε ασθενείς με προδιαβήτη ή πρώιμο διαβήτη τύπου 2, συγκρίθηκαν τρία με έξι γεύματα ίσης ενέργειας, για 12 εβδομάδες. Εδώ, τα έξι γεύματα βελτίωσαν την HbA1c (P<0,001) και τη δίωρη μεταγευματική γλυκόζη (P=0,02). Σε άτομα με μειωμένη ανοχή στη γλυκόζη, τα έξι γεύματα βελτίωσαν επίσης τη μεταγευματική υπεργλυκαιμία.
Η διαφορά μεταξύ των δύο μελετών φαίνεται να βρίσκεται στο θερμιδικό πλαίσιο. Στη μελέτη του 2014, η δίαιτα ήταν υποθερμιδική· τα δύο μεγαλύτερα γεύματα παρήγαγαν μεγαλύτερες περιόδους νηστείας, επιτρέποντας στην ινσουλίνη να πέσει και στο σώμα να χρησιμοποιήσει αποθηκευμένη ενέργεια. Στη μελέτη του 2018, η δίαιτα ήταν ισοθερμιδική (διατήρηση βάρους)· τα έξι γεύματα μείωσαν τις αιχμές χωρίς να χρειάζεται θερμιδικός περιορισμός.
Σε υγιείς: Λιγότερες αιχμές με πολλά γεύματα, αλλά χωρίς σαφές πλεονέκτημα στη συνολική γλυκόζη
Στους υγιείς, η εικόνα είναι πιο ομοιόμορφη. Μια τυχαιοποιημένη crossover μελέτη του 2019 σε 18 άτομα συνέκρινε τρία με εννέα γεύματα ίσης ενέργειας. Η ομάδα με τα τρία γεύματα είχε υψηλότερες μέγιστες τιμές γλυκόζης κατά τη διάρκεια της ημέρας, ευρύτερο εύρος γλυκόζης και μεγαλύτερη διάρκεια γλυκόζης πάνω από 180 mg/dL. Εκείνοι που έλαβαν εννέα γεύματα την ημέρα παρουσίασαν σημαντικά βελτιωμένο μεταβολισμό της γλυκόζης. Οι συγγραφείς υπέθεσαν ότι αυτό μπορεί να οφείλεται σε αυξημένη έκκριση GLP-1, μιας ορμόνης που ενισχύει την έκκριση ινσουλίνης, με τα πιο συχνά γεύματα.
Μια μελέτη του 2013 σε υγιείς ενήλικες βρήκε επίσης ότι τα έξι γεύματα την ημέρα οδήγησαν σε πιο συχνές κορυφώσεις γλυκόζης, αλλά χωρίς διαφορά στη συνολική έκθεση στη γλυκόζη (AUC) σε σύγκριση με τρία γεύματα. Δηλαδή, τα πολλά μικρά γεύματα μείωσαν τις μεμονωμένες αιχμές, αλλά δεν βελτίωσαν τη συνολική γλυκαιμική επιβάρυνση.
Ωστόσο, τα πολύ λίγα γεύματα μπορεί να είναι επιβλαβή για τους υγιείς. Μια μελέτη του 2007 σε υγιείς, φυσιολογικού βάρους ενήλικες έδειξε ότι το ένα μεγάλο γεύμα την ημέρα (σε σύγκριση με τρία) οδήγησε σε υψηλότερη γλυκόζη νηστείας το πρωί και χειρότερη ανοχή στη γλυκόζη, με καθυστερημένη απάντηση ινσουλίνης.
Μια πρόσφατη μελέτη του 2026 σε 96 νέους ενήλικες με συνεχή καταγραφή γλυκόζης για 14 ημέρες έδειξε ότι το πρότυπο με λιγότερα γεύματα, αργότερο πρωινό και μεγαλύτερο ποσοστό θερμίδων στο βραδινό συσχετίστηκε με μεγαλύτερη μεταβλητότητα γλυκόζης (17,7% έναντι 14,1%). Δηλαδή, τα λιγότερα γεύματα δεν οδήγησαν απαραίτητα σε καλύτερο σάκχαρο· αντίθετα, συνοδεύτηκαν από μεγαλύτερες διακυμάνσεις.
Τι λέει η συνολική εκτίμηση της έρευνας
Μια συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση του 2021 στο περιοδικό Clinical Nutrition δεν βρήκε σαφή συσχέτιση μεταξύ συχνότητας γευμάτων και HbA1c (μέση διαφορά -0,14%, 95% CI -0,39 έως 0,11). Οι συγγραφείς τόνισαν ότι οι δοκιμές ήταν υποδυναμικές και ότι η βεβαιότητα των συμπερασμάτων είναι χαμηλή.
Για τους διαβητικούς, η απάντηση εξαρτάται από το θερμιδικό πλαίσιο. Αν υπάρχει θερμιδικό έλλειμμα, τα δύο μεγαλύτερα γεύματα φαίνεται να υπερέχουν στη γλυκόζη νηστείας και την HbA1c, πιθανώς λόγω των μεγαλύτερων περιόδων νηστείας. Αν η δίαιτα είναι ισοθερμιδική (διατήρηση βάρους), τα έξι μικρότερα γεύματα μπορεί να βελτιώσουν τη μεταγευματική γλυκόζη και την HbA1c. Για τους υγιείς, τα πολλά μικρά γεύματα τείνουν να μειώνουν τις αιχμές, αλλά δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία ότι βελτιώνουν τη συνολική γλυκόζη ή την HbA1c· αντίθετα, τα πολύ λίγα γεύματα μπορεί να επιδεινώσουν τη γλυκόζη νηστείας και τη μεταβλητότητα.
Η απόφαση, επομένως, δεν μπορεί να είναι γενική. Εξαρτάται από το αν υπάρχει θερμιδικός στόχος, από τον τύπο του διαβήτη και από το αν ο ασθενής μπορεί να τηρήσει το πρόγραμμα. Και στις δύο περιπτώσεις, η ποιότητα των γευμάτων και η κατανομή των θερμίδων κατά τη διάρκεια της ημέρας παραμένουν εξίσου σημαντικές με τον αριθμό τους.

























