Παιδί και εγκόπριση

paidi diataraxh ypnos 5Ως εγκόπριση ορίζεται η ακούσια ή σκόπιμη επαναλαμβανόμενη κένωση κοπράνων σε ακατάλληλα μέρη (π.χ. στα ρούχα ή στο πάτωμα).

Προκειμένου να τεθεί η διάγνωση της διαταραχής, το παιδί πρέπει να έχει χρονολογική ηλικία ή αντίστοιχο αναπτυξιακό επίπεδο τουλάχιστον 4 ετών και το συμβάν πρέπει να παρουσιάζεται με συχνότητα τουλάχιστον μία φορά το μήνα για 3 μήνες. Επίσης, η συμπεριφορά αυτή δεν πρέπει να οφείλεται στις άμεσες φυσιολογικές δράσεις μιας ουσίας (π.χ. καθαρτικών) ή σε γενική σωματική κατάσταση, εκτός από τη δυσκοιλιότητα.

Οι τύποι της διαταραχής

Προτείνονται δύο τύποι της διαταραχής, τους οποίους διαφοροποιεί η παρουσία ή η απουσία δυσκοιλιότητας, όπως αποδεικνύεται από τη φυσική εξέταση ή από το ιστορικό.

Η εγκόπριση μπορεί να είναι πρωτοπαθής ή δευτεροπαθής. Τα παιδιά με πρωτοπαθή εγκόπριση δεν έχουν αποκτήσει ποτέ έλεγχο των σφιγκτήρων του εντέρου μέχρι την ηλικία των 4 ετών, ενώ τα παιδιά με δευτεροπαθή εγκόπριση έχουν αποκτήσει τον έλεγχο αυτόν τουλάχιστον για ένα χρόνο πριν παρουσιαστούν τα επεισόδια εγκόπρισης.

Ένα άλλο σύστημα κατηγοριοποίησης που έχει προταθεί διακρίνει τρεις τύπους εγκόπρισης:

α) Ο πιο συνήθης τύπος εγκόπρισης είναι η ανασταλτική εγκόπριση, η οποία καλύπτει το 80-95% όλων των περιπτώσεων εγκόπρισης. Η ανασταλτική εγκόπριση εμφανίζεται μετά από έντονη δυσκοιλιότητα και χαρακτηρίζεται από υδαρείς απώλειες, ελαφρά χρωματισμένες, οι οποίες λερώνουν τα εσώρουχα του παιδιού. Ο τύπος αυτός ονομάζεται επίσης εγκόπριση από υπερεκχείλιση.

β) Ο δεύτερος τύπος εγκόπρισης χαρακτηρίζεται από χρόνια διάρροια, η οποία ενδέχεται να προκαλείται λόγω άγχους.

γ) Ο τρίτος τύπος εγκόπρισης χαρακτηρίζεται από σκόπιμη απόθεση των κοπράνων σε ακατάλληλα μέρη. Σε αυτή την περίπτωση, η εγκόπριση αποτελεί ένα μέσο «χειρισμού» του περιβάλλοντος από το παιδί και ενδέχεται να εμφανίζεται στα πλαίσια εναντιωτικής προκλητικής διαταραχής ή διαταραχή της διαγωγής.

Η συχνότητα εμφάνισης της εγκόπρισης, με βάση τις αναφορές των γονιών και τις κλινικές παραπομπές, κυμαίνεται μεταξύ 1,5-3% (Sprague-McRae et al., 1993). Μάλιστα τα αγόρια με εγκόπριση είναι κατά 5-6 φορές περισσότερα από τα κορίτσια. Η συχνότητα εμφάνισης της εγκόπρισης μειώνεται σταδιακά με το πέρασμα του χρόνου, ενώ κάθε χρόνο αυξάνεται κατά 28% το ποσοστό των παιδιών με εγκόπριση που ξεπερνούν το πρόβλημα χωρίς την παρέμβαση ειδικού.

Αιτίες

Στα πλαίσια των ψυχοδυναμικών θεωριών, η εγκόπριση θεωρείται ως σύμπτωμα μιας ασυνείδητης σύγκρουσης. Σύμφωνα με άλλους ειδικούς, η εγκόπριση μπορεί να οφείλεται σε παράγοντες όπως οι αυστηρές μέθοδοι άσκησης των παιδιών στη χρήση της τουαλέτας, η δυσαρμονία στην οικογένεια και η ψυχοπαθολογία του παιδιού. Ωστόσο καμία από αυτές τις ερμηνείες δεν στηρίζεται από ερευνητικά δεδομένα.

Έχει διαπιστωθεί ότι ποικίλοι οργανικοί παράγοντες, όπως δομικές νευρολογικές ανωμαλίες του απεκκριτικού συστήματος, συμβάλλουν συχνά στην εμφάνιση της εγκόπρισης. Ωστόσο αν αυτοί οι παράγοντες αποτελούν την αποκλειστική αιτία της ακράτειας κοπράνων, τότε δεν τίθεται η διάγνωση της εγκόπρισης. Έχει βρεθεί επίσης ότι τα μισά από τα παιδιά που παρουσιάζουν χρόνια δυσκοιλιότητα και εγκόπριση εκτελούν λανθασμένες κινήσεις κατά την κένωση του εντέρου, για παράδειγμα σφίγγουν τον εξωτερικό σφιγκτήρα αντί να τον χαλαρώνουν.

Η χρόνια δυσκοιλιότητα μπορεί να προκληθεί όταν το παιδί αποφεύγει συστηματικά την αφόδευση. Αν η διαδικασία αυτή προκαλεί άγχος ή είναι επώδυνη για το παιδί, τότε στην προσπάθεια του να την αποφύγει, συγκρατεί τα κόπρανα, τα οποία δημιουργούν μια συμπαγή στήλη στο έντερο και καθιστούν ακόμα πιο οδυνηρή τη διαδικασία της αφόδευσης. Αν αυτή η κατάσταση συνεχιστεί για πολύ καιρό, τότε είναι δυνατόν το έντερο να ειδοποιεί όλο και λιγότερο το παιδί, με αποτέλεσμα να αδρανεί η ικανότητα του παιδιού να πραγματοποιεί τις σωστές κινήσεις του εντέρου και να εμφανίζεται εγκόπριση.

Αντίθετα, η σκόπιμη απόθεση κοπράνων σε ακατάλληλα μέρη πολλές φορές εμφανίζεται στα πλαίσια της εναντιωτικής προκλητικής δια-ταραχής και συνδέεται με τη γενικότερη ψυχοσυναισθηματική κατάσταση του παιδιού. Πάντως, η εγκόπριση σπάνια εμφανίζεται ως μεμονωμένο πρόβλημα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, εμφανίζεται στα πλαίσια κάποιας άλλης ψυχιατρικής διαταραχής.

Αντιμετώπιση

Η αντιμετώπιση της εγκόπρισης συνήθως περιλαμβάνει ένα συνδυασμό ιατρικής αγωγής και συμπεριφορικών παρεμβάσεων, προκειμένου να μάθει το παιδί να αδειάζει τακτικά το έντερο έτσι ώστε να αποκατασταθεί το μέγεθος και η λειτουργία του.

Η κατανάλωση δημητριακών αλλά και η χρήση κλυσμάτων, καθαρτικών ή λιπαντικών μπορεί να προταθεί στην αρχή με σκοπό την κένωση του εντέρου. Ωστόσο η παρέμβαση αυτή δεν αρκεί από μόνη της για να αποκατασταθεί το πρόβλημα.

Στη συνέχεια, το παιδί χρειάζεται να ακολουθήσει ένα σταθερό πρόγραμμα αφόδευσης, προκειμένου να μάθει να αναγνωρίζει τις ενδείξεις που εκπέμπει το έντερο και να πραγματοποιεί τις σωστές κινήσεις. Κατά τη διάρκεια της προσπάθειας, το παιδί χρειάζεται τη στήριξη και την υπομονή των γονέων του, καθώς η διαδικασία αυτή ενδέχεται να είναι οδυνηρή για το ίδιο και να έχει συνδεθεί με δυσάρεστα συναισθήματα, με αποτέλεσμα την τάση αποφυγής της τουαλέτας.

Ο συνδυασμός καθαρτικών και συμπεριφορικής παρέμβασης παρουσιάζει σημαντικά αποτελέσματα μέσα στις πρώτες δύο εβδομάδες στην πλειονότητα των περιπτώσεων, ενώ περίπου το 75% των παιδιών αυτών διατηρεί τα θετικά αποτελέσματα και μετά το πέρας της παρέμβασης.

Σχετικά άρθρα