«Δεν υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό για την υγεία μας από ό, τι τρώμε κάθε μέρα», λέει η Sara Seidelmann, καρδιολόγος και ερευνήτρια διατροφής στο Brigham & Women’s Hospital της Βοστώνης. Η Seidelmann δημοσίευσε πρόσφατα μια μεγάλη μελέτη των τρόπων κατανάλωσης περισσότερων από 447.000 ανθρώπων σε όλο τον κόσμο.
Αυτό που ανακάλυψε ήταν ότι απαγορεύοντας κάποιες ομάδες τροφίμων, που περιέχουν φυτικές ίνες, με σκοπό να έχουμε καλύτερη υγεία μπορεί να λειτουργήσει θετικά για λίγο, αλλά θα μπορούσε να μας κάνει κακό αν συνεχιστεί για πολύ.
Η κετογονική δίαιτα
Για παράδειγμα, η δημοφιλής κετογενής δίαιτα, που περιλαμβάνει αυστηρό περιορισμό των υδατανθράκων σε λιγότερο από 50 γραμμάρια την ημέρα (αυτό δεν υπερβαίνει τα δύο μήλα) και περιέχει κυρίως τρόφιμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά, είναι μια από τις περιοριστικές δίαιτες -περιορίζει τις φυτικές ίνες και την ορισμένων βιταμινών- που θα μπορούσαν να έχουν επιβλαβείς μακροπρόθεσμες συνέπειες.
Άλλες δίαιτες με χαμηλή περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες περιλαμβάνουν την παλαιολιθική διατροφή, τη δίαιτα Atkins, τη δίαιτα Dukan και την Whole 30. Οι ειδικοί επί της διατροφής λένε ότι αυτές οι δημοφιλείς δίαιτες είναι δύσκολο να ακολουθηθούν για πολύ (αλλά το ίδιο βέβαια ισχύει για αυτές που περιορίζουν τις θερμίδες οι οποίες προκαλούν πείνα).
Ορισμένα οφέλη από τη μετάβαση στην κετογονική διατροφή είναι δύσκολο να αμφισβητηθούν. Μια δίαιτα με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά και χαμηλή σε υδατάνθρακες μπορεί να είναι μια στρατηγική για γρήγορη απώλεια βάρους και έλεγχο του σακχάρου στο αίμα. Μπορεί επίσης να αποτελεί ένας είδος αντιμετώπισης των επιληπτικών κρίσεων στα παιδιά. Επί δεκαετίες οι ειδικοί έχουν δει ιατρικά αποτελέσματα όταν διαχειρίζονται αυτές τις καταστάσεις με την κετογονική δίαιτα.
Ωστόσο ορισμένες προσεκτικές εργαστηριακές δοκιμές υπέρβαρων ανδρών, βρήκαν ότι η κέτωση πιθανότατα δεν βοηθάει να καεί περισσότερο σωματικό λίπος από μια κλασική δίαιτα περιορισμού θερμίδων. Αναγκάζει βέβαια τους ανθρώπους να περιορίσουν δραματικά την πρόσληψη ζάχαρης και αυτό είναι μια καλή συνήθεια για τη γενική υγεία και τα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα καθώς επίσης μπορεί να μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου.
Αλλά η κατανάλωση μιας δίαιτας με υψηλή σε λιπαρά και χαμηλή σε υδατάνθρακες, πιθανότατα δεν θα πρέπει να αποτελεί καθημερινή συνήθεια για πολύ καιρό. Ακόμη και ο Josh Axe, ένας κετοευαγγελιστής, έχει πει ότι δεν είναι μια δίαιτα που πρέπει να ακολουθηθεί για περισσότερους από μερικούς μήνες κάθε φορά.
Κι αυτό διότι οι δίαιτες με χαμηλή περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες παραμελούν βασικά θρεπτικά συστατικά όπως το μαγνήσιο, το ασβέστιο και το κάλιο, που μπορεί να είναι άφθονα σε δίαιτες με φρέσκα, υψηλής περιεκτικότητας σε υδατάνθρακες τρόφιμα όπως π.χ. τα φασόλια, οι μπανάνες και η βρώμη.
Η έρευνα που υποστηρίζει το πρόγραμμα της Seidelmann παρουσιάστηκε το περασμένο καλοκαίρι στο European Society of Cardiology Congress. Οι ερευνητές μελέτησαν αυτοαναφερόμενα πρότυπα κατανάλωσης για περίπου 25.000 άτομα στις ΗΠΑ και συνέκριναν τα αποτελέσματα με μελέτες που αφορούσαν πάνω από 447.500 άτομα. Διαπίστωσαν πως όσοι έτρωγαν μέτρια ποσότητα υδατανθράκων ήταν πιο πιθανό να ζήσουν περισσότερο από αυτούς που έτρωγαν είτε λίγους υδατάνθρακες είτε πολλούς υδατάνθρακες.
«Η μελέτη μας δείχνει ότι μακροπρόθεσμα οι δίαιτες χαμηλών υδατανθράκων συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία και θανάτους λόγω καρδιαγγειακής νόσου, εγκεφαλοαγγειακής νόσου και καρκίνου», δήλωσε ο Maciej Banach, καθηγητής στο Ιατρικό Πανεπιστήμιο του Λοτζ στην Πολωνία.
Οι φυτικές ίνες
Μια άλλη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο PLOS Medicine, εξέτασε τις διατροφικές συνήθειες 471.495 Ευρωπαίων για πάνω από 22 χρόνια και διαπίστωσε ότι οι άνθρωποι των οποίων οι δίαιτες είχαν χαμηλή «θρεπτική ποιότητα» (δηλαδή λιγότερα φρέσκα λαχανικά, όσπρια και ξηρούς καρπούς) ήταν πιο πιθανό να παρουσιάσουν μερικές από τις πιο κοινές και θανατηφόρες μορφές καρκίνου, συμπεριλαμβανομένου του καρκίνου του παχέος εντέρου, του στομάχου, του πνεύμονα, του ήπατος και του μαστού.
Στοιχεία από έρευνες σε ολόκληρο τον κόσμο δείχνουν ότι οι άνθρωποι που παραμένουν σε περιορισμένες ποσότητες κρέατος, γαλακτοκομικών προϊόντων και επεξεργασμένων τροφίμων, ενώ καταναλώνουν τροφές πλούσιες σε φυτικές ίνες, συμπεριλαμβανομένων των λαχανικών, των δημητριακών ολικής αλέσεως και των ξηρών καρπών έχουν καλύτερα αποτελέσματα για την υγεία τους.
Η Seidelmann περιγράφει τη διατροφή αυτή ως πλούσια σε “ολόκληρα τρόφιμα”. Οι άνθρωποι που έζησαν περισσότερο στην έρευνά της ήταν αυτοί που δεν έτρωγαν τροφές οι οποίες είχαν υποστεί επεξεργασία.
Οι επιστήμονες βρήκαν ότι οι φυτικές ίνες, μπορούν να βοηθήσουν στην προστασία του εγκεφάλου από τη γήρανση σε ποντίκια και είναι σίγουροι ότι τα οφέλη εκτείνονται στους ανθρώπους. Όμως μια διατροφή με πολλές φυτικές ίνες δεν μπορεί να περιέχει λίγους υδατάνθρακες. Από την άλλη μεριά θεωρείται ότι το κρέας και τα γαλακτοκομικά προϊόντα μπορούν να συμβάλλουν στη φλεγμονή του σώματος, γεγονός που μπορεί να βοηθήσει στην ανάπτυξη καρκινικών όγκων.

























