Το πλάσμα αίματος είναι το υγρό συστατικό του αίματος -αυτό που απομένει αφού αφαιρεθούν τα ερυθρά και λευκά αιμοσφαίρια και τα αιμοπετάλια. Αποτελεί περίπου το 55% του συνολικού όγκου αίματος και περιέχει εκατοντάδες πρωτεΐνες, αντισώματα και παράγοντες πήξης που δεν μπορούν να παραχθούν συνθετικά. Αυτή η αναντικατάστατη φύση του το καθιστά ζωτικής σημασίας πρώτη ύλη για μια σειρά φαρμάκων που σώζουν ζωές καθημερινά. Τα λεγόμενα «PDMPs» (Plasma Derived Medicinal Products), δηλαδή φάρμακα παράγωγα πλάσματος, καλύπτουν ανάγκες για τις οποίες δεν υπάρχει καμία εναλλακτική λύση. Πρόκειται ανοσοσφαιρίνες, παράγοντες πήξης, λευκωματίνη, αντιθρυψίνη Άλφα-1και ειδικές ανοσοσφαιρίνες.
Η Ευρώπη αντιμετωπίζει χρόνιο έλλειμμα πλάσματος. Τα 8,4 εκατομμύρια λίτρα πλάσματος που συλλέγει δεν επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες των ασθενών, με αποτέλεσμα να εισάγεται επιπλέον 40% από τις ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ κυριαρχούν στην παγκόσμια αγορά πλάσματος και το κάνουν κυρίως επειδή αποζημιώνουν τους δότες τους. Στην ΕΕ, μόνο τέσσερις χώρες -Γερμανία, Αυστρία, Τσεχία και Ουγγαρία- λειτουργούν με μικτά συστήματα δημόσιας και ιδιωτικής συλλογής. Αυτές οι τέσσερις χώρες συλλέγουν περίπου το 47% του ευρωπαϊκού πλάσματος.
Η Τσεχία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα: μέσω ενός μεικτού μοντέλου δημόσιας και ιδιωτικής συλλογής που προβλέπει οικονομική αποζημίωση για τους δότες, συλλέγει 1,3 εκατομμύρια λίτρα πλάσματος ετησίως, το μεγαλύτερο ποσοστό του οποίου εξάγεται σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Η αποζημίωση που καταβάλλουν αυτές οι χώρες δεν είναι υψηλή -κυμαίνεται στα 40 ευρώ ανά δωρεά, ποσό που αντικατοπτρίζει την αναπλήρωση εξόδων και το χρόνο που χάνει ο δότης.
Στην Ελλάδα, η κατάσταση είναι χαρακτηριστική της ευρύτερης ευρωπαϊκής παθολογίας, αν όχι πιο οξεία. Τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, οι ελλείψεις φαρμάκων που αποτελούν παράγωγα πλάσματος είναι σταθερές με αποτέλεσμα η αρμόδια θυγατρική του ΕΟΦ, το ΙΦΕΤ, να αναζητά τρόπους να καλύψει τα κενά. Καταγράφονται σημαντικές ελλείψεις στις ενδοφλέβιες θεραπείες που αφορούν οξεία περιστατικά, ενώ η έλλειψη ανοσοσφαιρίνης προκαλεί διαχρονικά έντονη ανησυχία, λόγω της σημαντικότητάς της στη θεραπευτική αντιμετώπιση σοβαρών περιστατικών.
Η χώρα μας βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στις εισαγωγές για τα φάρμακα αυτά, καταβάλλοντας τεράστια ποσά σε ξένες εταιρείες -κυρίως αμερικανικές. Ο Νόμος 3402 του 2005 ορίζει ότι η αιμοδοσία «βασίζεται στο θεσμό της εθελοντικής, μη αμειβόμενης προσφοράς αίματος», ένα πλαίσιο που λειτούργησε επαρκώς για τη μετάγγιση αίματος, αλλά αποδείχτηκε ανεπαρκές για τη συλλογή πλάσματος.
Το Μάιο του 2024, ένα προσχέδιο νόμου του Υπουργείου Υγείας ήρθε στη δημοσιότητα και πυροδότησε αντιδράσεις γιατί έδινε το πράσινο φως για τη δημιουργία ιδιωτικών κέντρων συλλογής πλάσματος αίματος. Το προσχέδιο προέβλεπε οι δωρητές πλάσματος να αμείβονται για τις ώρες εργασίας που χάνουν. Η κυβέρνηση αξιοποιούσε τον νέο Ευρωπαϊκό Κανονισμό SoHO (Substances of Human Origin) ως νομική βάση, στοχεύοντας στη δημιουργία ενός υβριδικού συστήματος παραγωγής φαρμάκων από πλάσμα εντός Ελλάδας.
Η αντίδραση δεν άργησε. Σύλλογοι ασθενών (ΠΑΣΠΑΜΑ, «Γαληνός»), εθελοντικές οργανώσεις αιμοδοτών και φορείς της δημόσιας υγείας μίλησαν για «εμπορευματοποίηση του ανθρώπινου αίματος» και εξέφρασαν φόβους για υποβάθμιση της ασφάλειας. Το επιχείρημά τους ήταν ότι ο αμειβόμενος δότης, που χρειάζεται τα χρήματα, ίσως αποκρύψει παράγοντες κινδύνου. Αυτή η ανησυχία έχει ιστορικό έρεισμα σε σκάνδαλα μολυσμένου αίματος από αμειβόμενους δότες τις δεκαετίες του ’70 και ’80 σε ΗΠΑ και Ευρώπη.
Από την άλλη πλευρά, φωνές από την ιατρική κοινότητα, βιομηχανικούς φορείς και ορισμένους συλλόγους ασθενών υπενθύμιζαν ότι τα σύγχρονα πρωτόκολλα ελέγχου είναι ασύγκριτα με εκείνα της δεκαετίας του ’80, και χωρίς αύξηση στη συλλογή πλάσματος, οι ασθενείς θα συνεχίζουν να υποφέρουν από χρόνιες ελλείψεις.
Αυτοί που αντιτίθενται στην αποζημιωμένη δωρεά ισχυρίζονται ότι: Πρώτον, η εισαγωγή χρήματος στη σχέση δωρητή-συστήματος υγείας αλλοιώνει τον ηθικό χαρακτήρα της πράξης και μπορεί να απωθήσει τους εθελοντές που δρουν από αλτρουισμό. Δεύτερον, η δημιουργία ιδιωτικών κέντρων πλασμαφαίρεσης ανοίγει την πόρτα στην κερδοσκοπία πάνω σε ανθρώπινο βιολογικό υλικό. Τρίτον, η εμπειρία από τις ΗΠΑ δείχνει ότι οι αμειβόμενοι δότες ανήκουν συχνά σε ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες που αντιμετωπίζουν οικονομική ανάγκη -γεγονός που εγείρει ηθικά ερωτήματα.
Αυτοί που υποστηρίζουν την αποζημίωση λένε ότι: Πρώτον, η πλασμαφαίρεση είναι μια διαδικασία που διαρκεί 45-90 λεπτά, είναι πιο επεμβατική από τη συνήθη αιμοδοσία και απαιτεί πολύ πιο συχνές επισκέψεις. Δεύτερον, η κατ’ αποκοπή αποζημίωση που θεσπίζουν χώρες όπως η Γερμανία και η Αυστρία για την ενίσχυση της εθελοντικής πλασμοδοσίας είναι σύμφωνη με την ευρωπαϊκή νομολογία σχετικά με τον εθελοντικό χαρακτήρα της. Τρίτον, περίπου 300.000 ασθενείς στην Ευρώπη χρειάζονται φάρμακα παράγωγα πλάσματος για την αντιμετώπιση παθήσεων που συνήθως είναι κρίσιμες για τη ζωή τους.
Η ψυχολογική διάσταση της αντιπαράθεσης
Μια πρόσφατη μελέτη του Πανεπιστημίου Rutgers με δείγμα σχεδόν 4.500 ατόμων φωτίζει μια παράμετρο που συχνά αγνοείται στη δημόσια συζήτηση. Η λεπτή διαφορά ανάμεσα σε «αμοιβή» και «αναγνώριση» μπορεί να κάνει τεράστια διαφορά στην ανταπόκριση του κοινού. Οι ίδιοι άνθρωποι που απορρίπτουν μια «πληρωμή» για αιμοδοσία, μπορεί να ανταποκριθούν θετικά σε μια συμβολική δωροκάρτα που παρουσιάζεται ως «ευχαριστία». Η πιθανότητα αιμοδοσίας ανεβαίνει σημαντικά όταν συνδυαστεί με δημόσια αναγνώριση και επίκληση ενός αλτρουιστικού σκοπού, ενώ πέφτει όταν η πράξη φαίνεται «συναλλακτική» χωρίς το ηθικό αφήγημα.
Η ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλημμα χωρίς εύκολη λύση. Η πλήρης απαγόρευση κάθε αποζημίωσης οδηγεί σε χρόνιες ελλείψεις και εξάρτηση από εισαγωγές, επιβαρύνοντας τόσο τον κρατικό προϋπολογισμό όσο και τους ασθενείς. Η πλήρης απελευθέρωση χωρίς αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο εγείρει ηθικές ανησυχίες. Οι εμπειρίες από το εξωτερικό υποδεικνύουν ότι ένα υβριδικό μοντέλο -με ισχυρή κρατική εποπτεία, διαφάνεια, αυστηρούς ελέγχους ασφάλειας και συμβολική αποζημίωση -που παρουσιάζεται ως αναγνώριση και όχι ως αμοιβή- μπορεί να λειτουργήσει. Ωστόσο, η δημόσια εμπιστοσύνη είναι εύθραυστη. Η πρόσβαση σε κρίσιμες θεραπείες είναι αναφαίρετο δικαίωμα των ασθενών, και ο τελικός στόχος που πρέπει να διασφαλιστεί είναι να ικανοποιείται η ανάγκη των ασθενών για φάρμακα που προέρχονται από πλάσμα και σώζουν ζωές.
Η συζήτηση για το πλάσμα δεν είναι μόνο συζήτηση για χρήματα ή για ηθική. Είναι συζήτηση για το αν μια κοινωνία είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει τις πρακτικές ανάγκες της χωρίς να χάσει τις αξίες της -και αυτό δεν είναι ποτέ μια απλή εξίσωση.

























