Τα τελευταία χρόνια έχουν προκύψει σημαντικά νέα δεδομένα από μεγάλης κλίμακας μελέτες και συστηματικές αναλύσεις που ενισχύουν την υπόθεση ότι η υγεία των σκελετικών μυών -και όχι απλώς η απώλεια λίπους- μπορεί να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την πρόληψη και τη διαχείριση του διαβήτη τύπου 2 και των καρδιομεταβολικών νοσημάτων.
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα προέρχεται από μια πρόσφατη μελέτη που αξιοποίησε δεδομένα του UK Biobank σε σχεδόν 142.000 ενήλικες χωρίς αρχική διάγνωση διαβήτη. Η μελέτη αυτή διαπίστωσε ότι άτομα με υψηλότερη μυϊκή δύναμη (εκτιμημένη ως δύναμη λαβής ανά μονάδα άλιπης μάζας) είχαν περίπου 44 % χαμηλότερο κίνδυνο να αναπτύξουν διαβήτη τύπου 2 σε μια περίοδο 7,4 ετών, ακόμη και όταν λήφθηκε υπόψη και ο γενετικός κίνδυνος για τη νόσο. Το αποτέλεσμα αυτό επιμένει μετά τον έλεγχο για παράγοντες κινδύνου όπως ηλικία, σωματική σύσταση και τρόπος ζωής, και δείχνει ότι η μυϊκή δύναμη αποτελεί ανεξάρτητο προστατευτικό παράγοντα έναντι της εμφάνισης διαβήτη.
Αξιοσημείωτο είναι ότι η ίδια μελέτη παρατήρησε αλληλεπίδραση μεταξύ μυϊκής δύναμης και γενετικής ευαισθησίας στον διαβήτη, υποδηλώνοντας ότι ακόμη και άτομα με υψηλή γενετική προδιάθεση μπορούν να μειώσουν σημαντικά τον απόλυτο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη όταν έχουν καλή μυϊκή δύναμη.
Η σημασία της μυϊκής δύναμης τονίζεται περαιτέρω από συστηματική ανασκόπηση που έδειξε ότι τόσο η μυϊκή μάζα όσο και η μυϊκή δύναμη συνδέονται αντιστρόφως με την επίπτωση του διαβήτη τύπου 2 σε μεγάλο αριθμό επιδημιολογικών μελετών. Αυτό σημαίνει ότι όσο καλύτερη είναι η μυϊκή κατάσταση ενός ατόμου, τόσο μικρότερος είναι ο κίνδυνος να αναπτύξει διαβήτη, ανεξαρτήτως παραγόντων όπως φύλο ή Δείκτης Μάζας Σώματος.
Προγράμματα ενδυνάμωσης βελτιώνουν άμεσα την ινσουλινοευαισθησία
Η μυϊκή ενδυνάμωση μέσω προγραμμάτων άσκησης με αντιστάσεις έχει αποδειχθεί ότι μπορεί να βελτιώσει άμεσα την ευαισθησία στην ινσουλίνη και να μειώσει δείκτες μεταβολικής δυσλειτουργίας που σχετίζονται με τον διαβήτη τύπου 2. Μετα-ανάλυση 43 κλινικών δοκιμών έδειξε ότι σε μεσήλικες και ηλικιωμένους ενήλικες με ήδη υπάρχον διαβήτη τύπου 2, η αντίσταση στην ινσουλίνη (εκτιμώμενη μέσω δεικτών όπως HOMA-IR), τα επίπεδα νηστείας της γλυκόζης και της HbA1c βελτιώθηκαν σημαντικά μετά από προγράμματα αντιστάσεων, ενώ ταυτόχρονα αυξήθηκε η μυϊκή μάζα και η δύναμη.
Επιπλέον, σε άτομα με διαβήτη τύπου 2 υψηλής μεταβολικής δυσλειτουργίας, ενδυνάμωση των μυών έχει συνδεθεί με μείωση της ινσουλινοαντίστασης και βελτίωση της ρύθμισης του μεταβολισμού, δείχνοντας ότι η δράση στο μυϊκό σύστημα έχει σημαντικό θεραπευτικό δυναμικό πέραν της απλής μείωσης σωματικού βάρους.
Βιολογικοί μηχανισμοί: ο ρόλος των μυοκινών και της μεταβολικής λειτουργίας
Οι μυς δεν είναι απλώς μηχανικές δομές που κινούν το σώμα· αποτελούν μεταβολικά ενεργά όργανα που παίζουν κεντρικό ρόλο στη ρύθμιση της γλυκόζης και της ινσουλινοευαισθησίας. Το μεγαλύτερο μέρος της μεταγευματικής πρόσληψης γλυκόζης από τον οργανισμό λαμβάνει χώρα στους σκελετικούς μυς, και οποιαδήποτε διαταραχή στη λειτουργία τους συμβάλλει στην ινσουλινοαντίσταση που χαρακτηρίζει τον διαβήτη τύπου 2.
Κατά τη διάρκεια της μυϊκής συστολής, οι μύες εκκρίνουν παράγοντες γνωστούς ως μυοκίνες, μικρά πρωτεϊνικά μόρια με εκτεταμένες επιδράσεις στον μεταβολισμό. Αυτές οι μυοκίνες συμβάλλουν στη ρύθμιση της ενεργειακής ομοιόστασης, προάγουν την πρόσληψη γλυκόζης και λιπιδίων από τα κύτταρα και μπορεί να μειώσουν τη φλεγμονή, ενισχύοντας την ευαισθησία στην ινσουλίνη και προστατεύοντας από μεταβολικές διαταραχές.
Παράλληλα, το πρότυπο έκκρισης μυοκινών φαίνεται να διαφέρει μεταξύ υγιών ατόμων και ατόμων με διαβήτη τύπου 2, ενισχύοντας την ιδέα ότι η λειτουργική κατάσταση των μυών δεν επηρεάζει μόνο την τριβή με τη γλυκόζη αλλά και την ενδοκρινική ρύθμιση της ινσουλίνης.
Συμπέρασμα
Η επιστημονική πρόοδος τα τελευταία χρόνια υποστηρίζει ολοένα και περισσότερο την ιδέα ότι η μυϊκή υγεία -συγκεκριμένα η δύναμη και η λειτουργική απόδοση των μυών- αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την υγεία του μεταβολισμού και την πρόληψη του διαβήτη τύπου 2. Αν και ο Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) και η απώλεια λίπους παραμένουν σημαντικοί παράγοντες κινδύνου, τα δεδομένα δείχνουν ξεκάθαρα ότι η ενδυνάμωση των μυών και η βελτίωση της μυϊκής λειτουργίας μπορεί να είναι ακόμα πιο σημαντική για τη μείωση του κινδύνου εμφάνισης της νόσου, ειδικά σε άτομα όλων των επιπέδων γενετικού κινδύνου.

























