Όλοι γνωρίζουμε ότι το κάπνισμα βλάπτει, αλλά λίγοι συνειδητοποιούν το πόσο. Τα νούμερα δεν πρέπει να αγνοούνται. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο καπνός σκοτώνει κάθε χρόνο περισσότερους ανθρώπους από το αλκοόλ, τα ναρκωτικά, τα τροχαία ατυχήματα, τις αυτοκτονίες και τους φόνους μαζί. Κάθε τσιγάρο αφαιρεί 20 λεπτά από τη ζωή του καπνιστή. Τα νέα δεν είναι, ωστόσο, όλα άσχημα. Στις ΗΠΑ, το ποσοστό των καπνιστών έχει πέσει δραματικά: από 41% το 1944 σε μόλις 11% το 2024. Αυτή η πτώση δεν ήρθε τυχαία, είναι αποτέλεσμα δεκαετιών νομοθετικών παρεμβάσεων και εκτεταμένων εκστρατειών ενημέρωσης.
Το κάπνισμα δεν βλάπτει μόνο αυτόν που ανάβει το τσιγάρο. Ο παθητικός καπνός είναι επίσης επικίνδυνος για τους γύρω. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μόνο το 2017, περίπου 24.000 θάνατοι αποδόθηκαν στην έκθεση στον παθητικό καπνό στο σπίτι. Τα παιδιά είναι ιδιαίτερα ευάλωτα. Έρευνες δείχνουν ότι η εφαρμογή νομοθεσίας για χώρους χωρίς καπνό συνδέεται με σημαντική μείωση των περιγεννητικών θανάτων, των πρόωρων γεννήσεων και των νοσηλειών παιδιών για λοιμώξεις του αναπνευστικού.
Μια από τις πιο αποτελεσματικές στρατηγικές κατά του καπνίσματος τις τελευταίες δεκαετίες ήταν η δημιουργία περιβαλλόντων χωρίς καπνό. Εστιατόρια, χώροι εργασίας, σχολικές αυλές, αθλητικές εγκαταστάσεις, στάσεις λεωφορείων -όλα αυτά μετασχηματίστηκαν σταδιακά σε χώρους όπου το κάπνισμα έπαψε να είναι αποδεκτό. Τα αποτελέσματα στην Ευρώπη είναι ενθαρρυντικά. Μετά την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας, το ποσοστό έκθεσης των Ευρωπαίων πολιτών στον καπνό σε μπαρ και καφετέριες έπεσε από 46% το 2009 σε 20% το 2017, και στα εστιατόρια από 31% σε μόλις 9%. Χώρες όπως η Γαλλία και η Ιρλανδία υπήρξαν πρωτοπόρες, και σύμφωνα με μελέτη του Ευρωπαϊκού Δικτύου Καρδιάς, τέτοιες ολοκληρωμένες απαγορεύσεις μείωσαν την έκθεση στον παθητικό καπνό κατά 80% στους δημόσιους χώρους. Τον Ιανουάριο του 2025, το Μιλάνο έκανε ένα ακόμα τολμηρό βήμα, απαγορεύοντας το κάπνισμα σε δρόμους και πολυσύχναστους εξωτερικούς χώρους -την πιο αυστηρή απαγόρευση στην Ιταλία μέχρι σήμερα. Τον Δεκέμβριο του 2024, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υιοθέτησε νέα σύσταση προς τα κράτη μέλη για επέκταση των πολιτικών χωρίς καπνό σε βασικούς εξωτερικούς χώρους, συμπεριλαμβάνοντας τα νέα προϊόντα όπως τα ηλεκτρονικά τσιγάρα και τα θερμαινόμενα προϊόντα καπνού.
Η Ελλάδα παρουσιάζει μια ιδιαίτερη περίπτωση στον ευρωπαϊκό χάρτη. Από τη μία πλευρά είναι ανάμεσα στις χώρες με τις αυστηρότερες νομοθετικές διατάξεις για χώρους χωρίς καπνό και από την άλλη η εφαρμογή παραμένει ανομοιόμορφη. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΕ για το 2024, περίπου το 36% των Ελλήνων καπνίζει, έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου 24%. Ωστόσο, το 45% των Ελλήνων τάσσεται υπέρ της απαγόρευσης του καπνίσματος σε εξωτερικούς χώρους, όπως πάρκα και δημόσιες εισόδους.
Μια τολμηρή πρόταση
Πέρα από τους χώρους, το επόμενο μεγάλο βήμα είναι η δημιουργία μιας γενιάς χωρίς καπνό. Η ιδέα είναι απλή: νομοθεσία που καθιστά παράνομη την πώληση τσιγάρων σε άτομα κάτω των 21 ετών. Η εστίαση δεν είναι στην ποινικοποίηση των νέων που καπνίζουν, αλλά στον περιορισμό της πρόσβασής τους στο προϊόν. Η πρόταση αυτή διατυπώθηκε για πρώτη φορά από ερευνητές υγείας το 2010 και σταδιακά αρχίζει να γίνεται πραγματικότητα. Το 2021, η πόλη Brookline της Μασαχουσέτης έγινε η πρώτη στις ΗΠΑ που υιοθέτησε αυτή την πολιτική. Το 2022, η Νέα Ζηλανδία ακολούθησε, αν και κατήργησε τον νόμο το 2024, αποδεικνύοντας ότι τέτοιες πολιτικές συναντούν ισχυρές αντιστάσεις. Το 2025, οι Μαλδίβες έγιναν η πρώτη χώρα στον κόσμο που θέσπισε πλήρη πανεθνική απαγόρευση.
Στην Ευρώπη, το κίνημα αυτό αποκτά δυναμική. Υπουργοί Υγείας των 27 κρατών μελών συναντήθηκαν στις Βρυξέλλες για να στηρίξουν αυστηρότερα μέτρα κατά του παθητικού καπνίσματος, με προτάσεις που περιλαμβάνουν απαγόρευση καπνίσματος κοντά σε παιδικές χαρές, καφετέριες και άλλους δημόσιους χώρους. Στην Ολλανδία, ένα φιλόδοξο πρόγραμμα με στόχο τη δημιουργία γενιάς χωρίς καπνό έως το 2040 ενεργοποίησε το 90% των ολλανδικών δήμων να λάβουν μέτρα για την απαγόρευση του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους -σχολικές αυλές, παιδικές χαρές, αθλητικές εγκαταστάσεις και στάσεις λεωφορείων- με αποτέλεσμα μια δραματική αύξηση των εγγραφών σε προγράμματα διακοπής καπνίσματος.
Η κύρια ένσταση απέναντι σε τέτοιες ρυθμίσεις αφορά την ατομική αυτονομία. Νόμοι για τις ζώνες ασφαλείας, τα κράνη ή τα όρια ταχύτητας θέτουν από καιρό όρια στην ατομική ελευθερία προς όφελος της δημόσιας ασφάλειας. Το κάπνισμα, μάλιστα, έχει μία ιδιαιτερότητα, βλάπτει και τους γύρω. Η έκθεση στον παθητικό καπνό στο σπίτι, στο αυτοκίνητο ή στον χώρο εργασίας -ιδιαίτερα για τα παιδιά- δεν είναι ζήτημα προσωπικής επιλογής, και αυτό ακριβώς καθιστά τη δημόσια παρέμβαση όχι απλώς νόμιμη, αλλά ηθικά επιβεβλημένη. Η ιδέα να δούμε τα σημερινά παιδιά να μεγαλώνουν σε έναν κόσμο χωρίς τσιγάρο δεν είναι αδιανόητη όπως φαινόταν κάποτε η απαγόρευση του καπνίσματος στα καφενεία. Το ερώτημα δεν είναι αν μπορεί να δημιουργηθεί μια γενιά χωρίς καπνό, αλλά αν υπάρχει η συλλογική θέληση να γίνει.

























