Οστεοπόρωση: Διατροφή, άσκηση, φάρμακα και θεραπεία

osteoporosis uerapeia farmaka askhsh diatrofhΟστεοπόρωση (οsteoporosis) σημαίνει οστά με πόρους. Πρόκειται είναι μια διαταραχή του μεταβολισμού των οστών που χαρακτηρίζεται από μειωμένα επίπεδα οστικής μάζας και από καταστροφή της μικροαρχιτεκτονικής των οστών. Το αποτέλεσμα είναι τα οστά να χάνουν δύναμη και αντοχή με το πέρασμα των χρόνων, να γίνονται πιο λεπτά και ευπαθή, και τελικά να είναι επιρρεπή σε κατάγματα, κυρίως στην σπονδυλική στήλη, στους γοφούς και στους καρπούς. Ως ένα σημείο, η οστεοπενία (osteopenia), δηλαδή η χαμηλή οστική πυκνότητα, είναι μια φυσιολογική διαδικασία, παράλληλη με τη γήρανση, αλλά η οστεοπόρωση θεωρείται σήμερα πάθηση. Η διατροφή και η άσκηση παίζουν πολύ μεγάλο ρόλο στην πρόληψη της νόσου.

Η απώλεια της οστικής µάζας παρατηρείται και στα δύο φύλα µε την ηλικία αλλά συνήθως παρουσιάζεται στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση. Σύμφωνα με τα διεθνή στοιχεία 1 στις 3 γυναίκες και 1 στους 8 άνδρες άνω των 50 ετών θα υποστούν οστεοπορωτικό κάταγμα. Υπάρχουν όμως πολλές περιπτώσεις οστεοπόρωσησης σε νεαρούς άνδρες και γυναίκες, ή ακόμα και παιδιά, μια ανεξήγητη κατάσταση που ονομάζεται ιδιοπαθή οστεοπόρωση.

Το πρόβλημα με την οστεοπόρωση είναι ότι δεν υπάρχουν ευδιάκριτα συμπτώματα ή προειδοποιητικά σημεία της πάθησης γι’ αυτό και αναφέρεται ως σιωπηλή ασθένεια. Τα συμπτώματα μπορούν εμφανιστούν με πόνους στη σπονδυλική στήλη λόγω μικροκαταγμάτων ή με καθίζηση ή παραμόρφωση των σπονδύλων με αποτέλεσμα την κύφωση ή ελάττωση του ύψους του πάσχοντα. Πολλές φορές ο πόνος στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης μετά από ορθοστασία είναι και το μοναδικό σύμπτωμα οστεοπόρωσης.

Οστά

Τα οστά αποτελούνται από μια συμπαγής οργανική ύλη (αποτελείται κατά 95% από κολλαγόνο τύπου I) η οποία ενισχύεται σημαντικά από συνεχείς εναποθέσεις αλάτων ασβεστίου και άλλων µεταλλικών στοιχείων (κυρίως φώσφορος και μαγνήσιο). Στα συμπαγή οστά (όχι δηλαδή στα κοίλα οστά όπως είναι αυτά του κρανίου), η μέση αναλογία βάρους είναι 30% οργανική ύλη και 70% άλατα. Οι ίνες κολλαγόνου των οστών έχουν ισχυρές εκτατικές ιδιότητες, όπως αυτές των τενόντων ενώ, τα άλατα ασβεστίου έχουν ισχυρές συμπιεστικές ιδιότητες. Ο συνδυασμός των παραπάνω ιδιοτήτων και ο τρόπος με των οποίων είναι στενά συνδεδεμένο το κολλαγόνο με τα άλατα ασβεστίου, δίνει μια ισχυρή, συμπαγή κατασκευή.

Η μάζα των οστών δεν παραμένει σταθερή. Κάθε χρόνο ανακυκλώνεται το 10-30% των οστών. Μια ομάδα κυττάρων που ονομάζονται οστεοκλάστες διαβρώνει τα οστά και μια άλλη ομάδα κυττάρων, που ονομάζονται οστεοβλάστες, αναδομεί τα οστά. Στις νεαρές ηλικίες οι οστεοβλάστες συνθέτουν περισσότερα οστά από αυτά που καταστρέφονται από τους οστεοκλάστες. Έτσι, αρχικά, όσο μεγαλώνουμε ο σκελετός μας γίνεται όλο και πιο στιβαρός, για να φτάσει η οστική μας μάζα στο αποκορύφωμα της, περίπου στα 30-35 χρόνια για τους άνδρες και στα 25-30 χρόνια για τις γυναίκες. Από εκεί και πέρα αρχίζουμε να χάνουμε περισσότερη οστική μάζα από αυτήν που ο οργανισμός μας μπορεί να αναδομήσει με αποτέλεσμα να αρχίζει μια κατεύθυνση που μπορεί να οδηγήσει στην οστεοπενία.

Αν μετά τα 35 εξαφανίζεται το 0,3-0,5% της οστικής μάζας κάθε χρόνο, μετά από 30 χρόνια θα έχει χαθεί περίπου το 10-15% των οστών, και αυτός ο βαθμός απώλειας της οστικής μάζας συμβαίνει κατά τη φυσιολογική γήρανση. Αν όμως εξαφανίζεται το 1% των οστών κάθε χρόνο, τότε θα έχει χαθεί το 30% των οστών και θα υπάρχει σοβαρό πρόβλημα οστεροπόρωσης. Το πρόβλημα δεν γίνεται αντιληπτό διότι δεν υπάρχουν συμπτώματα. Έτσι, συνήθως, κάποιος πληροφορείται από το γιατρό του ότι πάσχει από οστεοπόρωση όταν του συμβεί το πρώτο κάταγμα.

Μορφές οστεοπόρωσης

Η οστεοπόρωση διαιρείται σε πρωτοπαθή και δευτεροπαθή οστεοπόρωση.

Στην πρωτοπαθή οστεοπόρωση ανήκουν: α) Η μετεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση, β) Η γεροντική οστεοπόρωση και γ) Η ιδιοπαθής οστεοπόρωση, που εμφανίζεται σε αγόρια και κορίτσια στην εφηβική ηλικία, αλλά και σε νεαρούς ενήλικες άνδρες και γυναίκες, και έχει σχετικά περιορισμένη χρονική διάρκεια. Κατά την τελευταία δεκαετία διαπιστώθηκε ότι το 10-14% του πληθυσμού πάσχει από ιδιοπαθή (άγνωστης αιτιολογίας) οστεοπόρωση.

Η δευτεροπαθής οστεοπόρωση προκαλείται πάντοτε από συγκεκριμένη ασθένεια, όπως η νόσος Cushing, ο διαβήτης, ο υπερπαραθυρεοειδισμός, η χρήση κορτικοειδών, η δρεπανοκυτταρική αναιμία, το πολλαπλούν μυέλωμα, η παρατεταμένη ακινητοποίηση, κ.ά.

Η μετεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση εμφανίζεται σε γυναίκες, μετά την εμμηνόπαυση, όταν εκλείψουν τα προστατευτικά, για τα οστά, οιστρογόνα του οργανισμού. Τα οιστρογόνα είναι ορμόνες που παράγονται κυρίως από τις ωοθήκες και λιγότερο από τα επινεφρίδια και προφυλάσσουν από την οστεοπόρωση. Μετά την ηλικία των 35 αρχίζει μία σταδιακή απώλεια της οστικής μάζας και στα δύο φύλα, με ένα ρυθμό της τάξης του 0.3-0.5% το χρόνο. Όμως μετά την εμμηνόπαυση, λόγω της ταχείας μείωσης των οιστρογόνων, ο ρυθμός αυτός αυξάνεται σημαντικά στις γυναίκες φτάνοντας το 1-3% απώλεια οστικής μάζας το χρόνο ενώ μπορεί να φτάσει ακόμα και μέχρι στο 7-8%.

Η ταχύτατη  απώλεια  των οστών  µετά  την  εµµηνόπαυση  συνδέεται  µε  αυξηµένη δραστηριότητα των οστεοκλαστών. Καθώς ελαττώνονται τα οιστρογόνα οι οστεοκλάστες γίνονται πιο δραστήριοι, εισδύουν πολύ βαθιά µέσα στα οστά και τα διαβρώνουν. Κατά την εµµηνόπαυση η απώλεια της οστικής µάζας στα δοκιδώδη οστά (εκάνη, καρπός, σπόνδυλοι) είναι τριπλάσια από  αυτής  στα  συµπαγή.  Συνεπώς  τα  κατάγµατα  των  σπονδύλων  και  της  λεκάνης είναι πιο συχνά. Σημειώστε πως όταν μια γυναίκα παρουσιάσει εμμηνόπαυση πριν την ηλικία των 45 ετών, αυτό σημαίνει ότι έχει πρόωρα μειωμένη παραγωγή οιστρογόνων και γι’ αυτό είναι σε κίνδυνο για ανάπτυξη οστεοπόρωσης. Το κάπνισμα προκαλεί  χαμηλότερα  επίπεδα  οιστρογόνων  στις γυναίκες και κατά συνέπεια οι καπνίστριες βιώνουν την εμμηνόπαυση νωρίτερα από αυτές που δεν καπνίζουν.

Η ιδιοπαθής οστεοπόρωση εμφανίζεται κυρίως σε νεαρούς άνδρες και σε γυναίκες. Οι ασθενείς με οστεοπόρωση ιδιοπαθούς μορφής, παρουσιάζουν σημαντικές απώλειες ασβεστίου και φωσφόρου. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η πάθηση είναι αυτοπεριοριζόμενη, δηλαδή, όπως αναιτιολόγητα εμφανίστηκε, έτσι, χωρίς να είναι γνωστός ο μηχανισμός, μειώνεται η ένταση και τα συμπτώματά της, έως ότου εξαφανίζεται πλέον από τον οργανισμό. Η ανάρρωση του οργανισμού διαρκεί 4-5 περίπου χρόνια, μετά το πέρας των οποίων, δεν υπάρχει καμία κλινική ή εργαστηριακή ένδειξη ύπαρξης οστεοπόρωσης.

Ιδιοπαθή οστεοπόρωση εμφανίζουν και μερικές νεαρές γυναίκες ύστερα από μια εγκυμοσύνη. Οι γυναίκες αυτές εμφανίζουν σημαντική μείωση της οστικής τους μάζας και δεν πρέπει να τους επιτρέπεται ο θηλασμός καθώς οι  απώλειες  ασβεστίου  μέσω του θηλασμού είναι αρκετά  υπολογίσιμες.

Φάρμακα

Για την οστεοπόρωση μπορεί να ευθύνονται και ορισμένα φάρμακα όπως είναι η κορτιζόνη, οι αναστολείς αντλίας πρωτονίων (φάρμακα για το στομάχι), τα τα αντιεπιληπτικά, τα αντικαταθλιπτικά κλπ. Η χρόνια χορήγηση κορτικοστεροειδών, για περισσότερο από 3 μήνες, σε δόση μεγαλύτερη των 5 mg την ημέρα, είναι γνωστό και καλά τεκμηριωμένο ότι αυξάνει την οστεοπόρωση. Τα κορτικοστεροειδή μειώνουν την απορρόφηση του ασβεστίου από το έντερο και αυξάνουν την αποβολή του από τα νεφρά άρα επηρεάζουν αρνητικά  την οστική αναδόμηση προκαλώντας οστεοπόρωση.

Σημειώστε ότι η θυροξίνη, μια ορμόνη που χορηγείται σε όσους ο θυρεοειδής αδένας παράγει λίγη ποσότητα (πάσχουν από υποθυρεοειδισμό) μπορεί να προκαλέσει οστεοπόρωση όταν δίνεται σε υπερβολικές ποσότητες. Υπολογίζεται ότι ποσοστό 20% ανθρώπων μεγαλύτερης ηλικίας παίρνουν θυροξίνη ακολουθώντας  μακροχρόνια αγωγή για υποθυρεοειδισμό. Οι ασθενείς αυτοί πρέπει να ελέγχονται τακτικά και να βεβαιώνεται  ότι δεν λαμβάνουν υπερβολική δοσολογία θυροξίνης.

Διατροφή: Ασβέστιο και βιταμίνη D

Τα γονίδια καθορίζουν το 60-70% της οστικής μάζας ωστόσο κατά 30-40% μπορεί να τροποποιηθεί με τη διατροφή και την άσκηση. Η τυχόν απώλεια οστικής μάζας κατά τη παιδική και εφηβική ηλικία είναι αναστρέψιμη με την προϋπόθεση της σωστής διατροφής, της επαρκούς πρόσληψης ασβεστίου και βιταμίνης D και της σωματικής άσκησης.

Έχει μεγάλη σημασία να καταναλώνει κανείς τροφές που περιέχουν ασβέστιο και βιταμίνη D ενώ τελευταία έχει αναδειχθεί και ο ρόλος που διαδραματίζει το μαγνήσιο. Η βιταμίνη C και η βιταμίνη Κ είναι επίσης σημαντικές για γερά οστά. Το ασβέστιο είναι βασικό συστατικό των οστών και όταν λείπει από τη διατροφή, τα οστά δεν μπορούν να δημιουργηθούν. Έχει σημασία όχι μόνο πόσο ασβέστιο υπάρχει στη διατροφή αλλά πόσο ασβέστιο απορροφά το σώμα από τις τροφές. Η απορρόφηση του ασβεστίου εξαρτάται από διάφορους παράγοντες και κυρίως από το αν υπάρχει αρκετή βιταμίνη D στο σώμα. Για να απορροφηθούν τα περίπου 200-350 mg ασβεστίου που έχει ανάγκη καθημερινά το σώμα, πρέπει να υπάρχει ικανοποιητική παραγωγή βιταμίνης D, η οποία δυστυχώς μειώνεται με την πάροδο των χρόνων. Από το ίδιο φαγητό, ένα παιδί μπορεί να απορροφήσει το 50% του ασβεστίου και ένας ενήλικας μόνο το 15%.

Για τη διατροφική πρόληψη της οστεοπόρωσης έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια η εντύπωση ότι πρέπει να αποφεύγεται τη μεγάλη κατανάλωση αναψυκτικών τύπου κόλα. Τα αναψυκτικά τύπου κόλα πιθανώς να επηρεάζουν την υγεία των οστών, προκαλώντας αυξημένο κίνδυνο για οστεοπόρωση. Σε μια μελέτη που αφορούσε περισσότερα από 2.500 άτομα μέσης ηλικίας 60 ετών, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η κατανάλωση αναψυκτικών τύπου κόλα συσχετίστηκε με χαμηλότερη οστική πυκνότητα ανεξαρτήτως ηλικίας και συνολικής πρόσληψης ασβεστίου και βιταμίνης D.

Ο ακριβής μηχανισμός πίσω από τη παραπάνω συσχέτιση δεν είναι ξεκάθαρος. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι το φωσφορικό οξύ (phosphoric acid) που περιέχουν τα αναψυκτικά τύπου κόλα δημιουργεί ένα όξινο περιβάλλον στο αίμα (μειώνει το pH) το οποίο το σώμα προσπαθεί να εξουδετερώσει καταστρέφοντας το ασβέστιο από τα οστά. Να σημειωθεί ότι το φωσφορικό οξύ περιέχεται μόνο σε αναψυτικά τύπου κόλα (Coca, Pepsi κλπ).

Η άποψη ωστόσο ότι το φωσφορικό οξύ ότι μπορεί να συμβάλει στην οστεοπόρωση δεν είναι τεκμηριωμένη. Ενδεχομένως η καφείνη που περιέχεται σε ορισμένα αναψυκτικά να ευθύνεται για το βλαβερό αποτέλεσμα. Σε μια μελέτη βρέθηκε ότι μόνο τα αναψυκτικά που περιέχουν καφείνη (και όχι αυτά που περιέχουν φωσφορικό οξύ) προκαλούν αυξημένη απέκριση του ασβεστίου μέσω των ούρων.  Η καφείνη είναι ένα συστατικό πολλών αναψυκτικών και έχει εντοπιστεί ως παράγοντας κινδύνου για οστεοπόρωση. Τα ευρήματα πάντως δείχνουν ότι μόνο οι υψηλές δόσεις καφείνης (και όχι μια μέτρια δοσολογία) σχετίζονται με την οστεοπόρωση. Η μέση περιεκτικότητα καφεΐνης στον αλεσμένο καβουρδισμένο καφέ είναι 85 mg ανά 150 ml (ένα φλιτζάνι) ενώ στον στιγμιαίο καφέ είναι 60 mg. Μέτρια κατανάλωση καφεΐνης θεωρείται λιγότερο από 300 mg την ημέρα. Στην Ευρώπη οι ενήλικες καταναλώνουν κατά μέσον όρο 200 mg καφεΐνη την ημέρα (από 100 ώς 400 mg) κυρίως από τον καφέ, το τσάι και τα «ενεργειακά ποτά».

Να σημειωθεί ότι είναι πλέον τεμηριωμένο πως το αλάτι ότι κάνει ζημιά στα κόκαλα. Για κάθε 2,5 γραμμάρια νατρίου που εισέρχονται στο σώμα, χάνονται 50 mg ασβεστίου μέσω των ούρων.

Από την άλλη μεριά οι πρωτείνες δεν θεωρείται πλέον ότι κάνουν κακό στα οστά διότι αν και οδηγούν το ασβέστιο στα ούρα, αυξάνουν την απορρόφηση του ασβεστίου από τη διατροφή.

Άσκηση

Η οστεοπόρωση θεωρείται νόσος αλλά αρκετοί τονίζουν ότι πρόκειται ουσιαστικά για μια κακή προσαρμογή των οστών στον καθιστικό τρόπο ζωής. Όταν δεν υπάρχει αρκετή άσκηση ή φυσική δραστηριότητα τα οστά γίνονται πορώδη. Συχνά τονίζεται ο ρόλος του ασβεστίου και της διατροφής αλλά ακόμα κι αν καταπιεί κάποιος το ασβέστιο όλου του κόσμου δεν θα αποφύγει την οστεοπόρωση στην περίπτωση που μένει ξαπλωμένος όλη μέρα στο κρεβάτι. Οι σημερινοί πρωτόγονοι άνθρωποι έχουν πιο γερά οστά από τον δυτικό άνθρωπο παρότι καταναλώνουν λιγότερο ασβέστιο (δεν έχουν γαλακτοκομικά προϊόντα).

Όταν συγκρίνονται κόκαλα καθιστικών ανθρώπων και αθλητών υπάρχει μεγάλη διαφορά στη πυκνότητά τους και το συμπέρασμα είναι: ναι, σκεφτείτε την διατροφή σας αλλά ανησυχήστε αν φυσική σας δραστηριότητα είναι χαμηλή διότι αυτή διεγείρει την εναπόθεση του ασβεστίου στα οστά. Το ασβέστιο τοποθετείται στα οστά όταν υπάρχει άσκηση. Κάποιοι Ρώσοι κοσμοναύτες που έζησαν για μήνες στο διάστημα είχαν εκτεταμένη απώλεια οστικής μάζας και επιστρέφοντας στη Γη μεταφέρονταν με καροτσάκι. Και βέβαια, το ταξίδι στον Άρη που χρειάζεται ένα χρόνο για να ολοκληρωθεί δεν μπορεί να γίνει προς το παρόν διότι θα αφήσει ανάπηρο το πλήρωμα.

Αυτό που μπορούμε να πούμε για την άσκηση είναι ότι τα οστά έχουν την ικανότητα  να προσαρμόζονται στις δυνάμεις που παράγονται από τις μυϊκές ομάδες που προσφύονται σε αυτά. Ένα απλό παράδειγμα της ανταπόκρισης και προσαρμογής αυτής των οστών είναι η αύξηση της μάζας τους βραχιόνιου οστού στους αθλητές του μπάσκετ. Σε μια έρευνα, ζητήθηκε από μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες να σφίγγουν τρεις φορές τη μέρα με τη μέγιστή τους δύναμη μια μπάλα του τένις και παρατηρήθηκε ότι, εκτός από αύξηση της δύναμης των μυών του χεριού, υπήρξε και αύξηση της πυκνότητας των οστών της περιοχής. Νεότερες  όμως  έρευνες  έδειξαν ότι, τα παραπάνω  οφέλη από  την εκτέλεση των διαφόρων κινητικών δραστηριοτήτων ήταν προσωρινά και ότι για την καταπολέμηση του προβλήματος της οστεοπόρωσης χρειάζεται συνέπεια στην εκτέλεση των δραστηριοτήτων.

Η καλύτερη άσκηση πάντως για την πρόληψη της οστεοπόρωσης είναι αυτή στην οποία ασκούνται πιέσεις στα οστά, δηλαδή η άσκηση με βάρη, το ποδήλατο και το τζόκινγκ.

Θεραπεία

Αν η οστεοπόρωση εμφανιστεί στη ζωή σας, τότε επιβάλλεται η θεραπεία της. Τα διάφορα φάρμακα που έχουν ως στόχο να υποχωρήσει ο πόνος και να αυξηθεί ο οστικός μεταβολισμός. Ολες οι θεραπείες, με εξαίρεση τα οιστρογόνα, μπορούν να χορηγηθούν και στους άνδρες. Τα κυριότερα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την όσο το δυνατόν καλύτερη αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης είναι:

  • Τα οιστρογόνα (θεραπεία υποκατάστασης ορμονών). Αφορά τις γυναίκες που βρίσκονται στην εμμηνόπαυση. Με τη χορήγηση οιστρογόνων διατηρείται η οστική πυκνότητα και μειώνεται ο κίνδυνος καταγμάτων. Τα οιστρογόνα επίσης ανακουφίζουν από τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης (εξάψεις, κολπική ξηρότητα κλπ όμως δεν μπορούν όμως να χορηγηθούν σε γυναίκες που πάσχουν από καρκίνο του μαστού, με ηπατική νόσο ή είχαν πρόσφατο καρδιοαγγειακό επεισόδιο.
  • Η καλσιτονίνη η οποία έχει αναλγητική δράση σε ασθενείς με οξύ πόνο λόγω σπονδυλικών καταγμάτων. Είναι κατάλληλη ως εναλλακτική θεραπεία στις γυναίκες που δεν μπορεί να τους χορηγηθούν οιστρογόνα.
  • Τα διφωσφονικά με αποτελεσματική δράση στη μείωση των καταγμάτων. Τα διφωσφονικά είναι τα κυριότερα φάρμακα για τη θεραπεία-αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης. Αποτελούν θεραπεία πρώτης γραμμής για τη διαγνωσμένη οστεοπόρωση, σε γυναίκες. Τα πιο συχνά συνταγογραφούμενα είναι το sodium alendronate, 10 mg/ μέρα ή 70 mg/ 1 φορά την εβδομάδα, το ridedronate, 5 mg/ μέρα ή 35 mg/ 1 φορά την εβδομάδα και το ibandronate, 1 φορά / μήνα. Επειδή απορροφούνται σχετικά δύσκολα, τα από του στόματος διφωσφονικά λαμβάνονται με άδειο στομάχι, χωρίς να ακολουθεί φαγητό ή ποτό για τα επόμενα 30 λεπτά.
  • Τα φθοριούχα. Η λήψη φθορίου βοηθά στο σχηματισμό οστού. Ο προβληματισμός ωστόσο αφορά την ποιότητα του οστού που δημιουργείται και στις διάφορες παρενέργειες που προκαλούνται (ναυτία, εμετός, διάρροια).
  • Τα αναβολικά στεροειδή. Αυξάνουν την οστική πυκνότητα αλλά ταυτόχρονα και τη μυϊκή μάζα. Η παρενέργεια είναι ότι προκαλούν αρρενοποίηση στις γυναίκες (τριχοφυΐα κ.λ.π.).
  • Η ραλοξιφένη. Ένα νέο φάρμακο υπό μελέτη, όπου «μιμείται» την ευεργετική δράση των οιστρογόνων.
  • Το strondium ranelate. Δίνονται 2 γραμμάρια μέρα, από το στόμα. Διεγείρει τον πολλαπλασιασμό των οστεοβλαστών, αναστέλλοντας τον αντίστοιχο των οστεοκλαστών.

Η επιλογή του φαρμάκου είναι αυστηρά έργο του ειδικού γιατρού και εξαρτάται από το φύλο, την ηλικία και τη βαρύτητα της οστεοπόρωσης.

Δείτε επίσης