Παχυσαρκία και ολιγοθερμιδικές γλυκαντικές ύλες: Τι βρήκαν οι μελέτες

Το κείμενο που ακολουθεί είναι από το φυλλάδιο “Ολιγοθερµιδικές Γλυκαντικές Ύλες, Ένας Ασφαλής Σύµµαχος στη ∆ιατροφή των Ατόµων µε ∆ιαβήτη”, το οποίο έχει αναρτηθεί στο site της ΕΔΕ (Ελληνική Διαβητολογική Εταιρεία). 

Παρόλο που η χρήση ολιγοθερμιδικών γλυκαντικών υλών δεν οδηγεί από μόνη της σε ταχύτερη μείωση του βάρους, ενδέχεται να βοηθά τον υποκείμενο στη δίαιτα να συμμορφώνεται με τους κανόνες της για περισσότερο χρόνο, καθώς αυξάνονται η ποικιλία και οι δυνητικές επιλογές και βελτιώνεται η γεύση των φαγητών που επιτρέπει η δίαιτα.

Από τη δεκαετία του 1980, το θέμα της επίδρασης των ολιγοθερμιδικών γλυκαντικών υλών στην πρόσληψη θερμίδων και στο αίσθημα πείνας ή κορεσμού απασχόλησε πολλές εργαστηριακές μελέτες.

Η θεωρία ότι οι ολιγοθερμιδικές γλυκαντικές ύλες ενδέχεται να αυξάνουν την όρεξη και ως εκ τούτου την ποσότητα τροφής που καταναλώνεται, οδηγώντας σε αύξηση του βάρους, κέρδισε προσοχή για πρώτη φορά το 1986, όταν οι Blundell και Hill ανέφεραν ότι η κατανάλωση διαλυμάτων με διάλυμα υψηλής γλυκύτητας δημιουργούσε σε ορισμένα άτομα την αίσθηση ότι είναι πιο πεινασμένα σε σχέση με την περίοδο που έπιναν μόνο νερό.

Η μελέτη αυτή όμως στηρίχτηκε μόνο στη διαβάθμιση της πείνας όπως την έδιναν οι συμμετέχοντες, χωρίς να μετρήσει την πραγματική ποσότητα της τροφής που προσλάμβαναν, στοιχείο το οποίο οι ψυχολόγοι και οι ειδικοί στην παχυσαρκία θεωρούν ότι έχει ουσιαστική σημασία.

Ο Blundell και οι συνεργάτες του προχώρησαν και σε μια μεταγενέστερη έρευνα όπου χρησιμοποίησαν διαλύματα που περιείχαν διάφορες ολιγοθερμιδικές γλυκαντικές, στην οποία δεν παρατηρήθηκε καμία αύξηση στην πραγματική πρόσληψη τροφής.

Από τότε, αρκετές μελέτες έχουν εξετάσει την οξεία επίδραση των ολιγοθερμιδικών γλυκαντικών υλών στο αίσθημα της πείνας και στην ποσότητα της προσλαμβανόμενης τροφής.

Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν ήταν ότι η αντικατάσταση της σακχαρόζης (ζάχαρης) με ολιγοθερμιδικές γλυκαντικές ύλες σε τρόφιμα και ποτά δεν φαίνεται να αυξάνει το αίσθημα της πείνας ή την ποσότητα της προσλαμβανόμενης τροφής, σε άνδρες ή γυναίκες που είτε είχαν κανονικό βάρος είτε ήταν υπέρβαροι.

Γλυκαντικές ύλες με λίγες ή καθόλου θερμίδες, γλυκιά γεύση με μηδενικές θερμίδες

Χωρίς αμφιβολία, τα άτομα που θέλουν να χάσουν κιλά ή να διατηρήσουν το βάρος τους σε υγιή επίπεδα, θα πρέπει να δίνουν μεγάλη προσοχή στη θερμιδική (ενεργειακή) ισορροπία.

Είναι σημαντικό οι θερμίδες που προσλαμβάνουμε να αντισταθμίζονται από τις θερμίδες που καταναλώνουμε, μέσα από ένα λογικό και ισορροπημένο διαιτολόγιο, το οποίο θα συνδυάζεται με συστηματική σωματική δραστηριότητα. Για να χάσουμε βάρος θα πρέπει είτε να καίμε περισσότερες θερμίδες είτε να προσλαμβάνουμε λιγότερες θερμίδες ή και τα δύο. Η ενεργειακή πυκνότητα των διαφόρων τροφών (kcal/g) αποτελεί ένα βασικό παράγοντα όσον αφορά στην πρόσληψη ενέργειας κατά τη διάρκεια ενός γεύματος ή μιας ημέρας.

Αν και το λίπος είναι εκείνο από τα μακροθρεπτικά συστατικά με το μεγαλύτερο θερμιδικό φορτίο (9 Kcal/g), εντούτοις η αντικατάσταση της ζάχαρης (4Kcal/g) με γλυκαντικές ύλες χαμηλής ή μηδενικής περιεκτικότητας σε θερμίδες είναι ένα ακόμα βήμα για να μειώσουμε την ενεργειακή πυκνότητα διαφόρων τροφίμων και ποτών.

Έτσι, οι ολιγοθερμιδικές γλυκαντικές ύλες πρακτικά εξαλείφουν ή μειώνουν σημαντικά τις θερμίδες που περιέχονται σε ορισμένα τρόφιμα και ποτά, και αποτελούν μια εύκολη μέθοδο για να μειωθεί η πρόσληψη θερμίδων, χωρίς να στερούμαστε γλυκιάς γεύσης από το διαιτολόγιό μας.

Όταν η ζάχαρη είναι η κύρια πηγή ενέργειας, όπως π.χ. στα αναψυκτικά, οι γλυκαντικές ύλες που περιέχουν λίγες ή μηδενικές θερμίδες βοηθούν την ενεργειακή πυκνότητα να πλησιάσει σε πρακτικά μηδενικά επίπεδα θερμιδικού φορτίου.

Αντίθετα, σε τροφές με μέση ενεργειακή πυκνότητα, όπως το γιαούρτι ή τα παγωτά, η ζάχαρη είναι μόνο ένα από τα συστατικά που προσθέτουν θερμίδες, με τα υπόλοιπα να είναι είτε λίπη είτε πρωτεΐνες είτε άλλης μορφής υδατάνθρακες.

Σε τροφές με μεγάλη ενεργειακή πυκνότητα, όπως η σοκολάτα, στην οποία περιέχεται εκτός των άλλων σημαντική ποσότητα λίπους, η αντικατάσταση της ζάχαρης από ολιγο θερμιδικές γλυκαντικές ύλες οδηγεί σε σχετικά μικρότερη μείωση της ενεργειακής πυκνότητας, σε σύγκριση πάντα με το κανονικό προϊόν, χωρίς το τελικό προϊόν να θεωρείται χαμηλό σε θερμίδες ή διαιτητικό ή κατάλληλο για άτομα με διαβήτη.

Ο ρόλος των ολιγοθερμιδικών γλυκαντικών υλών στη διαχείριση του σωματικού βάρους

Οι στρατηγικές για την αντιστροφή της ανοδικής τάσης που παρατηρείται στα ποσοστά παχυσαρκίας, θα πρέπει να επικεντρώνονται τόσο στη μειωμένη πρόσληψη θερμίδων όσο και στην αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας μέσω της σωματικής δραστηριότητας.

Οι τροφές που περιέχουν χαμηλές ή μηδενικές θερμίδες βοηθούν τους ανθρώπους να μειώσουν την ημερήσια πρόσληψη ενέργειας, στηρίζοντας την προσπάθεια μείωσης ή διαχείρισης του σωματικού τους βάρους. Οι περισσότερες μελέτες που ερευνούν το ρόλο των ολιγοθερμιδικών γλυκαντικών υλών στον έλεγχο του σωματικού βάρους, έχουν δείξει ότι αν σε μία δίαιτα ελεγχόμενης θερμιδικής πρόσληψης αντικαταστήσουμε κάποια φαγητά ή ποτά με την ‘light’ εκδοχή τους, τότε μπορεί να έχουμε ως αποτέλεσμα τη μείωση της συνολικής ημερήσιας θερμιδικής πρόσληψης.

Όπως επιβεβαιώνεται από την πρωτοποριακή εργασία του K. P. Porikos και των συνεργατών του καθώς και από μελέτες άλλων ερευνητών, οι ολιγοθερμιδικές γλυκαντικές ύλες επιδρούν θετικά στη μείωση της ημερήσιας πρόσληψης θερμίδων. Πιο συγκεκριμένα, το 1977 και το 1982, ο Κ. Ρ Porikos έδειξε ότι τόσο οι παχύσαρκοι, όσο και οι κανονικού βάρους συμμετέχοντες στη μελέτη, που ζούσαν σε στενά ελεγχόμενο νοσοκομειακό περιβάλλον (metabolic ward), κατανάλωσαν συνολικά λιγότερες θερμίδες όταν στην άνευ περιορισμών (ad libitum) δίαιτα που ακολουθούσαν, όλες οι διαθέσιμες πηγές σακχάρων αντικαταστάθηκαν από ασπαρτάμη.

Περαιτέρω έρευνες έδειξαν ότι η χρήση ολιγοθερμιδικών γλυκαντικών υλών ενδεχομένως βοηθά την καλύτερη συμμόρφωση όσων συμμετέχουν σε πιο μακροχρόνια προγράμματα διαχείρισης και ελέγχου του βάρους. Ο Kanders και οι συνεργάτες του μέτρησαν την απώλεια βάρους αλλά και το αίσθημα ευεξίας και δύναμης που ένοιωθαν 59 παχύσαρκοι εθελοντές, άνδρες και γυναίκες, οι οποίοι ζούσαν ελεύθερα, αλλά παράλληλα συμμετείχαν με τη θέλησή τους και σε κάποιο πρόγραμμα ελέγχου βάρους για 12 εβδομάδες.

Η πρώτη πειραματική ομάδα ενθαρρύνθηκε να χρησιμοποιεί γλυκαντικές ύλες με λίγες ή καθόλου θερμίδες, ενώ μια δεύτερη ομάδα κλήθηκε να αποφεύγει οποιαδήποτε τροφή περιείχε κάποια ολιγοθερμιδική γλυκαντική ύλη. Μετά από ένα χρόνο, αποδείχτηκε ότι η διατήρηση της απώλειας βάρους συνδεόταν με την αυξημένη κατανάλωση ολιγοθερμιδικών γλυκαντικών υλών, με μειωμένη διάθεση για γλυκά και με αυξημένο επίπεδο φυσικής δραστηριότητας.

Επίσης, ο Blackburn και οι συνεργάτες του προχώρησαν στη διενέργεια της πρώτης ελεγχόμενης κλινικής δοκιμής μεγάλης κλίμακας, με τη συμμετοχή παχύσαρκων εξωτερικών ασθενών τυχαία κατανεμημένων σε ομάδες. Σκοπός της μελέτης ήταν να διερευνηθεί το κατά πόσο η προσθήκη ολιγοθερμιδικών γλυκαντικών υλών σε ένα σύνθετο πρόγραμμα ελέγχου βάρους, θα βοηθούσε 163 παχύσαρκες γυναίκες να χάσουν περισσότερα κιλά και να διατηρήσουν τον έλεγχο του βάρους τους για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Η κατανομή των γυναικών σε ομάδες έγινε με τυχαίο τρόπο ανάμεσα σε ομάδες που είτε κατανάλωναν είτε απείχαν από τροφές που περιείχαν ασπαρτάμη ως γλυκαντικό. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι παρά το ότι και στις δύο ομάδες οι συμμετέχουσες έχασαν κατά μέσο όρο 10% (~10 κιλά) του αρχικού σωματικού τους βάρους. Εκείνες που κατανάλωσαν ολιγοθερμιδικές γλυκαντικές ύλες είχαν μεγαλύτερη επιτυχία στην προσπάθεια να διατηρήσουν το καινούριο βάρος για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Μετά από 3 χρόνια, τα μέλη της ομάδας που κατανάλωσε τροφές με ασπαρτάμη είχαν καταφέρει να διατηρήσουν τα μισά από τα κιλά που είχαν χάσει στο πρόγραμμα, γεγονός που μεταφράζεται σε ένα σημαντικό ποσοστό μείωσης του αρχικού βάρους ίσο με 5%, κατά μέσο όρο. Στο ίδιο διάστημα, οι συμμετέχουσες που απείχαν από τις τροφές με ασπαρτάμη είχαν κατά μέσο όρο επανακτήσει σχεδόν όλα τα χαμένα κιλά.

Τα ευρήματα αυτά έχουν ιδιαίτερη κλινική σημασία, δεδομένου ότι η διαιτητική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, σε βάθος χρόνου παρουσιά ζει πτωχά ποσοστά επιτυχίας. Σε πιο πρόσφατη εργασία των Mattes και Popkin, η οποία δημοσιεύτηκε το 2009 στο American Journal of Clinical Nutrition, εξετάζονται αναλυτικά τα ευρήματα από 224 μελέτες σχετικά με την επίδραση των ολιγοθερμιδικών γλυκαντικών υλών στην όρεξη, την πρόσληψη τροφής και το σωματικό βάρος. Οι αναλυτές διαπίστωσαν ότι οι πιο μακροχρόνιες δοκιμές δείχνουν πως η χρήση γλυκαντικών υλών με λίγες ή καθόλου θερμίδες οδηγεί σε πρόσληψη λιγότερης ενέργειας. Εάν οι ολιγοθερμιδικές γλυκαντικές ύλες χρησιμοποιηθούν ως υποκατάστατα γλυκαντικών με υψηλότερο ενεργειακό περιεχόμενο, τότε μπορούν να βοηθήσουν στην καλύτερη διαχείριση του σωματικού βάρους.

Μια προγενέστερη ανασκόπηση βιβλιογραφίας των Bellisle και Drewnowski, η οποία δημοσιεύτηκε το 2007, εξέτασε το κατά πόσο η μείωση της ενεργειακής πυκνότητας αναψυκτικών και τροφίμων που έχουν γλυκιά γεύση, μέσω της προσθήκης γλυκαντικών υλών με λίγες ή μηδενικές θερμίδες, μπορεί να αποδειχτεί χρήσιμη στον έλεγχο του σωματικού βάρους. Η ανάλυση που έκαναν σε διάφορες κλινικές και επιδημιολογικές μελέτες κατέληξε στο ότι οι ολιγοθερμιδικές γλυκαντικές ύλες, παρόλο που δεν είναι το απόλυτο όπλο κατά της παχυσαρκίας, μπορούν να βοηθήσουν τους ανθρώ- πους να μειώσουν την ενεργειακή τους πρόσληψη.

Εξετάζοντας παλαιότερες μελέτες, ο De la Hunty και οι συνεργάτες του το 2006 έδειξαν στη μεταανάλυση που διεξήγαγαν ότι “η κατανάλωση τροφών και ποτών στα οποία η ζάχαρη έχει υποκατασταθεί από γλυκαντικές ύλες, έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση της ενεργειακής πρόσληψης και του σωματικούβάρους”.

Οι ολιγοθερμιδικές γλυκαντικές ύλες επιτρέπουν την υιοθέτηση μιας πιο ευέλικτης προσέγγισης στο θέμα της διαχείρισης του βάρους και ενδέχεται να ενθαρρύνουν τη συμμόρφωση σε μια δίαιτα μείωσης του βάρους. Ακόμη και μια μικρή απώλεια βάρους, έχει αποδειχτεί ότι συμβάλλει σημαντικά στη μείωση των προβλημάτων υγείας και ειδικότερα εκείνων που σχετίζονται με την παχυσαρκία και το υψηλό βάρος, όπως είναι ο διαβήτης και οι καρδιαγγειακές παθήσεις.

Επίσης, μελέτες ενηλίκων έδειξαν ότι αναψυκτικά με οικεία γεύση και λίγες θερμίδες στα οποία είχε προστεθεί ασπαρτά μη, δεν επηρέασαν την όρεξη ή την πρόσληψη τροφής όταν καταναλώθηκαν πριν το μεσημεριανό γεύμα ή με γεύματα τα οποία συνήθως συνοδεύονταν από νερό.

Όλες αυτές οι μελέτες ανέφεραν ότι η διάθεση για φαγητό είτε παρέμεινε αμετάβλητη είτε μειώθηκε, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο είχε χορηγηθεί η γλυκαντική ύλη (στερεά ή υγρή μορφή).

Το 1991, η Δρ. Barbara Rolls δημοσίευσε στο American Journal of Clinical Nutrition μια από τις πιο εκτενείς μελέτες της σχετικής βιβλιογραφίας, στην οποία εξέτασε σε βάθος το πώς επιδρούν οι ολιγοθερμιδικές γλυκαντικές ύλες αλλά και διάφορα άλλα προϊόντα με λίγες θερμίδες στο αίσθημα της πείνας και στην πρόσληψη ενέργειας. Η Rolls κατέληξε στο εξής συμπέρασμα: «Οι πρώτες κλινικές δοκιμές έδειξαν ότι οι ολιγοθερμιδικές γλυκαντικές ύλες, ενδεχομένως, υποβοηθούν ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα δίαιτας και σωματικής άσκησης ή ένα πρόγραμμα συντήρησης του βάρους. Οι έντονες γλυκαντικές ύλες δε βρέθηκαν ποτέ να προκαλούν αύξηση του βάρους σε ανθρώπους. Επίσης, η ασπαρτάμη δε συνδέθηκε ποτέ με την πρόσληψη αυξημένης ποσότητας ενέργειας. Πράγματι τόσο οι βραχυχρόνιες όσο και οι μακροχρόνιες μελέτες έχουν δείξει ότι η κατανάλωση τροφίμων ή ποτών στα οποία έχει προστεθεί ασπαρτάμη συνδέεται με την πρόσληψη είτε λιγότερης είτε της ίδιας ποσότητας ενέργειας».

Οι ολιγοθερμιδικές γλυκαντικές ύλες βοηθούν τη στοματική υγιεινή

Όταν καταναλώνουμε τροφές ή ποτά που περιέχουν ζάχαρη, τα βακτήρια που υπάρχουν στο στόμα τη μετατρέπουν σε οξέα. Εάν τα οξέα αυτά δεν απομακρυνθούν με τον καθαρισμό των δοντιών, τότε μπορεί να καταστρέψουν την αδαμαντίνη και να προκαλέσουν τελικά τη φθορά των δοντιών. Οι ολιγοθερμιδικές γλυκαντικές ύλες δεν αποικοδομούνται και δε συμβάλλουν στην οδοντική τερηδόνα. Παράλληλα, η προσθήκη ολιγοθερμιδικών γλυκαντικών υλών σε οδοντόπαστες, στοματικά διαλύματα και συμπληρώματα φθορίου, βελτιώνει τη γεύση τους ώστε να χρησιμοποιούνται πιο συχνά και να επιτυγχάνεται καλύτερη στοματική υγιεινή.

Πηγή: Ολιγοθερµιδικές Γλυκαντικές Ύλες, Ένας Ασφαλής Σύµµαχος στη ∆ιατροφή των Ατόµων µε ∆ιαβήτη. Επιστημονική Επιμέλεια – Συγγραφή Κειμένων: Χάρης Δημοσθενόπουλος MMedSci.SRD, Κλινικός Διαιτολόγος-Βιολόγος Προϊστάμενος Διαιτολογικού Τμήματος Γ.Ν.Α «Λαϊκό».

Δείτε επίσης