ΒΙΤΑΜΙΝΗ Α

vitamin a55Βιταµίνη Α είναι ο γενικός όρος που χρησιµοποιείται για να περιγραφούν οι ενώσεις που επιδεικνύουν την βιολογική δράση της ρετινόλης. Η βιταµίνη Α είναι λιποδιαλυτή. Τα δύο βασικά συστατικά της βιταµίνης Α στις τροφές είναι η ρετινόλη και τα καροτενοειδή.

Ο όρος «ρετινοειδή» αναφέρεται στην ρετινόλη ή σε άλλα φυσικά παράγωγά της, όπως η ρετινάλη (ρετιναλδεΰδη), το ρετινοϊκό οξύ και οι ρετινυλικοί εστέρες. Επίσης, τα ρετινοειδή περιλαµβάνουν συνθετικά ανάλογα άσχετα µε το αν παρουσιάζουν την βιολογική δράση της ρετινόλης. Οι συνιστώµενες ηµερήσιες προσλήψεις σε βιταµίνη Α εκφράζονται σε µg ισοδύναµα ρετινόλης, όπου:

Ισοδύναµο ρετινόλης (µg) = [ρετινόλη (µg) + β-καροτένιο ισοδύναµο (µg)]/6

Το Διεθνές Σύστηµα Μονάδων για την βιταµίνη Α έχει σταµατήσει να ισχύει από το 1954, αλλά συνεχίζει να χρησιµοποιείται ευρέως (ιδιαίτερα στις ετικέτες διαιτητικών συµπληρωµάτων). Μια διεθνής µονάδα ισούται µε 0,3 µg ισοδύναµα ρετινόλης, 0,3 µg ρετινόλης, 0,3 µg οξικής ρετινόλης, 0,5 µg παλµιτικής ρετινόλης, 0,4 µg προπιονικής ρετινόλης.

ΤΡΟΦΕΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΥΝ ΒΙΤΑΜΙΝΗ Α

BITAMINHA1

BITAMAINHA2ΔΟΣΟΛΟΓΙΑ

Σε απουσία δυσαπορρόφησης ή ασθένειας του γαστρεντερικού, δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση στις ακόλουθες κανονικές ηµερήσιες λήψεις (από τροφές και συµπληρώµατα):

  •   Ενήλικες γυναίκες 7500 µg (25000 Units)
  •   Έγκυες γυναίκες 2400 µg (8000 Units)
  •   Ενήλικες άνδρες 9000 µg (29700 Units)
  •   Βρέφη 900 µg (2970 Units)
  •   Παιδιά ηλικίας 1 – 3 ετών 1800 µg (5940 Units)
  •   Παιδιά ηλικίας 4 – 6 ετών 3000 µg (9900 Units)
  •   Παιδιά ηλικίας 6 – 12 ετών 4500 µg (14850 Units)
  •   Έφηβοι 6000 µg (19800 Units)

Η θεραπευτική δοσολογία δεν θα πρέπει να υπερβαίνει αυτά τα όρια, παρά µόνο όταν ο ασθενής βρίσκεται υπό ιατρική παρακολούθηση. Για παράδειγµα, στην κυστική ίνωση, µπορούν να δοθούν δόσεις 1200 -– 3300 µg (4000 – 10000 Units).

ΔΡΑΣΗ

Η βιταµίνη Α (στη µορφή της ρετινάλης) είναι απαραίτητη για την φυσιολογική λειτουργία του αµφιβληστροειδούς και ιδιαιτέρως για την προσαρµογή της όρασης στο σκοτάδι. Άλλες µορφές (ρετινόλη, ρετινοικό οξύ) είναι απαραίτητες για τη διατήρηση της δοµικής και λειτουργικής ακεραιότητας του επιθηλιακού ιστού και του ανοσοποιητικού συστήµατος, για την κυτταρική διαφοροποίηση και διαίρεση, για την ανάπτυξη των οστών, για την λειτουργία των γεννητικών οργάνων, και την ανάπτυξη του εµβρύου. Επίσης η βιταµίνη Α µπορεί να ενεργεί σαν συµπαράγοντας σε βιοχηµικές αντιδράσεις.

ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ

Η βιταµίνη Α απορροφάται εύκολα από το ανώτερο τµήµα του εντέρου (δωδεκαδάκτυλο και νήστιδα) µέσω ενός φορέα-µεσολαβητή. Για την απορρόφηση απαιτείται η παρουσία γαστρικών υγρών, χολικών αλάτων, παγκρεατικής και εντερικής λιπάσης, καθώς και πρωτεϊνικών και διαιτητικών λιπών.

Το συκώτι περιέχει τουλάχιστον το 90% της αποθηκευµένης στο σώµα βιταµίνης Α (την ποσότητα που χρειάζεται ένας ενήλικας για περίπου δύο χρόνια). Μικρές ποσότητες είναι αποθηκευµένες στους νεφρούς και στους πνεύµονες. Η βιταµίνη Α µεταφέρεται στο αίµα συνδεδεµένη µε έναν πρωτεϊνικό φορέα, την συνδετική πρωτεΐνη της ρετινόλης – ΣΠΡ (RBP – Retinol Binding Protein).

Η βιταµίνη Α αποβάλλεται στην χολή και στα ούρα (ως µεταβολίτες). Εµφανίζεται και στο µητρικό γάλα.

ΒΙΟΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ

Η απορρόφησή της µειώνεται αισθητά µε κατανάλωση τροφής πτωχής σε λίπη (<5g) και από την παρουσία υπεροξειδωµένων λιπών και άλλων οξειδωτικών παραγόντων µέσα στα τρόφιµα. Η έλλειψη πρωτεϊνών, βιταµίνης Ε, ψευδαργύρου και η µεγάλη κατανάλωση αλκοόλ επηρεάζουν την µεταφορά, την αποθήκευση και χρησιµοποίηση της βιταµίνης Α.

ΕΛΛΕΙΨΗ

Η έλλειψη βιταµίνης Α είναι διαδεδοµένη στα παιδιά των υπανάπτυκτων χωρών και γενικά συνδέεται µε τον υποσιτισµό. Στα συµπτώµατα της ανεπάρκειας περιλαµβάνονται:

  • Αδυναµία όρασης στο σκοτάδι (εξαιτίας της µειωµένης ευαισθησίας των ραβδίων στον αµφιβληστροειδή χιτώνα).
  •   Ξηροφθαλµία (µπορεί να µην είναι αναστρέψιµη) που χαρακτηρίζεται από ταυτόχρονη ξηρότητα του κερατοειδούς και του επιπεφυκότα, εξέλκωση και ρευστοποίηση. Η τελική κατάληξη είναι η σηµαντική µείωση της όρασης και η τύφλωση.
  •   Ξηροδερµία και παρουσία ασυνέχειας στις δερµατικές στοιβάδες (δεν αποτελεί µοναδικό δείκτη ανεπάρκειας σε βιταµίνη Α, εφόσον και άλλες ανεπάρκειες θρεπτικών συστατικών προκαλούν παρόµοιες διαταραχές).
  •   Μεταπλασία και κερατινοποίηση των κυττάρων της αναπνευστικής οδού και άλλων οργάνων.
  •   Αυξηµένη ευαισθησία σε µολύνσεις του αναπνευστικού και ουροποιητικού συστήµατος.
  •   Περιστασιακά διάρροια και απώλεια της όρεξης.

ΧΡΗΣΕΙΣ

Τα περισσότερα παιδιά ηλικίας από έξι µηνών έως πέντε χρονών, συνιστάται να λαµβάνουν συµπληρώµατα βιταµινών Α και D, εκτός εάν µπορεί να διασφαλιστεί η επάρκειά της, από τη διατροφή του. Δεν υπάρχει καµία απόδειξη της αξίας της βιταµίνης Α σε προβλήµατα των µατιών ή πρόληψης και θεραπείας µολύνσεων που δεν σχετίζονται µε ανεπάρκεια βιταµίνης Α.

Συµπληρώµατα βιταµίνης Α σε κανονικές, ασφαλείς δόσεις δεν έχουν αποδεδειγµένα οφέλη σε δερµατικά προβλήµατα (π.χ. ακµή), όµως συνθετικά ρετινοειδή µπορούν να συνταγογραφηθούν γι’ αυτόν τον σκοπό.

Στην διεθνή βιβλιογραφία έχουν εµφανιστεί κατά περιόδους ανεξάρτητες µελέτες που υποδηλώνουν ότι η βιταµίνη Α µπορεί να είναι ευεργετική στο προεµµηνορυσιακό σύνδροµο, όµως αυτά τα αποτελέσµατα δεν έχουν επιβεβαιωθεί σε τυχαίες δοκιµές. Υπάρχουν πολύ λίγες ενδείξεις για κάποια ευεργετική επίδραση των συµπληρωµάτων της βιταµίνης Α πέρα από τις περιπτώσεις ανεπάρκειας. Τα διαθέσιµα στοιχεία για τον ρόλο της βιταµίνης Α στον καρκίνο σχετίζονται περισσότερο µε τα καροτενοειδή παρά µε την βιταµίνη Α γενικά.

Εγκυµοσύνη και θηλασµός. Υπερβολικές δόσεις βιταµίνης Α φαίνεται να προκαλούν τερατογενέσεις, αν και τα επίπεδα στα οποία συµβαίνει κάτι τέτοιο δεν έχουν επαρκώς καθοριστεί. Συνιστάται σε εγκύους, ή γυναίκες που σκοπεύουν να αποκτήσουν παιδί, να µην προσλαµβάνουν διατροφικά συµπληρώµατα που περιέχουν βιταµίνη Α (όπως ιχθυέλαια), εκτός αν κάτι τέτοιο γίνεται κατόπιν συστάσεως του γιατρού. Επίσης, θα πρέπει να αποφεύγουν την κατανάλωση τροφών πλούσιων σε βιταµίνη Α, όπως το συκώτι κ.α.

ΠΑΡΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

Με απλή δόση 300 mg ρετινόλης (1 εκατοµµύριο µονάδες) σε ενήλικες, 60 mg ρετινόλης (200000 µονάδες) σε παιδιά, ή 30 mg ρετινόλης (100000 µονάδες) σε βρέφη µπορεί να προκληθεί οξεία τοξικότητα. Τα σηµεία και συµπτώµατα είναι συνήθως παροδικά (συχνότερα εκδηλώνονται περίπου 6 ώρες µετά την πέψη της οξείας δόσης και εξαφανίζονται µετά από 36 ώρες) και περιλαµβάνουν:

Βαρεία κεφαλαλγία (εξαιτίας αυξηµένης ενδοκρανιακής πίεσης), στοµαταλγία, αιµορραγικά ούλα, ζαλάδα, σύγχυση, έµετο, θολή όραση, ηπατοµεγαλία, ευερεθιστότητα.

Όταν η ηµερήσια πρόσληψη είναι >15 mg ρετινόλης (50000 µονάδες) σε ενήλικες και 6 mg (20000 µονάδες) σε βρέφη και νεαρά παιδιά, µπορεί να εµφανιστούν σηµεία χρόνιας τοξικότητας.

Τα συµπτώµατα µπορεί να περιλαµβάνουν: ξηροδερµία, δερµατίτιδα, αποφολίδωση, δερµατικό ερύθηµα, εξάνθηµα λεπιδοειδές δέρµα, διαταραχές της ανάπτυξης των µαλλιών, πόνους σε οστά και αρθρώσεις, υπεροστέωση, κεφαλαλγία, κόπωση, ευερεθιστότητα, αϋπνία, ανορεξία, ναυτία, έµετο, διάρροια, απώλεια βάρους, ηπατοµεγαλία, ηπατοτοξικότητα, αυξηµένη ενδοκρανιακή πίεση, υπερασβεστιαιµία (λόγω της αύξησης της λειτουργικότητας της αλκαλικής φωσφατάσης).

Τα εµφανιζόµενα σηµεία και συµπτώµατα ποικίλλουν ευρέως από άτοµο σε άτοµο. Τα περισσότερα εξαφανίζονται µέσα σε µία εβδοµάδα, µετά την ελάττωση της πρόσληψης, αλλά οι αλλαγές στο δέρµα και στα οστά παραµένουν εµφανείς για πολλούς µήνες.

ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΜΕ ΦΑΡΜΑΚΑ

Αντιπηκτικά: Μεγάλες δόσεις βιταµίνης Α (>750 µg: 2500 Units) µπορούν να προκαλέσουν υποπροθροµβιναιµία.

Χολεστυραµίνη, Χολεστιρόλη, Κολχικίνη, Υγρή παραφίνη, Νεοµυκίνη, Σουκραλφάτη: Μπορούν να µειώσουν την απορρόφηση της βιταµίνης Α.

Ρετινοειδή (ακιτρεκίνη, ετρενοϊκά, ισοτρετινοΐνη, τρεετινοΐνη): Ταυτόχρονη χορήγηση µε βιταµίνη Α µπορεί να προκαλέσει επιπρόσθετα τοξικά αποτελέσµατα.

Στατίνες: Παρατεταµένη θεραπεία µε στατίνες µπορεί να προκαλέσει αύξηση των επιπέδων βιταµίνης Α στον ορό.

ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΜΕ ΘΡΕΠΤΙΚΑ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ

Σίδηρος: Σε ανεπάρκεια βιταµίνης Α ελαττώνονται τα επίπεδα σιδήρου στο πλάσµα.

Βιταµίνη C: Σε συνθήκες υπερβιταµίνωσης Α, τα επίπεδα βιταµίνης C στους ιστούς µπορεί να µειωθούν, ενώ αυξάνεται η απέκκριση βιταµίνης C στα ούρα. Η βιταµίνη C µπορεί να ελαττώσει τα τοξικά αποτελέσµατα της βιταµίνης Α.

Βιταµίνη Ε: Μεγάλες δόσεις βιταµίνης Α αυξάνουν την ανάγκη για βιταµίνη Ε. Η βιταµίνη Ε ελαττώνει την οξειδωτική καταστροφή της βιταµίνης Α.

Βιταµίνη Κ: Σε συνθήκες υπερβιταµίνωσης Α, µπορεί να προκύψει υποθροµβιναιµία, η οποία
διορθώνεται µε χορήγηση βιταµίνης Κ.