Γλυκοζαμίνη: Το συμπλήρωμα για τις αρθρώσεις συνδέθηκε με ταχύτερη εξέλιξη της άνοιας

Ένα συμπλήρωμα που χρησιμοποιείται εδώ και χρόνια για τους πόνους στις αρθρώσεις και ιδιαίτερα για την οστεοαρθρίτιδα έχει βρεθεί στο επίκεντρο μιας απρόσμενης επιστημονικής έρευνας. Πρόκειται για τη γλυκοζαμίνη, μια ουσία που συμμετέχει φυσιολογικά στον σχηματισμό μορίων του οργανισμού και πωλείται ευρέως ως συμπλήρωμα για την υγεία των αρθρώσεων.

Νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Nature Metabolism συνδέει τη χρήση γλυκοζαμίνης με ταχύτερη εξέλιξη της γνωστικής έκπτωσης και υψηλότερη θνητότητα σε ανθρώπους που ήδη πάσχουν από νόσο Αλτσχάιμερ ή συναφή άνοια. Παράλληλα, πειράματα σε ανθρώπινο εγκεφαλικό ιστό και σε ποντίκια δείχνουν έναν πιθανό βιολογικό μηχανισμό: την υπερβολική παραγωγή γλυκανών, δηλαδή σύνθετων αλυσίδων σακχάρων που προσκολλώνται σε πρωτεΐνες και είναι απαραίτητες για τη φυσιολογική λειτουργία των κυττάρων.

Το εύρημα είναι ενδιαφέρον, αλλά χρειάζεται μια βασική διευκρίνιση από την αρχή: η μελέτη δεν απέδειξε ότι η γλυκοζαμίνη προκαλεί άνοια. Το ανθρώπινο μέρος της έρευνας βασίστηκε σε ηλεκτρονικούς ιατρικούς φακέλους και επομένως μπορεί να δείξει συσχετίσεις, όχι να αποδείξει σχέση αιτίας και αποτελέσματος.

Τι είναι η γλυκοζαμίνη και γιατί την παίρνουν τόσοι άνθρωποι;

Η γλυκοζαμίνη είναι ένα αμινοσάκχαρο που υπάρχει φυσιολογικά στον οργανισμό και χρησιμοποιείται μεταξύ άλλων για τη σύνθεση συστατικών του χόνδρου και άλλων μορίων του συνδετικού ιστού. Ως συμπλήρωμα διατίθεται κυρίως με τη μορφή γλυκοζαμίνης θειικής ή υδροχλωρικής και συχνά συνδυάζεται με χονδροϊτίνη.

Η δημοτικότητά της βασίζεται στην ιδέα ότι μπορεί να μειώσει τον πόνο ή να προστατεύσει τον χόνδρο σε ανθρώπους με οστεοαρθρίτιδα. Ωστόσο, η εικόνα για την αποτελεσματικότητά της δεν είναι τόσο εντυπωσιακή όσο υποδηλώνει η δημοφιλία της. Οι αμερικανικές κατευθυντήριες οδηγίες του American College of Rheumatology και του Arthritis Foundation συνιστούν κατά της χρήσης γλυκοζαμίνης για οστεοαρθρίτιδα γόνατος, ισχίου και χεριού, ενώ το NICE στη Βρετανία αναφέρει ότι δεν υπάρχουν ισχυρά στοιχεία ότι προσφέρει όφελος.

Αυτό έχει σημασία και για τη νέα έρευνα. Όταν ένα συμπλήρωμα προσφέρει περιορισμένο ή αβέβαιο όφελος, οποιαδήποτε νέα ένδειξη για πιθανό κίνδυνο αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον — χωρίς όμως να σημαίνει ότι ο κίνδυνος έχει ήδη αποδειχθεί.

Η παράξενη σύνδεση με τον εγκέφαλο

Η νέα μελέτη ξεκίνησε από μια διαφορετική παρατήρηση. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι στον εγκέφαλο ανθρώπων με Αλτσχάιμερ υπάρχουν αυξημένες ποσότητες γλυκανών, δηλαδή σύνθετων σακχαρικών δομών.

Οι γλυκάνες δεν είναι κάτι παθολογικό από μόνες τους. Αντίθετα, είναι απαραίτητες για τη ζωή. Τα κύτταρα χρησιμοποιούν τη γλυκοζυλίωση — την προσθήκη σακχαρικών ομάδων σε πρωτεΐνες και άλλα μόρια — για να ρυθμίζουν τη σταθερότητα, τη μεταφορά και τη λειτουργία πολλών πρωτεϊνών. Στον εγκέφαλο η διαδικασία αυτή συμμετέχει επίσης στη λειτουργία των συνάψεων, στην επικοινωνία μεταξύ των κυττάρων και στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος του εγκεφάλου.

Το πρόβλημα, σύμφωνα με τη νέα υπόθεση, δεν είναι λοιπόν η γλυκοζυλίωση αλλά η υπερβολική γλυκοζυλίωση.

Για να δουν αν αυτό συμβαίνει πράγματι στον ανθρώπινο εγκέφαλο, οι ερευνητές εξέτασαν δείγματα από τον μετωπιαίο φλοιό τριών ανθρώπων με Αλτσχάιμερ και τριών ανθρώπων χωρίς τη νόσο, αντιστοιχισμένων ως προς ηλικία, φύλο και χρόνο από τον θάνατο έως την εξέταση. Παρότι ο αριθμός των δειγμάτων ήταν πολύ μικρός, οι ερευνητές βρήκαν σαφώς αυξημένη αφθονία γλυκανών τόσο στη λευκή όσο και στη φαιά ουσία των εγκεφάλων με Αλτσχάιμερ.

Διαπίστωσαν ότι:

  • Όταν χορηγούσαν γλυκοζαμίνη στα ποντίκια, η απώλεια μνήμης επιδεινωνόταν.
  • Όταν ανέστειλαν τη δράση ενός ενζύμου που παράγει σάκχαρα όπως η γλυκοζαμίνη, τα συμπτώματα βελτιώνονταν.
  • Το ίδιο συμπλήρωμα δεν είχε καμία επίδραση σε υγιή ποντίκια.

Σε ανεξάρτητη ομάδα δειγμάτων διαπίστωσαν επίσης ότι η ποσότητα ορισμένων γλυκανών αυξανόταν όσο προχωρούσε η νόσος. Αυτό το εύρημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Υποδηλώνει ότι ο υγιής εγκέφαλος διαθέτει μηχανισμούς ανθεκτικότητας που τον προστατεύουν από την υπερβολική γλυκοζυλίωση. Ο κίνδυνος εμφανίζεται όταν ο εγκέφαλος βρίσκεται ήδη σε ευάλωτη κατάσταση, όπως στην ήπια γνωστική διαταραχή ή στην άνοια.

Αυτό όμως δημιουργεί ένα κρίσιμο ερώτημα: οι περισσότερες γλυκάνες είναι αποτέλεσμα της νόσου ή συμβάλλουν στην εξέλιξή της;

Εδώ αρχίζει το πιο ενδιαφέρον μέρος της έρευνας.

Όταν οι ερευνητές «κατέβασαν» τη γλυκοζυλίωση

Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν δύο διαφορετικά μοντέλα ποντικών με χαρακτηριστικά της νόσου Αλτσχάιμερ. Μείωσαν γενετικά τη δραστηριότητα ενζύμων που συμμετέχουν στην παραγωγή γλυκανών και διαπίστωσαν βελτίωση σε δοκιμασίες μνήμης.

Χρησιμοποίησαν επίσης ένα μικρό μόριο που αναστέλλει ένα άλλο κρίσιμο τμήμα της διαδικασίας. Και πάλι, η μείωση της N-γλυκοζυλίωσης συνοδεύτηκε από βελτίωση της κοινωνικής μνήμης των ποντικών.

Αντίστροφα, όταν οι ερευνητές χορήγησαν γλυκοζαμίνη σε ποντίκια με παθολογία Αλτσχάιμερ, συνέβη το αντίθετο. Η γλυκοζαμίνη αύξησε την ποσότητα των N-γλυκανών στον εγκέφαλο και τα ζώα εμφάνισαν χειρότερες επιδόσεις σε δοκιμασία κοινωνικής μνήμης.

Το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον επειδή η γλυκοζαμίνη μπορεί να περάσει τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και να χρησιμοποιηθεί άμεσα ως πρώτη ύλη για τη σύνθεση γλυκανών στον εγκέφαλο.

Όμως υπήρχε μια σημαντική λεπτομέρεια: όταν οι ερευνητές χορήγησαν γλυκοζαμίνη σε φυσιολογικά, υγιή ποντίκια, δεν παρατήρησαν ούτε αύξηση των εγκεφαλικών γλυκανών ούτε επιδείνωση της κοινωνικής μνήμης. Αυτό υποδηλώνει ότι ο πιθανός κίνδυνος μπορεί να αφορά κυρίως έναν εγκέφαλο που έχει ήδη κάποια παθολογική ευαισθησία και όχι κατ’ ανάγκη όλους όσοι λαμβάνουν γλυκοζαμίνη.

Τι έδειξε η μεγάλη έρευνα σε ανθρώπους

Οι ερευνητές θέλησαν στη συνέχεια να δουν αν το εύρημα των πειραμάτων εμφανίζεται και στους ανθρώπους. Για τον σκοπό αυτό ανέλυσαν ηλεκτρονικούς ιατρικούς φακέλους του συστήματος υγείας του University of Florida για την περίοδο 2012-2024.

Η ανάλυση περιλάμβανε 24.481 ανθρώπους με Αλτσχάιμερ ή άλλη άνοια και 41.884 ανθρώπους με ήπια γνωστική διαταραχή. Περίπου το 8% των ατόμων σε κάθε κατηγορία είχε καταγεγραμμένη χρήση γλυκοζαμίνης.

Στα άτομα με ήπια γνωστική διαταραχή, η χρήση γλυκοζαμίνης συνδέθηκε με 25% υψηλότερη πιθανότητα μετάβασης από την ήπια γνωστική διαταραχή σε Αλτσχάιμερ ή συναφή άνοια.

Στα άτομα που είχαν ήδη Αλτσχάιμερ ή συναφή άνοια, η χρήση γλυκοζαμίνης συνδέθηκε με 25% υψηλότερο κίνδυνο θανάτου κατά την περίοδο παρακολούθησης. Η συγκεκριμένη ανάλυση αφορούσε περίπου πέντε χρόνια διάμεσης παρακολούθησης, ενώ οι ερευνητές πραγματοποίησαν και δεκαετή ανάλυση επιβίωσης.

Εδώ όμως βρίσκεται και η μεγαλύτερη αδυναμία της ανθρώπινης έρευνας. Οι άνθρωποι που παίρνουν γλυκοζαμίνη δεν είναι τυχαία επιλεγμένοι από τον πληθυσμό. Μπορεί να διαφέρουν από εκείνους που δεν την παίρνουν ως προς την ηλικία, τη σωματική κατάσταση, τη σωματική δραστηριότητα, την ευπάθεια, τις παθήσεις των αρθρώσεων, τη χρήση άλλων συμπληρωμάτων ή φαρμάκων και πολλούς ακόμη παράγοντες.

Με άλλα λόγια, ακόμη και αν δύο ομάδες διαφέρουν κατά 25%, δεν γνωρίζουμε αν η διαφορά οφείλεται στη γλυκοζαμίνη ή σε κάτι άλλο που συνδέεται με τη χρήση της.

Και αυτό δεν είναι απλώς μια θεωρητική ένσταση. Μια μεταγενέστερη, μη αξιολογημένη ακόμη από ομοτίμους προδημοσίευση συνέκρινε τη γλυκοζαμίνη με άλλες κατηγορίες συμπληρωμάτων που καταγράφονταν με παρόμοιο τρόπο στα ιατρικά αρχεία και βρήκε ότι παρόμοιες συσχετίσεις εμφανίζονταν και με ορισμένα άλλα συμπληρώματα. Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι αυτό δημιουργεί ερωτήματα για το κατά πόσο η καταγραφή της γλυκοζαμίνης αποτελεί ειδικό αιτιολογικό σήμα. Πρόκειται όμως για προδημοσίευση και όχι για οριστική απόδειξη ότι η αρχική μελέτη είναι λανθασμένη.

Είναι λοιπόν η γλυκοζαμίνη επικίνδυνη;

Η πιο ειλικρινής απάντηση σήμερα είναι: δεν το γνωρίζουμε ακόμη.

Υπάρχουν πλέον τρία διαφορετικά επίπεδα ενδείξεων. Στον ανθρώπινο εγκέφαλο παρατηρείται αυξημένη γλυκοζυλίωση στην Alzheimer’s disease. Στα ποντίκια, η τεχνητή μείωση της διαδικασίας βελτιώνει ορισμένες γνωστικές λειτουργίες, ενώ η χορήγηση γλυκοζαμίνης επιδεινώνει τη συμπεριφορά των ζώων με παθολογία Αλτσχάιμερ. Και στους ανθρώπους, η χρήση γλυκοζαμίνης συνδέεται σε αναδρομικά δεδομένα με ταχύτερη μετάβαση από την ήπια γνωστική διαταραχή στην άνοια και με υψηλότερη θνητότητα σε ήδη διαγνωσμένη άνοια.

Αυτά τα τρία επίπεδα δεν έχουν όμως την ίδια αποδεικτική ισχύ. Το πείραμα στα ποντίκια μπορεί να διερευνήσει μηχανισμούς και αιτιότητα, αλλά δεν αποδεικνύει ότι το ίδιο συμβαίνει στον άνθρωπο. Η ανθρώπινη μελέτη μπορεί να δείξει μια πραγματική συσχέτιση, αλλά δεν μπορεί από μόνη της να αποδείξει αιτία.

Γι’ αυτό και οι ίδιοι οι ερευνητές ζητούν μια μεγάλη, διπλά τυφλή, τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή που θα εξετάσει άμεσα αν η γλυκοζαμίνη επηρεάζει την εξέλιξη της νόσου Αλτσχάιμερ.

Υπάρχει επίσης μια πρακτική διάσταση που συχνά χάνεται μέσα στον θόρυβο της είδησης. Η γλυκοζαμίνη δεν έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματική για την οστεοαρθρίτιδα σύμφωνα με αρκετές μεγάλες κατευθυντήριες οδηγίες. Το NICE συστήνει να μην προσφέρεται για την αντιμετώπιση της οστεοαρθρίτιδας, ενώ το American College of Rheumatology/Arthritis Foundation έχει επίσης ισχυρή σύσταση κατά της χρήσης της σε οστεοαρθρίτιδα γόνατος, ισχίου και χεριού.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος που παίρνει γλυκοζαμίνη πρέπει να τη διακόψει μόνος του εξαιτίας της συγκεκριμένης μελέτης. Σημαίνει όμως ότι η νέα έρευνα αλλάζει το ερώτημα: όταν ένα συμπλήρωμα έχει αβέβαιο όφελος και εμφανίζονται ταυτόχρονα νέες ενδείξεις για πιθανό κίνδυνο σε συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων, η απόφαση για τη χρήση του αξίζει να επανεξετάζεται με γιατρό.

Μια νέα ιδέα για το Αλτσχάιμερ

Ίσως τελικά το πιο σημαντικό μέρος της μελέτης να μην είναι καν η γλυκοζαμίνη.

Η έρευνα προτείνει ότι ο μεταβολισμός των σακχάρων στον εγκέφαλο μπορεί να παίζει πιο ενεργό ρόλο στη νόσο Αλτσχάιμερ απ’ όσο πιστεύαμε. Η γλυκοζυλίωση είναι ένας θεμελιώδης μηχανισμός του κυττάρου. Όταν όμως το σύστημα εκτρέπεται προς υπερβολική παραγωγή συγκεκριμένων γλυκανών, μπορεί να επηρεάζονται πρωτεΐνες που είναι απαραίτητες για τη λειτουργία των νευρώνων, των συνάψεων και άλλων κυτταρικών μηχανισμών.

Αν αυτή η υπόθεση επιβεβαιωθεί, η γλυκοζαμίνη θα μπορούσε να αποδειχθεί περισσότερο χρήσιμη ως εργαλείο που αποκάλυψε έναν νέο μηχανισμό της νόσου παρά ως η αιτία ενός προβλήματος που αφορά όλους όσοι παίρνουν το συμπλήρωμα.

Και αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον μήνυμα της νέας έρευνας: ο εγκέφαλος δεν είναι ένα όργανο αποκομμένο από τον μεταβολισμό. Οι ίδιες ουσίες που χρησιμοποιεί το σώμα για να κατασκευάζει και να τροποποιεί τις πρωτεΐνες του μπορούν, υπό ορισμένες συνθήκες, να συνδέονται με τις διαδικασίες που οδηγούν στη νευροεκφύλιση.

Η γλυκοζαμίνη, επομένως, δεν είναι σήμερα «το συμπλήρωμα που προκαλεί άνοια». Είναι ένα απρόσμενο κομμάτι ενός νέου βιολογικού παζλ. Το αν αποτελεί πραγματικό κίνδυνο για τους ανθρώπους θα χρειαστεί να το απαντήσουν οι επόμενες κλινικές μελέτες.

Δείτε επίσης