Πριν από 1,5-2 δισεκατομμύρια χρόνια στη Γη υπήρξε μια περίεργη ιστορική φάση. Οι σύγχρονοι ευκαρυωτικοί οργανισμοί ανθούσαν, αλλά μόνο ως μεμονωμένα κύτταρα. Στο τέλος της περιόδου ο κόσμος έμοιαζε πολύ με αυτόν που γνωρίζουμε σήμερα: ήταν γεμάτος μεγάλα φυτά, ασπόνδυλα και ψάρια. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο σημεία τα γεωλογικά στοιχεία δείχνουν ότι η Γη ταλαντευόταν απότομα ανάμεσα σε περιόδους ακραίας ζέστης και περιόδους παγετώνων που κάλυπταν ολόκληρο τον πλανήτη- περιόδους της «Γης-χιονόμπαλας», όπως λέγονται. Η παραδοσιακή θεωρία υποστηρίζει ότι αυτή η κλιματική αστάθεια προκλήθηκε από γεωλογικές διαδικασίες όπως οι συγκρούσεις μεταξύ των ηπείρων. Τώρα ωστόσο αρχίζει όλο και περισσότερο να εδραιώνεται η πεποίθηση ότι οι αναδράσεις από την εξέλιξη της ζωής έπαιξαν κεντρικό ρόλο.
Μήπως, για παράδειγμα, οι παγετώνες-χιονόμπαλες προκλήθηκαν από την εξέλιξη των πολυκυτταρικών φυκών και σπόγγων; Και τα δύο θα πρέπει να τρέφονταν με άνθρακα από τα αέρια του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα, μειώνοντας την ικανότητα του αέρα να διατηρήσει τη θερμότητα και, όταν πέθαιναν, ο άνθρακας αυτός θα πρέπει να έπεφτε μαζί τους ως ιζήματα στον πυθμένα των ωκεανών.
Μήπως η Γη τότε σώθηκε από τον θάνατο που θα επέφεραν οι χιονόμπαλες μέσω της επινόησης της ανακύκλωσης του άνθρακα- της εξέλιξης πλασμάτων με «εντερικές εκπομπές»; Είναι οπωσδήποτε ενδιαφέρον το γεγονός ότι οι παγετώνες-χιονόμπαλες συναντώνται ευρέως πριν από την εξέλιξη των ζώων αλλά ποτέ μετά την εξέλιξη του πρωκτού.
Τα ερωτήματα του είδους δεν είναι ευτράπελα, κάθε άλλο. Καθώς προσπαθούμε να διαλευκάνουμε τη δική μας επίδραση στο κλίμα της Γης, μας δίνουν μια εντελώς καινούργια άποψη για την ιστορία του πλανήτη μας και τον ρόλο που έπαιξε η ζωή σε αυτήν.
Το δέντρο του Δαρβίνου ξεριζώνεται
Τα βακτηριακά γονιδιώματα, όπως αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε, είναι μωσαϊκά. Τα γονίδια μπορεί να προέρχονται από διαφορετικές πηγές, όχι από έναν κοινό πρόγονο, ακόμη και σε δύο στελέχη του ίδιου είδους τα μισά γονίδια μπορεί να είναι διαφορετικά.
Ο βασικός υπαίτιος είναι η «πλάγια» μεταφορά γονιδίων, στην οποία γενετικό υλικό από ένα βακτήριο περνάει σε ένα άλλο, είτε μέσω αποβολής στο περιβάλλον και στη συνέχεια απορρόφησής του είτε μέσω της μεσολάβησης ιών ή της διαδικασίας αναπαραγωγής των βακτηρίων. Η μεταφορά συντελείται μέσα στο ίδιο είδος αλλά και μεταξύ διαφορετικών ειδών, ακόμη και μεταξύ εκπροσώπων βακτηριακών ομάδων που θα μπορούσαν να θεωρηθούν αντίστοιχες με τα φύλα ή τα βασίλεια. Μια συνέπεια είναι ότι δεν υπάρχει απλό πρότυπο το οποίο καθορίζει τις σχέσεις μεταξύ των μικροβιακών ειδών. Το δέντρο της ζωής με τα τακτοποιημένα κλαδιά και παρακλάδια του, η μεταφορά που απεικονίζει τη θεωρία της εξέλιξης, έχει ξεριζωθεί.
Αναγνωρίζουμε τώρα ότι η κατανόηση των διαδικασιών της εξέλιξης δεν μπορεί να βασιστεί σε αυτή την «αντίληψη του δέντρου». Επιπλέον ο νέος κλάδος της Μεταγονιδιωματικής, ο οποίος εστιάζεται στις μικροβιακές κοινότητες και στις διαφορές των λειτουργικών γονιδίων που δραστηριοποιούνται σε αυτό το επίπεδο, μειώνει την ανάγκη της «αντίληψης των ειδών». Η έκβαση θα είναι μια καλύτερη κατανόηση του μπερδεμένου ιστού της ζωής.
Αλλαγή για το κοινό καλό
Στη μελέτη της εξέλιξης το περασμένο μισό του αιώνα ήταν η εποχή του αναγωγισμού, στην οποία όλα ερμηνεύονταν με όρους όπως το ατομικό συμφέρον και τα εγωιστικά γονίδια. Τώρα μπαίνουμε στην εποχή της ολοκρατίας, η οποία αναγνωρίζει πώς οι αποικίες κοινωνικών εντόμων, οι ανθρώπινες κοινωνίες και τουλάχιστον ορισμένα πολυειδικά οικοσυστήματα μπορούν να αντιδράσουν ως ένας ενιαίος «υπερ-οργανισμός» σε πιέσεις της επιλογής. Η κρίσιμη καμπή σημειώθηκε τη δεκαετία του 1970, όταν η βιολόγος Λιν Μαργκούλιςυποστήριξε ότι τα σύνθετα, εμπύρηνα κύτταρα εξελίχθηκαν ως συμβιωτικές ενώσεις βακτηριακών κυττάρων. Σήμερα είναι γνωστό ότι κάθε οντότητα που αναγνωρίζεται ως οργανισμός αποτελεί μια εξαιρετικά οργανωμένη ομάδα μεμονωμένων κυττάρων, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο να αρνηθεί κανείς ότι οι ομάδες οργανισμών δεν μπορούν και αυτές να διαθέτουν τις ιδιότητες ενός ενιαίου οργανισμού και άρα να εξελίσσονται συντονισμένα.
Η διαδικασία της ομαδικής επιλογής μέσω της οποίας συμβαίνει αυτό φαινόταν να έχει απορριφθεί στην εποχή του ατομισμού. Ο Δαρβίνος όμως είχε δίκιο: οι αλτρουιστικές συμπεριφορές «για το καλό της ομάδας»- είτε η ομάδα αυτή είναι ένα είδος είτε ένα οικοσύστημα- απαιτούν για να εξελιχθούν μια διαδικασία επιλογής μεταξύ των ειδών και τείνουν να υπονομεύονται από την ατομική επιλογή μέσα στις ομάδες.
Το καινούργιο σε αυτή την ιδέα είναι ότι η σε ανώτερο επίπεδο επιλογή δεν ανακόπτεται πάντα από τη σε κατώτερο επίπεδο επιλογή- μερικές φορές μάλιστα επικρατεί. Τώρα πρέπει να ξεχωρίσουμε τις συνέπειες αυτής της γνώσης, οι οποίες επεκτείνονται από την προέλευση της ζωής ως τη δομή των οικοσυστημάτων, τη φύση της θρησκείας και τη βιοπολιτισμική εξέλιξη του ανθρώπου.
























