Σημαντικά μνημεία στη Δυτική Θεσσαλία

Ο Άγιος Νικόλαος Βασιλικής Καλαμπάκας

Μια σειρά από σημαντικές παρεμβάσεις σε ιστορικά μνημεία της Δυτικής Θεσσαλίας αναμένεται να πάρουν “σάρκα και οστά” τις επόμενες μέρες, σύμφωνα με στοιχεία της προϊσταμένης της 19ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, Κρυσταλλίας Μαντζανά. Η 19η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, σύμφωνα με όσα δηλώνει η κ. Μαντζανά, είναι νεοσύστατη Περιφερειακή Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού (ΥΠΠΟΤ), δεν υπηρετεί σ’ αυτή μόνιμος Συντηρητής Έργων Τέχνης, και κατά συνέπεια και τα τρία έργα, που παρουσιάζονται παρακάτω, έχουν ενταχθεί στο ΕΣΠΑ και αφορούν τη συντήρηση τοιχογραφιών, θα υλοποιηθούν με αυτεπιστασία από τη Διεύθυνση Συντήρησης του ΥΠΠΟΤ, σε συνεργασία με την 19η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. 1. Το πρώτο έργο αφορά στη συντήρηση τοιχογραφιών και τέμπλου του ναού Αγίου Νικολάου Βασιλικής Καλαμπάκας, νομού Τρικάλων. Ο προϋπολογισμός του έργου, ανέρχεται στα 550.000 ευρώ. Στο κέντρο του χωριού βρίσκεται ο ενοριακός ναός του Αγίου Νικολάου, τρίκλιτη θολοσκέπαστη βασιλική με υπερυψωμένο το μεσαίο κλίτος και νάρθηκα μεταγενέστερο στη δυτική και εστεγασμένη στοά στη νότια και δυτική πλευρά. O ναός εσωτερικά είναι κατάγραφος με τοιχογραφίες, που σύμφωνα με την επιγραφή ιστόρησης, αγιογραφήθηκαν από Σαμαριναίους ζωγράφους, το 1839. Στο λιθανάγλυφο υπέρθυρο της νότιας πλευράς αναφέρεται ότι ο ναός “ανεκαινίσθη εκ θεμελίων το 1818 δια συνδρομής βασιλικής αυθεντίσης Βοϊβόντας και των αδελφών αυτής”. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, κτίσθηκε από την Κυρά Βασιλική των Ιωαννίνων, όταν κατατρεγμένη από τον Αλί Πασά βρήκε καταφύγιο στο χωριό Βασιλική. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, η κυρά Βασιλική έγινε χορηγός στην ανέγερση του ναού και οι κάτοικοι για να την ευχαριστήσουν αποτύπωσαν την μορφή της σε λιθανάγλυφο, που έχει εντοιχιστεί στην ανατολική πλευρά του ναού.

2. Το δεύτερο έργο αναφέρεται στη συντήρηση και Αποκατάσταση τοιχογραφιών του ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου στην Καλαμπάκα, νομού Τρικάλων, με προϋπολογισμό να φτάνει στα 700.000 ευρώ. Ο ναός, από τα σημαντικότερα μνημεία της περιοχής του ελλαδικού χώρου, είναι κτισμένος στο βόρειο άκρο της πόλεως της Καλαμπάκας, αποτελούσε επί αιώνες τον μητροπολιτικό ναό της επισκοπής των Σταγών και σ’ αυτό οφείλεται και το γεγονός ότι σήμερα είναι γνωστός ως Μητρόπολη. Πρόκειται για ευρύχωρη τρίκλιτη βασιλική, με υπερυψωμένο το μεσαίο κλίτος, εσωνάρθηκα (λιτή) και εξωνάρθηκα στη δυτική πλευρά, στην τοιχοποιία της οποίας έχει εντοιχιστεί και αρχαίο υλικό. Ο σημερινός ναός κτίσθηκε πιθανότατα στα τέλη 11ου με αρχές 12ου αι., στη θέση παλαιοχριστιανικής βασιλικής, από την οποία διασώζονται τμήματα του ψηφιδωτού δαπέδου, το μαρμάρινο κιβώριο που καλύπτει την Αγία Τράπεζα και το σύνθρονο με το Δεσποτικό θρόνο, που έχει κτισθεί στο ημικύκλιο της κεντρικής ανατολικής κόγχης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει στο είδος του ο μαρμάρινος άμβωνας με τις δύο κλίμακες που βρίσκεται στο κέντρο του μεσαίου κλίτους του ναού και έχει ανασυγκροτηθεί κατά ένα μέρος του, από υλικά του παλαιοχριστιανικού άμβωνα. Ο εσωνάρθηκας – λιτή επικοινωνεί με τρίβηλο άνοιγμα με τον κυρίως ναό, κατά το πρότυπο των παλαιοχριστιανικών βασιλικών. Στο ανατολικό άκρο του νότιου τοίχου στο διακονικό σώζονται τοιχογραφίες του 12ου αι., ενώ ο υπόλοιπος ναός τοιχογραφήθηκε, σύμφωνα με τη αναγραφόμενη επιγραφή, το 1573 από το μοναχό Νεόφυτο, γιο του διάσημου Κρητικού αγιογράφου Θεοφάνη Μπάθα – Στρελίτζα και από τον ιερέα Κυριαζή. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αντιγραφή στο βόρειο τοίχο του εσωνάρθηκα με κεφαλαία γράμματα τα δύο επισημότερα και σπουδαιότερα χρυσόβουλα που αναφέρονται στα δικαιώματα και τα προνόμια της επισκοπής Σταγών.

3. Το τρίτο έργο αφορά στη συντήρηση τοιχογραφιών του νάρθηκα και του ξυλόγλυπτου τέμπλου του ναού Ζωοδόχου Πηγής στη μονή Σπηλιάς Αγράφων, προϋπολογισμού 141.000 ευρώ. Κτισμένη σε υψόμετρο 800 μ., έπαιξε σημαντικό ρόλο στους αγώνες του 1821 και αποτελεί ένα από τα λίγα σωζόμενα στην περιοχή των Αγράφων, μοναστηριακά συγκροτήματα. Στο χώρο της μονής συναντάμε δύο ναούς. Ο μικρότερος και παλαιότερος είναι αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου και ο μικρότερος που αποτελεί το καθολικό της μονής τιμάται στη μνήμη της Ζωοδόχου Πηγής. Γύρω από τους δύο ναούς σώζονται τμήματα της πτέρυγας των κελιών καθώς και ο φρουριακού τύπου, περίβολος. Το καθολικό ακολουθεί τον αθωνίτικο τύπο με εσωνάρθηκα και εξωνάρθηκα που στεγάζονται με χαμηλό θόλο, κτίστηκε στα 1736 και τοιχογραφήθηκε λίγο αργότερα. Το τέμπλο του καθολικού φιλοτεχνήθηκε το 1779 από τους τεχνίτες Γεώργιο και Ιωάννη. Ο μικρός ναός (παρεκκλήσι) κτίσθηκε στα τέλη του 16ου αι. και τοιχογραφήθηκε στις αρχές του 17ου αι.

Επίσης, “πράσινο φως” για υλοποίηση πήραν και έργα ενταγμένα στο ΕΣΠΑ. Ένα απ’ αυτά είναι και το έργο που στοχεύει στην αποκατάσταση τμημάτων τείχους και πυριτιδαποθήκης και συντήρηση-προστασία αρχιτεκτονικών λειψάνων βυζαντινού κάστρου Φαναρίου Δ. Ιθώμης, Ν. Καρδίτσας. Ο προϋπολογισμός του έργου ανέρχεται στα 425.000 ευρώ και θα υλοποιηθεί με αυτεπιστασία από την 19η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Το κάστρο του Φαναρίου, επιβάλλει την παρουσία του κτισμένο στο δυτικότερο άκρο της Θεσσαλικής πεδιάδας. Χρονολογείται στα ταραγμένα χρόνια του 13ου αι., όταν η Δυτική Θεσσαλία βρισκόταν συχνά στο πεδίο του ανταγωνισμού μεταξύ του Δεσποτάτου της Ηπείρου, του βυζαντινού αυτοκράτορα και των τοπικών γαιοκτημόνων. Πρόκειται για ένα μικρό οχυρό, εκτάσεως 2,6 στρεμμάτων, με ακανόνιστο πολυγωνικό τείχος πλάτους 2,0 μ. το οποίο ακολουθεί το φυσικό ανάγλυφο του εδάφους και σώζεται στο ακέραιο. Στα νότια ανοίγεται τοξωτή πύλη, μια μικρότερη στα βόρεια η οποία ενισχύεται κατά διαστήματα από έξι πύργους που είναι ενσωματωμένοι σ’ αυτό και προεξέχουν προς τα έξω. Στο εσωτερικό του κάστρου σώζεται καμαροσκέπαστο λιθόκτιστο κτίριο Πυριτιδαποθήκης με μικρό προστώο, μεγάλη ορθογωνικού περιγράμματος υπέργεια δεξαμενή συλλογής βρόχινου νερού και ερείπια τζαμιού, το οποίο διαδέχθηκε παλαιότερο κτίριο με μικρό λουτρό. Κάτω από αυτό εντοπίστηκε μια ακόμη υπόγεια δεξαμενή νερού με θολωτή κάλυψη. Κοντά στη νότια πύλη σε ανασκαφική έρευνα, αποκαλύφθηκε μεγάλο ορθογώνιο κτίριο με δύο χώρους, προοριζόμενο, πιθανότατα, για τις ανάγκες της φρουράς. Όλα τα κτίρια χρονολογούνται από την περίοδο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (1387-1897).

Δείτε επίσης